Ο σπάρτος

Ο σπάρτος

Ο Πέτρος Μπερέτης ονομάζει το όγδοο κεφάλαιο στο βιβλίο του, αφιερωμένο στο Γιαννιτσάτι, το μικρό χωριό του με τα πολλά γράμματα, «Από τη δεξαμενή της μνήμης». Σε αυτό το κεφάλαιο συμπεριλαμβάνει και το κείμενο «Ο σπάρτος».

279878630_735161404509671_2978272356382230060_n

Ο σπάρτος υπάρχει σε τεράστιες εκτάσεις στο χωριό μας. Οι κάτοικοι τον χρησιμοποιούσαν ως καυσόξυλο, ως υλικό για τους φράχτες, για να σκεπάζουν τα κηπευτικά τους στους κήπους, αλ­λά από το σπάρτο εξασφάλιζαν ταυτόχρονα κι ένα καλό εισό­δημα. Από την επεξεργασία του στην «οικογενειακή βιοτεχνία», εξασφάλιζαν το νήμα και έφτιαχναν με αυτό νήματα που χρησί­μευαν για τις βελέντζες, τα σακιά, τα σακούλια, τα κιλίμια, τα μα­ξιλάρια, τα σχοινιά και άλλα. Μέχρι να φτάσει στο σημείο της ύ­φανσης, η επεξεργασία του έπρεπε να περάσει από μερικά στά­δια. Η δουλειά άρχιζε με την επιλογή του τόπου που θα μαζεύον­ταν ο σπάρτος. Το μέρος το κανόνιζε το Προεδρείο του χωριού σε πλήρη σύμφωνη γνώμη με τις νοικοκυρές του χωριού. Η κάθε νοικοκυρά είχε το δικό της τεμάχιο στην πλαγιά. Αμέσως μετά, η νοικοκυρά καθάριζε τον τόπο που θα μάζευε τον σπάρτο, έκοβε τις μεγάλες σπαρτιές και σ’ αυτό το σημείο δεν επιτρέπονταν να βοσκίσουν τα ζώα ειδικά την άνοιξη, μέχρι που ψήνονταν είτε να ψώμωνε, όπως έλεγαν, ο σπάρτος.

Η περιοχή φυλάσσονταν από τον αγροφύλακα, και μόνο με δι­αταγή του Προεδρείου του χωριού, άρχιζε το μάζωμα του σπάρ­του, που συνήθως γίνονταν το πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου. Τότε η κάθε νοικοκυρά πήγαινε με το δρεπάνι της στο κανονι­σμένο μέρος και μάζευε τον σπάρτο. Η διαδικασία αυτή δεν κρα­τούσε περισσότερο από 4-5 μέρες. Όταν η χρονιά ήταν καλή και οι χωριανοί ικανοποιούνταν με τις ποσότητες που μάζευαν, τότε το Προεδρείο έδινε άδεια και σε ξενοχωρίτες, από Τσερκοβίτσα, Λεσινίτσα και άλλα χωριά να μαζέψουν σπάρτο για 2-4 μέρες. Μετά έβ­γαινε, από το Προεδρείο του χωριού, Διαταγή Απαγόρευσης.

Τον σπάρτο τον έκαναν χεράδια, τον έδεναν μ’ ένα κλωνί σπάρτου και τον μετέφεραν στο σπίτι με τα ζώα ή τον ζαλώνον­ταν οι γυναίκες. Εκεί έσπαγαν (λύγιζαν) το κάθε χεράδι σε τρία μέρη, τον έδεναν και τον έβραζαν στο νερό, σε μεγάλα καζάνια. Του έδιναν ένα χόχλο ή όπως έλεγαν, μια βράση. Μετά, τα χερά­δια τα έδεναν τρία-τρία και τα ονόμαζαν χερόβολα και τα πήγαι­ναν στο Πλυτουργιό (τοποθεσία, στο ποτάμι που έπλεναν τα ρούχα) και τα έβαζαν σε γούρνες, τα πλάκωναν με πέτρες, με σκοπό να σκεπάζονταν καλά από το νερό, αλλά και για να μην τα παρασύρει το ποτάμι. Η κάθε οικογένεια είχε την γούρνα της που έβαζε tό σπάρτο. Οι γούρνες έπαιρναν και το όνομα της νοικοκυράς, είτε του νοικοκύρη, η γούρνα της Φάνενας, του Λάγιου, του Κούστη και άλλα.

280190858_1190849978412785_1422192847828620110_n

Εκεί τα άφηναν μερικές μέρες, μέχρι να γίνουν για βγάλσιμο, δηλαδή ξεφλούδισμα των κλώνων. Τότε το έβγαζαν από το νερό και το φόρτωναν στα άλογα, τα γομάρια ή τα ζαλώνονταν οι νοι­κοκυρές και τα πήγαιναν στο σπίτι. Τα σκέπαζαν με ένα σόγισμα είτε βελέντζα βρεγμένη και την έβρεχαν σε τακτά χρονικά δια­στήματα, για να μην στεγνώσει και να δυσκολεύει το βγάλσιμο του.

Πολλές φορές τα βράδια με το φεγγάρι, μαζεύονταν όλα τα μέλη της οικογένειας και τον ξεφλούδιζαν. Την πράσινη φλούδα την έκαναν σκουλιά. Τους άσπρους κλώνους, από τα σπαρτόκλωνα που έμεναν μετά το βγάλσιμο της φλούδας, τα μάζευαν και τα χρησιμοποιούσαν για προσανάμματα, το χειμώνα. Τις πε­ρισσότερες φορές μαζεύονταν οι γειτονιές και έβγαζαν τον σπάρ­το, με μια σειρά, ανάλογα με το πότε γίνονταν για ξεφλούδισμα ο σπάρτος της κάθε νοικοκυράς. Δούλευαν και ταυτόχρονα έλεγαν τραγούδια, παραμύθια, ανέκδοτα, θρύλους. Ακόμη τα βράδια όταν τελείωναν το βγάλσιμο, τα κορίτσια έριχναν και χορό υπό το θα­μπό φως του φεγγαριού. Αυτές οι στιγμές έμοιαζαν με νυχτερινό σχολείο, με νυχτερινά κέντρα διασκέδασης…

Μετά από το ξεφλούδισμα, τα σκουλιά τα έβαζαν ξανά στο νερό για περίπου δέκα μέρες. Στη συνέχεια, μ’ έναν ειδικό ξύλινο κόπανο που τον ονόμαζαν στουμποκόπανο, τα κοπάνιζαν και τα ξέπλεναν στο νερό του ποταμού μέχρι να ασπρίσουν. Όσο πιο ά­σπρα γινότανε τα σκουλιά, τόσο καλύτερα τα προϊόντα. Στη συ­νέχεια τα στέγνωναν ξανά και τα λανάριζαν σε χοντρά λανάρια. Τα έκαναν τουλούπες, τα έγνεθαν στη ρόκα κι έτσι το έκαναν ράμμα (γνέμα, νήμα). Αυτό το νήμα το ονόμαζαν στημόνι. Εξ’ ου και η, γνωστή σε όλους, παροιμία: «ίσια στημόνι, ίσια υφάδι».

Οι φωτογραφίες είναι από το προσωπικό αρχείου του Βασίλη Λαχανά, του Βασίλη Ζαρμπαλά και του Δημοσθένη Κούρτη.

Γιώργος Μύτιλης