Ο ψαράς

Ο ψαράς

Την περίοδο που ανηφόριζε το ψάρι προς τα «Τρεκουλάκια» και «ντρίβαζε» κει πάνω στα βρυσικά, έρχονταν αμέσως στο χωριό μας οι ψαράδες της Κρατικής Επιχείρησης τ’ Αργυροκάστρου κι έστηναν το τσαντίρι τους δίπλα στο «Γιοφύρι του Κολλά». Σε σημείο, που βολεύονταν καλύτερα οι ψαράδες.

Έφραζαν το ποτάμι με συρμάτινο δίκτυ, για να εμποδίσουν την κατηφόρα του ψαριού κι άνοιγαν τους πεζόβολους για να τα πιάσουν συνήθως το πρωί.

Την φρέσκα παραγωγή, την μετέφεραν σε καλάθες σε μαγαζιά της πόλης και του χωριού, για πώληση.

Με τον Τσιάτσι, που μιλούσε βραχνά και δύο – τρία άλλα νεαρά άτομα, δούλευε κι ο Μίχος Ζντάβος. Ένας ψηλός, γαλανομάτης, στεγνός – αδύνατος άνδρας, γεμάτος ενέργεια.

(Παλιά, στο χωριό, έκανε και τον «οδοντίατρο». Έβγαζε με τανάλια (δοντάγρια) κανένα χαλασμένο δόντι των συγχωριανών).

Ενώ όλοι οι ψαράδες, όταν έβαζαν τα δίκτυα ή ψάρευαν με πεζόβολο, φορούσαν ψηλές λαστιχένιες μπότες, ο Μίχος έμπαινε στα κρύα νερά του ποταμιού, στο μεσοχείμωνο, ξυπόλητος. Όμως, ποτέ δεν αποχωρίζονταν το αδιάβροχο γιλέκο του ψαρά.

(Θυμάμαι, έξω από το τσαντίρι, τα βράδια οι ψαράδες άναβαν φωτιά και τηγάνιζαν φρέσκα ψάρια. Η μυρωδιά του νόστιμου ψαριού του ποταμιού, σου έσπαγε τη μύτη).

Όταν η δουλειά του ερχόταν στο χωριό, ο Μίχος δεν κοιμούνταν στο τσαντίρι του ψαρά, αλλά στο σπίτι του.

Απ’ αυτό το μέτωπο εργασίας εκείνη την εποχή, σε σύγκριση με άλλους εργαζόμενος επωφελήθηκε στα γηρατειά του ικανοποιητική κρατική σύνταξη.

Γιώργος Μύτιλης