Παπαστράτος 1985

Παπαστράτος 1985

ΚΑΙΡΟΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ

Του Λεωνίδα ΠΑΠΠΑ

(Το πακέτο παρέμενε στη ντουλάπα μας για πολύ καιρό, ως το πιο πολύτιμο αλλά και πιο επικίνδυνο κειμήλιο που κρύβαμε στο σπίτι μας.)

Είχα τελειώσει τις τέσσερεις τάξεις του Δημοτικού και αφού αισθανόμουν πλέον μεγάλος, θέλησα να πάρω θέση σε έναν καβγά των γονιών μου.

«Τι εννοείς με το θα σε πάρουν μέσα, θα μας κλείσεις το σπίτι» – ρώτησα τη μάνα μου;

«Δάγκαστην εσύ» – μου απάντησε απότομα – και για να με διώξει από μπροστά τους με πρόσταξε, σε πιο ήπιο τόνο, να πάω να μαζέψω δαμάσκηνα.

Ο πατέρας μου, συνήθως, σιουρούσε αδιάφορα στους «εξάψαλμους» της μάνας, αλλά αυτή τη φορά τα μάτια του πρόδιδαν ανησυχία.

Σε λίγες μέρες εντόπισα καταχωνιασμένο στη ντουλάπα ένα πολύ γυαλιστερό κουτάκι με ελληνικά γράμματα. Δεν μου λύθηκαν όλες οι απορίες, αλλά κατάλαβα πως αυτός ήταν ο λόγος της έντασης. Δεν τόλμησα να ρωτήσω ξανά και ούτε να τους μαρτυρήσω ότι εγώ ξέρω το «μεγάλο μυστικό».

Δεν θυμάμαι πόσα χρόνια πέρασαν για να μάθω όλη την αλήθεια, δηλαδή για το πως κατέληξε το ελληνικό πακέτο με τσιγάρα στη ντουλάπα μας.

Το 1985 ήρθε, για πρώτη φορά στα μέρη μας, λεωφορείο με έλληνες τουρίστες. Στη διαδρομή από τους Αγίους Σαράντα προς τον αρχαιολογικό χώρο του Βουθρωτού, χρειάστηκε να σταματήσει σε κάποιο σημείο, γιατί γινόταν η ασφαλτόστρωση του δρόμου. Ένας επιβάτης κατέβηκε από το λεωφορείο και άκουσε έκπληκτος ότι οι εργάτες μιλούσαν μεταξύ τους ελληνικά. Πλησίασε μία παρέα 4 ατόμων που εκείνη τη στιγμή κάπνιζαν. «Έλληνες είστε αδέρφια;» – τους ρώτησε με αγωνία περιμένοντας κάποια απάντηση. Οι καρδιές των τεσσάρων εργατών από το Αλύκο και το Τσαούσι χτυπούσαν δυνατά, πρώτη φορά έρχονταν σε επαφή με κάποιον εκτός συνόρων, για αυτούς ήταν σαν «εξωγήινος» . Δεν μπορούσαν να μιλήσουν, ίσως το ξάφνιασμα, ίσως ο νόμος που απαγόρευε να μιλάς σε «ξένους», ίσως ο φόβος ότι κάποιος τους παρακολουθεί, μουγκάθηκαν.

«Θα μου δώσετε ένα τσιγάρο;» – τους ρώτησε, επιχειρώντας για άλλη μια φορά να ανοίξει διάλογο μαζί τους. Ο πατέρας μου έβγαλε από τη τσέπη του το «Partizani» και του πρόσφερε το θρυλικό για την κομουνιστική Αλβανία άφιλτρο τσιγάρο. Τη στιγμή που εκείνος έκανε την πρώτη «παρτιζάνικη» τζούρα, ακούστηκε η κόρνα του λεωφορείου. Κόντεψε να πνιγεί, πέταξε το τσιγάρο, απολογούμενος με ευγένεια πως δεν μπορεί να το καπνίσει. Μην έχοντας άλλο χρόνο να επιμείνει για διάλογο, άφησε στα πόδια τους δύο πακέτα τσιγάρα και δύο αναπτήρες. «Αυτά είναι δικά σας» – τους είπε και έφυγε χωρίς να περιμένει το «ευχαριστώ» ή κάποια άλλη απάντηση, φοβούμενος ίσως μήπως αρνηθούν να τα πάρουν.

Οι τέσσερεις εργάτες του δρόμου, έβαλαν από ένα από τα δυο πακέτα και τους δύο αναπτήρες στον κόρφο τους. Ήταν πολύτιμα για αυτούς, αλλά γνώριζαν ότι μπορεί και να τους «κάψει» η πράξη αυτή.

Έπρεπε να τα παραδώσουν στις αρχές, αλλά αντ’ αυτού σκέφτηκαν να το πουν πρώτα στον προϊστάμενό τους. Ο σύντροφος Ζήσος, ήταν από τους έμπιστους του καθεστώτος, αλλά μαζί τους είχε καλή σχέση, δε θα τους έκανε κακό. Πιστεύοντας και ο ίδιος ότι δεν θα τον «έδιναν», τους είπε: «Εγώ στη θέση σας θα τα κρατούσα, αλλά αλλοίμονο σας, δεν μου είπατε ποτέ τίποτα, εγώ δεν ξέρω τίποτα»

Το πακέτο παρέμενε στη ντουλάπα μας για πολύ καιρό, ως το πιο πολύτιμο, αλλά και πιο επικίνδυνο κειμήλιο που κρύβαμε στο σπίτι μας.

Το Δεκαπενταύγουστο, μετά από δύο χρόνια, ο πατέρας μου κάπνισε το πρώτο εξωτερικό τσιγάρο. Μετά από αυτό, σε όλες τις μεγάλες γιορτές: Πάσχα, Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Δεκαπενταύγουστο, κλπ, επαναλάμβανε το τελετουργικό, καθήμενος πάντα στο ίδιο σκαλί, αγναντεύοντας την Κέρκυρα. Μία από αυτές τις μέρες, μαστουρωμένος από τον καπνό του «Παπαστράτου» και χωρίς να τραβάει το βλέμμα του από την ελεύθερη Ελλάδα, τον άκουσα να λέει:

«Κάποτε θα πάμε και εμείς απέναντι…»

Η μάνα μου, που δεν αφήνει τίποτα ασχολίαστο, πόσο μάλλον τα λεγόμενα του πατέρα μου, του απάντησε μουρμουρώντας:

«Κάνε όνειρα…!»

Γιώργος Μύτιλης