Παπάδες αγιάζουν τις στάνες Οθωμανών

Παπάδες αγιάζουν τις στάνες Οθωμανών

Του Αλεξ. Χ. Μαμμόπουλου

Ένα Σάββατο απόγιομα παρουσιάζεται στο Πικέρνι της Χειμάρρας, στον παπα –  Σωκράτη, ένας Τούρκος από το γειτονικό Τουρκικό χωριό Σάσανη και τον παρακαλούσε να πάει την επομένη, Κυριακή, μετά τη λει­τουργία να κάνει αγιασμό στη στάνη του, γιατί του ψοφούσαν τα πρόβατα.

Ο παππάς για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του, δεν μπόρεσε να πάει. Ο Τούρκος περίμενε μέχρι την Κυριακή τ’ απόγιομα και αφού είδε κι απόειδε να ’σου πάλι την Κυριακή το βράδυ στον παπα – Σωκράτη.

– Παπά μου, γιατί δεν ήρθες για τον αγιασμό;

-Είχα δουλειά, – του απαντάει ο παπάς, μα θα ’ρθω αύριο δίχως άλλο.

Τέ ντέσια σότ κι γιέσε γκά μέσα. (Σε ήθελα σήμερα, πού ήσουν από τη λειτουργία).

Εννοούσε ότι τον ήθελε καθαρόν, αμέσως μετά την λειτουργία, προ­τού ανταμώσει με την παπαδιά του.

 * *

Οι Τζεκάτες, τρανοί Τούρκοι στο Αργυρόκαστρο, ήταν όργανα των Μπέηδων της Κλεισούρας, είχαν στο Παλιορτό σπίτια – φρούρια με πολεμί­στρες. Ο Μουσταφά Τζέκος, υιός του Μπεκίρ Τζέκου είχε πρόβατα. Τον καλούσαν φίλοι του και συχνά του ’καναν το τραπέζι. Παρετήρησε ότι κάθε φορά πού έτρωγε κλεμμένο άρχιζε ψόφος στα πρόβατά του. Μια μέρα τον είδε στενοχωρημένο ο Πάνο Μπούμπας:

-Τι έχεις;

– Μου ψοφούν τα πρόβατα.

-Να σου στείλω έναν παπά να κάνει αγιασμό – θα περάσει ο ψόφος!

Του έστειλε στην αρχή τον παπα-Βασίλη από τον Τσαμαντά. Ήταν ωραίος, γελαστός. Οι Τούρκοι είχαν ιδιαίτερη εκτίμηση στους ωραίους αν­θρώπους, πίστευαν ότι ήταν από σόι μεγάλο.

Έκανε ο παπα – Βασίλης αγιασμό, πέρασε ό ψόφος.

Μετά από λίγο καιρό πάλε ο Μουσταφά Τζέκος έφαγε κλεμμένο αρνί, πάλι ξανά ο ψόφος.

Αυτή τη φορά ο Μπούμπας του ’στειλε τον ΙΙαπαγιάννη από το Μπουλιαράτι.

Ο Τζέκος:

-Τι μου ’στειλες αυτόν. Αυτός δεν είναι καλός. Κλαίει. Υπονοούσε το κλαψιάρικο και κακομοίρικο ύφος του.

-Τι σε νοιάζει; Έπιασε ο αγιασμός;

-Έπιασε!

* *

Συχνά όταν θέλανε οι Τούρκοι να αμβλύνουν τις θρησκευτικές διαφο­ρές με τους Χριστιανούς εστέκονταν όρθιοι με τα πόδια μαζεμένα, άνοιγαν τα χέρια τους και ’λεγαν:

-Να κι εγώ Σταυρός είμαι! ή όταν βρισκόταν κοντά σε εκκλησιά ’πιαναν τον τοίχο με το χέρι και ορκίζονταν:

-Περ κετό κίσε – Μα την εκκλησιά.

* *

Όλοι οι Αρβανίτες Μουσουλμάνοι είναι «ρωμηογυρίσματα». Το ομο­λογούν οι ίδιοι.

Οι γυρισμένοι του Κουρβελεσίου είχαν συγγενείς Χριστιανούς (πρώτα εξαδέρφια) σε άλλες περιοχές. Ο φαρμακοποιός της Βοστίνας, Λεωνίδας Γιάννος, αλληλογραφούσε μέχρι το 1930 με τον Εμίλ Ντάτση, Οθωμανό εξάδελφό του στο Κουρβελέσι.

Γιώργος Μύτιλης