Οι συναυλίες της Μαρινέλλας στην Αλβανία, τον Αύγουστο του 1977

Οι συναυλίες της Μαρινέλλας στην Αλβανία, τον Αύγουστο του 1977
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Φώντας ΤΡΟΥΣΑΣ

Μια προχωρημένη κίνηση για την εποχή, που έφερε σε ζωντανή επαφή τον αλβανικό λαό και το ελληνικό μειονοτικό στοιχείο, με το λαϊκό και έντεχνο τραγούδι μας

Την δεκαετία του ’70 η Αλβανία ήταν βασικά μια άγνωστη χώρα. Ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, τότε άρχισε να γίνεται κάπως περισσότερο γνωστή. Όχι μόνο στην Ελλάδα, μα και σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Χοντρικά ο κόσμος γνώριζε τον τύπο του πολιτεύματος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Αλβανίας (όπως αποκαλείτο τότε η χώρα) υπό τον Ενβέρ Χότζα, γνώριζε ας πούμε την εξάρτηση του καθεστώτος από την Κίνα του Μάο ή ακόμη και την πρόσκαιρη προσέγγισή του με την Γιουγκοσλαβία.

Οι σχέσεις του αλβανικού καθεστώτος με την Ελλάδα ήταν επί της ουσίας ανύπαρκτες έως τότε, αλλά η κινεζο-αμερικανική προσέγγιση (που στόχο είχε, ανάμεσα σε άλλα, να εμποδίσει την σοβιετική επιρροή στα Βαλκάνια) έφερε κοντά την αμερικανόφιλη χούντα του Γ. Παπαδόπουλου με την «λαϊκή δημοκρατία» του Ε. Χότζα.

Έτσι, στις 20 Ιανουαρίου 1970 γίνεται μια πρώτη συνάντηση των αντιπροσώπων των εμπορικών επιμελητηρίων Αλβανίας και Ελλάδας στο Παρίσι, ενώ τον Μάρτιο του 1971 η δικτατορική κυβέρνηση Γ. Παπαδόπουλου, μέσω του μόνιμου αντιπροσώπου της Ελλάδας στον ΟΗΕ Δημητρίου Μπιτσίου, γνωστοποιεί στην αλβανική αντιπροσωπεία το πλέγμα της προσέγγισης, που θα οδηγούσε σε σύναψη διπλωματικών σχέσεων, με την γειτονική χώρα.

Και όντως, αφού στις 6 Μαΐου 1971 Ελλάδα και Αλβανία αποκαθιστούν τις διπλωματικές σχέσεις τους – ένα ιστορικό γεγονός που εορτάστηκε, μάλιστα, προσφάτως, καθώς συμπληρώθηκαν 50 χρόνια από τότε.

a LIFO Marinella 3
Μαρινέλλα, Αδελφοί Τζαβάρα και Στέλιος Ζαφειρίου στην Αλβανία, τον Αύγουστο του 1977 (πηγή: marinelladiva.blogspot.com)

Απόρροια εκείνης της προσέγγισης ήταν να αρχίσουν να γίνονται γνωστές και στην Ελλάδα κάποιες πληροφορίες για την Αλβανία, μέσω των μεγάλων κατ’ αρχάς περιοδικών της εποχής.

Έτσι, τον Σεπτέμβριο του 1971 δημοσιεύεται στα Επίκαιρα (τεύχος #161) γαλλικό, μεταφρασμένο άρθρο, από το περιοδικό Paris Match υπό τον τίτλο «Πώς είδαν την Αλβανία οι πρώτοι τουρίστες», από το οποίον άρθρο μαθαίνουμε πως στην πρωτεύουσα Τίρανα δεν υπήρχαν τότε αυτοκίνητα, εκτός από ελάχιστα λεωφορεία και ποδήλατα κινεζικής κατασκευής, πως παντού κυριαρχούσε ο Ενβέρ Χότζα και πως υπήρχαν και προνομιούχοι στην χώρα, οι οποίοι ήταν οι περίπου δέκα χιλιάδες Κινέζοι που ζούσαν και δούλευαν εκεί.

Οι σχέσεις του αλβανικού καθεστώτος με την Ελλάδα ήταν επί της ουσίας ανύπαρκτες έως τότε, αλλά η κινεζο-αμερικανική προσέγγιση (που στόχο είχε, ανάμεσα σε άλλα, να εμποδίσει την σοβιετική επιρροή στα Βαλκάνια) έφερε κοντά την αμερικανόφιλη χούντα του Γ. Παπαδόπουλου με την «λαϊκή δημοκρατία» του Ε. Χότζα.

Υπήρχαν κι άλλες ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την τότε Αλβανία, αλλά το σημαντικότερο επικεντρώνεται στον υπότιτλο του άρθρου πως «η “μικρή Κίνα” της Ευρώπης ανοίγει παράθυρο στη Δύση…».

Το 1972 κυκλοφορεί στη χώρα μας το βιβλίο τού Γάλλου φιλοσόφου και πολιτικού Gilbert Mury «Η σημερινή Αλβανία χώρα του νέου ανθρώπου / και κείμενα του Εμβέρ Χότζα» [Εκδόσεις Μνήμη], που εντάσσεται στην περίοδο άνθησης του ευρύτερου μαρξιστικού-λενινιστικού βιβλίου στην Ελλάδα, μετά την κατάργηση της προληπτικής λογοκρισίας για τα έντυπα, το φθινόπωρο του 1969, ενώ στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης οι πολιτιστικές ανταλλαγές ανάμεσα στις δύο χώρες φαίνεται πως μπαίνουν σε νέες βάσεις, κάνοντας άλματα.

Στο πλαίσιο αυτό, το 1977, οι πρεσβείες των δύο χωρών, τα μορφωτικά τμήματά τους, που είναι σε επικοινωνία, δίδουν αμφότερα την άδεια σε λαϊκά συγκροτήματα από τις δύο χώρες να ανταλλάξουν παραστάσεις, συσφίγγοντας τους δεσμούς μεταξύ των δύο λαών.

Σ’ αυτή την κατεύθυνση το 80μελές Κρατικό Συγκρότημα Τραγουδιών και Χορών της γειτονικής χώρας θα ερχόταν για παραστάσεις στην Ελλάδα, ενώ από την Αθήνα θα μετέβαινε στην Αλβανία για εμφανίσεις η Μαρινέλλα, με το συγκρότημά της και με άλλους καλλιτέχνες, με τους οποίους συνεργαζόταν εκείνη την εποχή, στο Zoom στην Πλάκα ή και στις συναυλίες (Κώστας Καράλης, Αδελφοί Τζαβάρα, Αθηναίοι, Στέλιος Ζαφειρίου).

Ας πούμε, εδώ, πως το αλβανικό καθεστώς έδινε τότε πολύ μεγάλη σημασία στην μουσική – και στην λαϊκή μουσική, αυτήν που θα αποκαλούσαμε φολκλορική-δημοτική, μαζί με τους αντίστοιχους χορούς, όπως και στην «έντεχνη» (ας την πούμε «κλασική» ή και «σύγχρονη κλασική»). Αυτό το θυμάμαι και προσωπικά παρακολουθώντας αλβανική τηλεόραση στην κοντινή βόρεια Κέρκυρα, στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές του ’80, εκεί όπου συχνότατα έβλεπες προγράμματα με τέτοιου τύπου μουσικές εκδηλώσεις.

a LIFO Marinella 6
Το σύνολο της ελληνικής αποστολής, με την Μαρινέλλα και τους συνεργάτες της, που έδωσε τις συναυλίες στην Αλβανία,
τον Αύγουστο του 1977

Με την αλβανική μουσική έχει ασχοληθεί επισταμένα ο «πάπας» τής ελληνικής μουσικοκριτικής (μουσικολόγος επίσης κ.λπ.) Γιώργος Λεωτσάκος (γενν. 1935) σε μιαν εποχή (αρχές της δεκαετίας του ’80) όπου τα θέματα αυτά ήταν παντελώς ανεξερεύνητα στην Δύση. Λέμε, βασικά, για το ιστορικό κείμενό του, υπό τον τίτλο «Αλβανική μουσική ή ένα λήμμα εγκυκλοπαίδειας που έμεινε αδημοσίευτο», που είχε δημοσιευθεί τελικά στο περιοδικό «Μουσικολογία» (τεύχος #1, 1985). Διαβάζουμε σχετικώς:

«Το άρθρο αυτό αποτελεί προϊόν έρευνας –στην οποία συνέβαλαν αποφασιστικά οι Αλβανοί μουσικολόγοι που διαθέτουν αρχειακό υλικό 21.000 ηχογραφημένων λαϊκών τραγουδιών– και απευθύνεται σε κάθε καλοπροαίρετο, απροκατάληπτο και συνειδητό επιστήμονα, καλλιτέχνη, φιλόμουσο και φιλότεχνο, ανεξάρτητα από την πολιτική του τοποθέτηση, όσο και αν το φαινόμενο της έντεχνης αλβανικής μουσικής και η μοναδική ιδιαιτερότητά του είναι απολύτως αδύνατο να αποσχετιστούν από την πολιτικοκοινωνική πραγματικότητα της χώρας, μετά την απελευθέρωσή της, το 1944».

a LIFO Marinella 10
Ενβέρ Χότζα «Δύο φίλοι λαοί» [Εκδόσεις “Πλανήτης”, 1984] 

Το 1984 κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πλανήτης το βιβλίο του Ενβέρ Χότζα «Δύο Φίλοι Λαοί». Το βιβλίο, που είχε κυκλοφορήσει στα ελληνικά και στην Αλβανία(!), αποτελεί ουσιαστικά ένα ημερολόγιο του Ε. Χότζα, με τις σκέψεις και τις απόψεις του για τις ελληνοαλβανικές σχέσεις από το 1941 έως και το 1984 (ο Ενβέρ Χότζα θα πέθαινε το 1985).

Σ’ ένα κείμενό του από τις 19 Ιουνίου 1977 διαβάζουμε μεταξύ άλλων σε σχέση με το θέμα μας. Το πόσο σημασία, δηλαδή, έδινε το καθεστώς στις φολκλορικές μουσικές.

«(…) Η μετάβαση του Κρατικού μας Συγκροτήματος Λαϊκών Τραγουδιών και Χορών στην Ελλάδα θα δημιουργήσει αναμφίβολα συμπάθεια και ενθουσια­σμό ακόμα μεγαλύτερο απ’ ό,τι δημιούργησαν εκεί οι εβδομάδες του αλβανικού φιλμ (σ.σ. Πανόραμα Αλβανικού Κινηματογράφου στην Αθήνα, 6 Δεκεμβρίου 1976). Είτε στην Αθήνα, είτε στη Θεσσαλονίκη, στον Πει­ραιά και παντού, όπου οι Έλληνες συμφωνήσουν με μας για να πάει το συγκρότημά μας, εκείνοι θα ιδούν με τα μάτια τους τούς ανθρώπους μας που τραγουδούν, που χορεύουν, θα καταλάβουν τα λόγια των τραγουδιών, το περιεχόμενό τους και αυτό θα κάνει πράγματι μεγάλη εντύπωση. Γι’ αυτό να ετοιμαστούμε, ώστε την επιχείρηση αυτή, προς ε­ξυπηρέτηση της φιλίας των δύο λαών μας, να την πραγματοποιήσουμε όσο γίνεται καλύτερα».

Θα προηγείτο, όμως, η εμφάνιση της Μαρινέλλας και των συνεργατών της στην Αλβανία.

Πιο συγκεκριμένα η ελληνική καλλιτεχνική ομάδα θα ξεκινούσε τις εμφανίσεις της το Σάββατο 13 και την Κυριακή 14 Αυγούστου 1977, με δύο συναυλίες στην αίθουσα της Κρατικής Όπερας των Τιράνων, ενώ η περιοδεία θα συνεχιζόταν την Δευτέρα 15 Αυγούστου, με συναυλία στην Αυλώνα, την Τρίτη στο Αργυρόκαστρο, την Τετάρτη στο Δυρράχιο και την Πέμπτη 18 Αυγούστου, στην τελευταία παρουσία των ελλήνων καλλιτεχνών εκεί, με παράσταση στην Κορυτσά.

Η παρουσία της Μαρινέλλας και των συνεργατών της είχε τεράστια προβολή στη γειτονική χώρα, καθώς θεωρήθηκε ως εκδήλωση πρώτου μεγέθους, με σημασία που ξεπερνούσε κατά πολύ, όπως θα διαπιστώσετε και στην πορεία, τα στενά καλλιτεχνικά όρια, ενώ ένα από τα δύο live των Τιράνων είχε μεταδοθεί από το ραδιόφωνο και την τηλεόραση.

Μάλιστα, εκείνη την μαγνητοσκόπηση την είδαν και οι Έλληνες καλλιτέχνες λίγες μέρες αργότερα, όταν βρίσκονταν στο Αργυρόκαστρο! Το φιλμ, περιττό να το πούμε, μεταδιδόταν και ξαναμεταδιδόταν για πολλά καλοκαίρια (τουλάχιστον), και κάπως έτσι το είχαμε δει κι εμείς (από την Κέρκυρα) εκείνα τα χρόνια.

 Όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης» της εποχής (17 Αυγούστου 1977):

«Ειδικότερα στη συναυλία της Κυριακής είχε προσδοθεί από μέρους της αλβανικής κυβέρνησης επίσημος χαρακτήρας με την παρουσία πολλών υπουργών, μεταξύ των οποίων η υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού  κ. Τεύτα Τσάμη, , ο υφυπουργός των Εξωτερικών κ. Μαλίλε, ο υφυπουργός της Παιδείας κ. Αναστάς Κόντο, ο δήμαρχος των Τιράνων, ο πρέσβυς της Ελλάδας κ. Μητσόπουλος, ολόκληρο το διπλωματικό σώμα και πολλοί εκπρόσωποι του καλλιτεχνικού και πνευματικού κόσμου της Αλβανίας. Μετά την παράσταση ο πρέσβυς της Ελλάδας παρέθεσε στο φουαγιέ της Όπερας δεξίωση».

Στο YouTube, τώρα, υπάρχει ένα άλλο αλβανικό φιλμ από την συνολική περιοδεία της Μαρινέλλας στην Αλβανία, τον Αύγουστο του 1977, στο οποίο παρουσιάζεται το οδοιπορικό εν περιλήψει στην ελληνική γλώσσα.

a LIFO Marinella 2
Μαρινέλλα

Η εκφωνήτρια τού ραδιοσταθμού των Τιράνων, που πρέπει να είναι η  Παναγκιότα Εκονόμι ή Παναγιώτα Κωνσταντινίδου-Οικονόμου, την οποίαν ακούγαμε τις παλιές δεκαετίες κι εμείς, εδώ στην Ελλάδα, στα βραχέα κύματα («Σας μιλούν τα Τίρανα…»), αποδίδει με την πολύ χαρακτηριστική φωνή της τα καλλιτεχνικά συμβάντα, παράλληλα με τις επισκέψεις των Ελλήνων σε εκθέσεις, μουσεία, πινακοθήκες κ.λπ., συν την αναμενόμενη σε κάθε περίπτωση προπαγάνδα του καθεστώτος (που καταλαμβάνει αρκετό χρόνο). Πάντως έχουμε την ευκαιρία να πληροφορηθούμε και για ένα μέρος του προγράμματος, καθώς ακούμε τα τραγούδια:

«Σύνορα η αγάπη δεν γνωρίζει» (Κώστα Χατζή – Σώτιας Τσώτου) με την Μαρινέλλα, «Το πρόσωπό σου» (Αφών Τζαβάρα – Ανδρέα Αγγελάκη) με τους αδελφούς Τζαβάρα (πρώτη εκτέλεση από την Μαρίνα), «Δημητρούλα μου» (Παναγιώτη Τούντα) με την Μαρινέλλα (μεγάλη επιτυχία για την Χαρούλα Αλεξίου στα μέσα του ’70), «Σ’ αγαπώ» (Κώστα Χατζή – Σώτιας Τσώτου) με την Μαρινέλλα, «Εν Βελγίω» (Νίκου Τζαβάρα – Δημήτρη Ιατρόπουλου) με τους Αδελφούς Τζαβάρα (πρώτη εκτέλεση από την Χαρούλα Αλεξίου), «Ιδανικός κι ανάξιος εραστής» (Γιάννη Σπανού – Νίκου Καββαδία) με τον Κώστα Καράλη, «Οδός Ονείρων» (Μάνου Χατζιδάκι) με την Μαρινέλλα, «Τα παιδιά του Πειραιά» (Μάνου Χατζιδάκι) με την Μαρινέλλα και ακόμη μια σόλο «λαϊκή φαντασία» στο μπουζούκι από τον βιρτουόζο Στέλιο Ζαφειρίου. Ενδιαμέσως, δε, κάτι μπορεί να παίρνει το αυτί σου και από σόλο πιάνο, από έναν άλλο βιρτουόζο και μέγα τζαζίστα, τον Μάρκο Αλεξίου.

Την παράσταση της Μαρινέλλας την είχε δει από τη  τηλεόραση και ο ίδιος ο Ενβέρ Χότζα και μάλιστα είχε ασχοληθεί διεξοδικά μ’ αυτήν!

Σ’ ένα πρώτο κείμενό του, που δημοσιεύεται στο βιβλίο «Δύο Φίλοι Λαοί», που αναφέραμε πιο πάνω, και που γράφτηκε στις 16 Αυγούστου 1977, στο Δυρράχιο, διαβάζουμε:

«Είδα σε μετάδοση από τον σταθμό μας τη­λεόρασης την παράσταση του ελληνικού συγκροτή­ματος “Μαρινέλλα”, όνομα αυτό της κυριότερης τραγουδίστριας του συγκροτήματος. Η συναυλία ή­ταν ωραία και άρεσε στους θεατές. Το λέω αυτό, γιατί είδα και άκουσα ότι οι θεατές χειροκροτούσαν παρατεταμένα και θερμά την παράσταση. Η συ­ναυλία αυτή άρεσε σ’ όλους μας, και σε μένα, και στη Νετζμίε (σ.σ. η σύζυγος του Ενβέρ Χότζα) και σε όλα τα άλλα μέλη της οικογένειάς μας.

Μου άρεσε ιδιαίτερα η μουσικότητα των τραγουδιών που ερμήνευσε η καλλιτέχνιδα Μαρινέλλα. Είναι πραγματικά μια ταλαντούχα τραγουδίστρια, με φωνή ευχάριστη και αρμονική. Φάνηκε που είναι μεγάλη καλλιτέχνιδα, γιατί τραγουδούσε ελεύθε­ρα και με μεγάλη εκφραστικότητα. Όταν άκουγες αυτή να τραγουδάει σου δημιουργούνταν η εντύπω­ση πως καταλαβαίνεις το περιεχόμενο του τραγουδιού, χωρίς καθόλου να ξέρεις την ελληνική γλώσσα.

Τα τραγούδια που τραγούδησε αυτή η καλλι­τέχνιδα αφιερώνονταν κυρίως στην αγάπη, αλλά εί­χε και τραγούδια με κοινωνικά θέματα. Τραγού­δησε για τη δύστυχη ζωή των μεταλλωρύχων, για τη ζωή των φτωχών ναυτεργατών του Πειραιά κλπ. (σ.σ. ίσως η Μαρινέλλα να είπε και κάποια τραγούδια από το ρεπερτόριό της με τον Στέλιο Καζαντζίδη).

Ένας άλλος τραγουδιστής του συγκροτήματος τρα­γούδησε και για την βαριά μετανάστευση που υπάρ­χει στη νότια γείτονά μας.

Η ορχήστρα αυτού του συγκροτήματος, είχε ε­πίσης υψηλό καλλιτεχνικό επίπεδο και συνόδευε ω­ραία την τραγουδίστρια κατά την παράσταση. Κατά ιδιαίτερο τρόπο μού έκανε εντύπωση εκείνος που έπαιζε μπουζούκι (σ.σ. ο Στέλιος Ζαφειρίου). Ήταν μεγάλος μαέστρος στον χειρισμό αυτού του οργάνου. Έκαμε μια σπάνια ερμηνεία και με μεγάλο ταλέντο στο ελληνικό λαϊ­κό τραγούδι που εκτέλεσε.

a LIFO Marinella 9
Στέλιος Ζαφειρίου

Γενικά εγώ λέω ότι η εκδήλωση του ελληνικού συγκροτήματος “Μαρινέλλα” θα συμβάλει στη σύσφιξη των φιλικών σχέσεων μεταξύ αλβανικού και ελληνικού λαού. Η Tέχνη παίζει μεγάλο ρόλο στη γνωριμία των λαών και στην προσέγγισή τους, διό­τι σε κάθε καλλιτεχνική παράσταση αντικαθρεπτίζονται η ψυχή, τα χαρακτηριστικά, τα αισθήματα, οι επιδιώξεις και οι επιθυμίες του λαού. Φυσικά, ό­ταν εκδηλώνονται ρεαλιστικά, με ζεστασιά και όταν ερμηνεύονται με καλλιτεχνική μαεστρία, αφήνουν βαθιές εντυπώσεις στους θεατές, αναζωογονώντας και πλουτίζοντας τα φιλικά αισθήματα μεταξύ των λαών».

Θα πρέπει να επισημάνουμε πως η συναυλία της Μαρινέλλας και των υπολοίπων συνεργατών της, στις αλβανικές πόλεις, δεν είχε δημιουργήσει μόνον αισθήματα χαράς και ευχαρίστησης, καθώς είχε ασκηθεί και κριτική.

Είναι λογικό. Η παράσταση της Μαρινέλλας ήταν «προχωρημένη» για τα αλβανικά ήθη της εποχής. Και είναι περίεργο, εδώ που τα λέμε, πώς έγινε κι «έκλεισε» η Μαρινέλλα για την Αλβανία και όχι κάποιο ελληνικό φολκλορικό συγκρότημα, της Δόμνας Σαμίου ας πούμε, που ήταν πιο κοντά στο πνεύμα των Αλβανών – εξάλλου ένα ανάλογο συγκρότημα θα έστελναν κι εκείνοι, για να περιοδεύσει στην Ελλάδα λίγο αργότερα.

Τέλος πάντων, και αυτό είναι το ενδιαφέρον της ιστορίας, ο Ενβέρ Χότζα υπερασπίζει την επιλογή να τραγουδήσει η Μαρινέλλα στην Αλβανία, ασκώντας από την μεριά του εκείνος κριτική στους συντηρητικούς θεατές, που… σκανδαλίστηκαν από την παράσταση.

a LIFO Marinella 4
Από την παράσταση του συγκροτήματος της Μαρινέλλας στην Αλβανία, τον Αύγουστο του 1977 (πηγή: marinelladiva.blogspot.com)

Έχει ιδιαίτερο νόημα το σχετικό κείμενο του Ε. Χότζα, που είναι γραμμένο στις 21 Αυγούστου 1977 (λίγες μέρες αφότου οι έλληνες καλλιτέχνες είχαν αφήσει την Αλβανία) και αξίζει να το μεταφέρουμε ολόκληρο εδώ, παρότι είναι μεγάλο σε έκταση, ώστε να το κρίνετε κι εσείς. Το κείμενο είναι ενταγμένο φυσικά στο πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο της εποχής, αποτελεί ντοκουμέντο, με την αξία του, σήμερα, να είναι πρόδηλα ιστορική-επιστημονική. Γράφει ο Ενβέρ Χότζα:

«Έμαθα ότι μια ομάδα κριτικών Tέχνης και λο­γοτεχνίας έκαναν κάποιο γράμμα σχετικά με το ελ­ληνικό καλλιτεχνικό συγκρότημα “Μαρινέλλα”, που έδωσε παραστάσεις στη χώρα μας. Γενικά, αυτοί που έκαναν το γράμμα δεν μιλούν άσχημα για το συγκρότημα, αλλά λένε πως “δεν είχε όσο έπρεπε και όπως έπρεπε λαϊκά τραγούδια, δεν φάνηκε το φολκλόρ του ελληνικού λαού”. Με άλλα λόγια κρι­τικάρουν γι’ αυτό τα αρμόδια ιδρύματά μας.

Η κριτική αυτών των ανθρώπων δεν είναι σω­στή και από πολιτική άποψη. Ο ερχομός στην Αλ­βανία του ελληνικού συγκροτήματος έχει πολιτικό χαρακτήρα και η πολιτική είναι βέβαια συνδεμένη και με την καλλιτεχνική πλευρά αυτού του συγκροτήματος.

Αυτοί οι λογοτεχνικοί-καλλιτεχνικοί “κρι­τικοί” πρέπει να ξέρουν ότι τώρα οι σχέσεις με την Ελλάδα όλο και καλυτερεύουν. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα έγινε σοσιαλιστικό κράτος. Όχι, αλ­λά οι καταστάσεις και τα συμφέροντά της, καθώς και τα δικά μας συμφέροντα το απαιτούν να λιώσει ο πάγος, μα εμείς να μένουμε βέβαια στις θέσεις μας αρχών. Στο κράτος μας συμφέρει να τηρεί με την Ελλάδα καλές σχέσεις γειτονίας και στις σχέ­σεις αυτές περιλαμβάνονται και οι πολιτιστικές σχέ­σεις.

Αυτοί πρέπει να ξέρουν ότι στην Ελλάδα υ­πάρχουν άνθρωποι που κάνουν πολλά για την Αλβανία, θέλω να πω ότι κάνουν καλή προπαγάνδα υπέρ της χώρας μας. Επί του παρόντος οι ελληνικές εφημερίδες γράφουν για την Αλβανία, δημοσιεύουν άρθρα μας, προβάλλονται εκεί αλβανικά φιλμ κλπ. κλπ. Αυτό είναι πολύ καλό πράγμα.

Σ’ αυτές τις συνθήκες συμφωνήσαμε η ελληνική πλευρά να στείλει ένα καλλιτεχνικό συγκρότημα και εμείς, επίσης, θα στείλουμε ένα δικό μας καλ­λιτεχνικό συγκρότημα, πολύ μεγαλύτερο μάλιστα απ’ αυτό που ήρθε από την Ελλάδα – κι αυτό η Ελ­ληνική Κυβέρνηση το δέχτηκε. Επομένως, από πο­λιτική πλευρά, αυτό είναι μια επιτυχία.

Σήμερα στην Ελλάδα γίνεται κάποια προπαγάνδα υπέρ της σοσιαλιστικής Αλβανίας, τηρείται μια στάση καλοπροαίρετη προς τη χώρα μας και πιστεύουμε ότι ο ελληνικός λαός αγαπάει την Αλ­βανία. Ωστόσο γνωρίζουμε ότι οι μοναρχοφασίστες και οι Βορειοηπειρώτες (σ.σ. ο όρος ήταν αρνητικά φορτισμένος από το αλβανικό καθεστώς) δεν πέθαναν, ούτε και η πο­λιτική της “μεγάλης ιδέας”, αλλά αυτά τα αντι­δραστικά ρεύματα έχουν μουδιάσει προς το παρόν, διότι συμφέρει την Ελληνική Κυβέρνηση να έχει καλές σχέσεις με μας.

a LIFO Marinella 8
Νίκος και Γιώργος Τζαβάρας

Για τον ερχομό του ελληνικού συγκροτήματος, η πρεσβεία μας στην Αθήνα συζήτησε φυσικά με την ελ­ληνική πλευρά και τους είπε ότι καλό θα είναι το συγκρότημα να έχει όσο γίνεται φολκλορικά λαϊκά κομμάτια, γιατί εμείς επιθυμούμε να έχει πλήρη επιτυχία το συγκρότημά τους, όταν θα ’ρθει σε μας, για να δυναμώσει έτσι η φιλία.

Τόσο μπορούσαμε να κάνουμε εμείς σ’ αυτή την κατεύ­θυνση, ενώ σύμφωνα μ’ αυτούς, τους “έξυπνους”, ε­μείς δεν κάναμε πολλά. Ένα αυτό. Αυτή είναι η πολιτική πλευρά, αλλά και την καλλιτεχνική πλευ­ρά αν πάρουμε, μου φαίνεται πως αυτοί οι κριτικοί δεν έχουν τις απαιτούμενες γνώσεις για την ελληνι­κή Tέχνη και λαογραφία.

Παρ’ όλο που δεν έχω πολλές γνώσεις για την κατάσταση αυτής της λαογραφίας, αλλά από τα διαβάσματά μου σχετικά με την ιστορία του ελλη­νικού λαού, με την ανάπτυξη των Tεχνών και της κουλτούρας του, μπορώ να πω μερικά λόγια.

Με βάση τις γνώσεις μου μπορώ να πω με σι­γουριά ότι η Ελλάδα, έτσι όπως και η χώρα μας, έχει ένα πλούσιο και ποικίλο φολκλόρ. Ο λαός μας φυλάσσει τις παραδόσεις αυτού του δικού του μεγά­λου πλούτου και ο ελληνικός λαός φυλάσσει, επίσης, μέχρι ενός βαθμού τον πλούτο του και τις παραδό­σεις του.

Αλλά, ενώ στη χώρα μας το φολκλόρ έχει αναπτυχθεί πολύ ορμητικά, στην Ελλάδα δεν έχει αυτή την ανάπτυξη, λόγω του ότι στην μουσική και καλλιτεχνική ζωή αυτής της χώρας μπήκαν οι μοντερνιστικές επιρροές.

Ωστόσο αυτό δεν σημαί­νει ότι το ελληνικό φολκλόρ εξαφανίστηκε. Απ’ ό,τι ξέρω, το ελληνικό φολκλόρ είναι στενά συνδεμένο κυρίως με τη θρησκεία και την εκκλησία, γι’ αυτό και στην Ελλάδα οι φολκλορικοί χοροί και τραγού­δια εκτελούνται πιότερο κατά τις θρησκευτικές γιορτές στις εκκλησίες και τα μοναστήρια. Η λειτουργία παίζει κάποιο ρόλο σ’ αυτό το φολκλόρ και, όταν μιλάμε για τις παραδόσεις του ελληνικού φολκλόρ, σύμφωνα με τη φιλολογία που έχω δια­βάσει, δεν πρέπει να παραβλέπεται η θρησκευτική επιρροή.

Στην Ελλάδα, κατά τις γιορτές ή τις Κυριακές, οι δρομίσκοι, οι ρούγες και οι πλατείες κατακλύ­ζονται από κόσμο, τα σπίτια μοσκοβολούν ψητό αρ­νί και κρασί ρετσίνα. Στις γιορτές αυτές ο λαός γλεντάει. Οι γυναίκες ντυμένες με τα πολύχρωμα παραδοσιακά κουστούμια, με πλατιά μανίκια, με ά­σπρα μαντήλια δεμένα στο κεφάλι κλπ., κλπ, στήνουν χορούς.

Πρέπει να ξέρουμε ότι οι Έλληνες είναι τραντισιοναλιστές. Στην πλαγιά του Παρνασσού, στα χωριά, όπως για παράδειγμα στην Αράχο­βα κοντά στους Δελφούς, γίνονται κάθε χρόνο φολ­κλορικές γιορτές, που αφιερώνονται, λόγου χάρη, στον Αη Γιώργη κλπ.

a LIFO Marinella 7
Κώστας Καράλης (από το άλμπουμ της CBS «Είναι κάτι στιγμές…» του 1979)

Υπάρχουν τραγούδια και χοροί για τους δράκοντες, υπάρχουν τραγούδια που αφιερώνονται στα κατορθώματα του Απόλλωνα, του Ά­γιου Νικολάου κλπ, ενώ στον μεγαλύτερο θεό των Ελλήνων, στον Δία, σύμφωνα με το σημερινό φολ­κλόρ έδωσαν τη μορφή του Αϊ Λια. Εκείνοι διατη­ρούν, λόγου χάρη, στην Κρήτη, τις παραδόσεις των Μυκηνών, αλλά πάντα συνδεμένες με την εκκλησία. Σε μικρούς καθεδρικούς ναούς της Κρήτης εκείνοι κάνουν και θυσίες.

Στην Εύβοια, στην Αττική, μέχρι κάποιου ση­μείου και στην Πελοπόννησο διατηρούνται οι φολ­κλορικές παραδόσεις, αλλά όχι στο βαθμό που δια­τηρούνται στη βορειοδυτική Ελλάδα, όπου υπάρχει μια ανάπτυξη του φολκλόρ σ’ αυτές τις μορφές και διαστάσεις όπως στα χωριά μας.

Παρ’ όλο που στα ελληνικά χωριά άρχισαν να εξαφανίζονται, ακόμα και τα παλιά λαϊκά όργανα, υπάρχουν εντούτοις θαυμαστές της λαογραφίας που φυλάσσουν τα φολ­κλορικά τραγούδια και χορούς.

Έχω διαβάσει ότι ο όμιλος του φολκλορικού μπαλέτου που ονομάζεται “Δώρα Στράτου” διαφυλάσσει τα λαϊκά τραγούδια και χορούς και έχει δη­μιουργήσει μερικούς χορούς που και στην εποχή μας μπορούμε, μέσα απ’ αυτά, να δούμε το ένδοξο παρελθόν τού ελληνικού λαού.

Για παράδειγμα, έ­νας από τους ωραίους χορούς της ανδρείας που υ­πάρχουν στο ελληνικό φολκλόρ, απ’ ό,τι έχω δια­βάσει, είναι αυτός που λέγεται Πυρρίχιος. Στο ελληνικό φολκλόρ υπάρχουν και τραγούδια ηρωι­σμού, και άλλα ακόμα τραγούδια, που είναι από τα πιο όμορφα, που δημιούργησε το ελληνικό λαϊκό πνεύμα. Αυτά τραγουδιούνται με τη συνοδεία της λύρας και αφιερώνονται στα ανδραγαθήματα των ελλήνων καπεταναίων στον πόλεμο κατά των Οσμανλήδων (σ.σ. Οθωμανών).

Ωστόσο, στην Ελλάδα, καθώς φαίνεται, παραμελήθηκαν τώρα τα τραγούδια των κλεφτών, τα τραγούδια των παλληκαριών. Μόνο στα χωριά ή στα ποτοπωλεία, οι χωρικοί ή οι εργάτες, όταν σχο­λάζουν, σιγοτραγουδούν λαϊκά τραγούδια, έχοντας μπροστά το ποτήρι με το ουζάκι και το κοκορέτσι.

Δεν ήτανε σωστό να μην ευχαριστηθούμε εμείς απ’ αυτό το φολκλόρ, που μας παρουσίασε το συ­γκρότημα “Μαρινέλλα”.

Μπορούμε να πούμε ότι η ελληνική ορχήστρα της Μαρινέλλας, που έδωσε παραστάσεις στη χώρα μας, έγινε θερμά δεχτή, λόγω του ότι τα τραγού­δια και οι χοροί της ήταν μελωδικοί, περιείχαν τον πόνο, την αγάπη και τις ελπίδες του ελληνικού λαού.

Κατά τη γνώμη μου, απ’ όσο εγώ γνωρίζω την ελληνική Τέχνη μέσα από τα διαβάσματα και τους πίνακες, η ερμηνεία των τραγουδιών ήταν πο­λύ ωραία, κατά πρώτο λόγο από την ίδια τη Μαρινέλλα – η κυριότερη καλλιτέχνιδα, που με τα τραγούδια, τη μιμική και με τις χειρονομίες της έμοια­ζε με τις χορωδίες και τους χορευτές τής αρχαίας εποχής, εκδηλούμενα με τέχνη στα δράματα του Αισχύλου, του Αριστοφάνη και των άλλων μεγάλων ελλήνων συγγραφέων, που παίζονταν στο αμφιθέα­τρο των Δελφών, της Δωδώνης, στο Πάνθεον της Α­θήνας και όπου αλλού.

Στην πλαστική τους, οι επι­δέξιες κινήσεις των δαχτύλων και των χεριών αυ­τής της ελληνίδας καλλιτέχνιδας έμοιαζαν ακριβώς με τα μνημεία της εποχής του Πραξιτέλη, του Περι­κλή, τα μνημεία της Αφροδίτης και της Νίκης της Σαμοθράκης.

Παρακολουθούσα με προσοχή την ερ­μηνεία των τραγουδιών αυτής της διάσημης τραγουδίστριας και σκεφτόμουν για την περίφημη ελ­ληνική Τέχνη.

Η ερμηνεία έπαιξε μεγάλο ρόλο στην παρουσία­ση με υψηλό επίπεδο των λαϊκών τραγουδιών και χορών, αλλά και το κοινωνικό περιεχόμενό τους δεν ήταν άσχημο.

Η Μαρινέλλα τραγούδησε δύο-τρία ερωτικά τραγούδια. Και καλά έκανε. Γιατί, οι δικοί μας λαϊκοί τραγουδιστές, οι καλλιτέχνες και ο λαός δεν τραγουδάνε μήπως τραγούδια ερω­τικά; Τραγουδούν, μα πώς δεν τραγουδούν. Και καλό κάνουν. Το Κόμμα λέει να τραγουδιούνται και τραγούδια του έρωτα, γιατί χωρίς έρωτα δεν υπάρχει ζωή.

Το ελληνικό συγκρότημα εκτός από τον έ­ρωτα, τραγούδησε και για τη βάρκα που βούλιαζε στο Αιγαίο. Το μελωδικό τραγούδι τού γενναίου ναυτι­κού δίνει καθώς πρέπει τον τόνο της συμφοράς που είχε πάθει.

a LIFO Marinella 5
Μαρινέλλα και Αδελφοί Τζαβάρα στην Αλβανία, τον Αύγουστο του 1977 (πηγή: marinelladiva.blogspot.com)

Άκουσα ότι κάποιος “υπερκαθάριος” είπε πως θα ήταν καλύτερα εκείνος να μην είχε γενειάδα (σ.σ. ο Κώστας Καράλης), αλλά αυτός ο άνθρωπος πρέπει να ξέρει ότι εκείνος δεν ήταν ασκητής, και ας έχει υπόψη του ότι ο ναυτικός που γυρίζει το Αιγαίο Πέλαγος και τη Μεσόγειο, όταν του πνίγεται η βάρκα δεν έχει και­ρό να ξουρίζεται, να στολίζεται και να μοσκολιβανίζεται.

Και οι άλλοι χοροί, όπως λόγου χάρη ο χορός που συνοδευόταν με το τραγούδι “Τα παιδιά του Πειραιά”, ερμηνεύτηκαν πολύ ωραία και όχι σαν boogie-woogie όπως είπαν.

Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για το λαϊκό τραγούδι που συνοδευόταν με μπουζούκι και που ήταν ένα αριστούργημα της ελληνικής λαογραφίας. Επίσης με κοινωνικό περιεχόμενο και συγκινητικό ήτανε και το τραγούδι της ξενιτιάς κλπ.

Για όλους αυτούς τους λόγους εμείς μπορούμε να πούμε ότι το συγκρότημα της Μαρινέλλας ήταν διαλεχτό, άρεσε στο λαό μας και άφησε καλές ε­ντυπώσεις.

Μα λέω την αλήθεια δεν μου καλοφάνηκε, όταν μου είπαν πως τη στιγμή που το συγκρότημα αυ­τό έδωσε την πρώτη παράσταση, μια πολύ ωραία εμφάνιση, όπου παρευρίσκονταν πολλά στελέχη μας, σε κάποιον δεν άρεσε, λέει, που η Μαρινέλλα κουνούσε τους ώμους της στο ρυθμό της μουσικής τζαζ, που μιμούνταν χορούς των αφρικανικών λαών.

Και στις παραστάσεις των δικών μας λαϊκών συγκροτημάτων οι κοπέλες μας κουνούν τους ώ­μους μπροστά στο κοινό. Τότε, γιατί αυτοί οι άν­θρωποί δεν κριτικάρουν τις δικές μας χορεύτριες για τέτοιες παραστάσεις, αλλά τη χειρονομία της Μαρινέλλας – που, απ’ ό,τι μου είπαν, δεν είναι έτσι όπως αυτοί ισχυρίζονται;

Αυτή χτυπούσε με το ντέφι τη μέση της, τους μηρούς της. Τι θα κάνανε αυτοί εδώ οι άνθρωποί αν ζητήσει να ’ρθει να δώσει παραστά­σεις και να χορέψει ένα συγκρότημα κάποιας αφρικανικής χώρας, από την Ουγκάντα, λόγου χάρη, ή από την Τανζανία, η μουσική και οι χοροί των ο­ποίων δεν μοιάζουν καθόλου με τα δικά μας;

Το κράτος μας θα τα δεχτεί οπωσδήποτε αυτά τα συ­γκροτήματα και πρέπει να χειροκροτείται η λαογραφία τους, διότι εκφράζει τις επιδιώξεις εκείνων των λαών, τον αγώνα και την κουλτούρα τους.

Κάθε λαός έχει και την κουλτούρα του. Εμείς έχουμε τη δική μας κουλτούρα, εκείνοι έχουν τη δική τους κουλτούρα, αλλά εμείς πρέπει να πάρου­με ό,τι το καλό από την κουλτούρα των ξένων και εκείνοι, αν θέλουν, ας πάρουν από την κουλτούρα μας, ό,τι τους αρέσει.

Εμείς είμαστε διεθνιστές και βλέπουμε τα πράγματα στο μαρξιστικό-λενινιστικό πρίσμα, πράγμα που κατ’ ουδέναν τρόπο δεν ση­μαίνει να είσαι συντηρητικός, σεχταριστής ή φιλελεύθερος.

Στην Τέχνη πρέπει ταυτόχρονα να βλέπουμε και την πολιτική πλευρά. Όπως μου είπαν, όχι μόνο οι παραστάσεις, αλλά και η πολιτική στάση του συγκροτήματος ήταν πολύ προοδευτική και πολύ καλοπροαίρετη προς τη χώρα μας.

Παντού αυτοί εκ­φράστηκαν με ζεστασιά για την εγκάρδια υποδοχή που τους επιφύλαξε ο λαός μας στην Κορυτσά και αλλού».

Στις 23 Αυγούστου 1977 η Μαρινέλλα δίνει συνέντευξη Τύπου σε αθηναϊκό ξενοδοχείο, αναφερόμενη στην εμπειρία της στην Αλβανία. Ο κόσμος είχε πολύ ενδιαφέρον να μάθει για το «παραμέσα» της σχεδόν άγνωστης γειτονικής χώρας κι έτσι οι εμπειρίες και οι δηλώσεις της Μαρινέλλας αναμένονταν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η ελληνίδα τραγουδίστρια είχε γυρίσει καταγοητευμένη από την φιλοξενία και την αποδοχή που είχε το πρόγραμμά της στο αλβανικό και μειονοτικό κοινό, αναφέροντας πως η περιοδεία της «υπήρξε μια σημαντική εμπειρία γι’ αυτήν και για τους συνεργάτες της».

Μάλιστα θυμάμαι πολύ καθαρά, από περιοδικό της εποχής, την Μαρινέλλα να αναφέρεται με τα καλύτερα λόγια στην αλβανική τηλεόραση, από τεχνικής πλευράς – γιατί το να «γράφεις» και να παρουσιάζεις εκείνα τα χρόνια, ήχο και εικόνα από συναυλία, και μάλιστα με την συγκεκριμένη ποιότητα, δείχνοντάς την την μεθεπόμενη μέρα στην τηλεόραση, δεν ήταν κάτι το προφανές (για την τηλεοπτική Ελλάδα πρώτα-πρώτα).

Σε απάντηση λοιπόν της παρουσίας της Μαρινέλλας στην Αλβανία, τον Οκτώβριο του 1977 το πολυμελές Κρατικό Συγκρότημα Τραγουδιών και Χορών της γείτονος θα μας επισκεπτόταν για μια σειρά συναυλιών, οι οποίες θα ξεκινούσαν από τα Γιάννενα (11 και 12 Οκτωβρίου) και θα συνεχίζονταν στην Ναύπακτο (13 και 14/10), στην Πάτρα (15 και 16/10), την Αθήνα και τον Πειραιά (17 και 18/10), την Λαμία (19 και 20/10), την Λάρισα (21 και 22/10), καταλήγοντας στην Θεσσαλονίκη, εκεί όπου στο πλαίσιο των Δημητρίων θα δινόταν μία παράσταση στις 23 Οκτωβρίου.

Οι πολιτιστικές ανταλλαγές αυτού του τύπου θα συνεχίζονταν και τα επόμενα χρόνια, ανάμεσα στις δύο χώρες, καθώς το 1978 θα εμφανιζόταν στην Αλβανία ο Γιάννης Πάριος, με την Πωλίνα, την Ρένα Πάντα και τον Γιώργο Κατσαρό, το 1980 η Μαρίζα Κωχ με τον Γιάννη Γλέζο κ.λπ. Αλλά γι’ αυτά μπορεί να γράψουμε άλλη φορά…  

lifo.gr

Γιώργος Μύτιλης