«Δύο Μπομπολήδες: Κίτσιος και Τηλέμαχος, σχεδιάζουν να ρίξουν την κυβέρνηση»

«Δύο Μπομπολήδες: Κίτσιος και Τηλέμαχος, σχεδιάζουν να ρίξουν την κυβέρνηση»
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Δεν ήταν κάτοικος του χωριού του ο Τηλέμαχος ΜΠΟΜΠΟΛΗΣ.

Εργαζόταν και διέμενε μόνιμα μακριά, στο Πατός, όπου τον σεβόταν, τον εκτιμούσε απεριόριστα κι εκεί η τοπική κοινωνία. Σε ελεύθερο χρόνο, επισκεπτόταν συχνά την λατρεμένη του Δερβιτσάνη.

Ο φαρμακοποιός – που έμαθε το επάγγελμα αυτό παλιά στο Θεολόγο από τον Μιχάλη Τσέπο – και βοήθησε, με μεγάλο πάθος και αφοσίωση τον ασθενή, αγαπήθηκε πολλαπλά.

Οι ασθενείς εκτιμούσαν την ιατρική συμβουλή κι ήλπιζαν ακράδαντα στο φάρμακο του Τέλη, όπως των αποκαλούσαν οι αλλοεθνείς.

(Συχνά παρασκεύαζε μόνος του τις συνταγές, εκεί, στο απλό χημικό εργαστήριο του, εκείνης της εποχής).

Οι συγχωριανοί του, τον αγκάλιαζαν θερμά, όταν τον συναντούσαν στα σοκάκια του χωριού.

Ένα πρωί, ενώ ανηφόριζε στη «Σπανθιά» για παρηγοριά, στη διαδρομή άνοιγαν, η μια μετά την άλλη, διάπλατα όλες οι πόρτες του μαχαλά, για να τον καλωσορίσουν.

Οι συγχωριανοί, τον σταματούσαν, τον ρωτούσαν. Ο Μάχος αλλάζοντας τους σοφάδες, σε κάθε στάση, άκουγε διάφορα: τις χαρές και τις λύπες τους. Κατά το μεσημέρι, έφτασε στου Λιάκου για να συλλυπηθεί, για την απώλεια του δάσκαλου Χρήστου, σε αρκετά προχωρημένη ηλικία.

Συγγενής, φίλος, γνωστός του, όταν του ζητούσε τη βοήθεια για συνταγή, για διάγνωση και φάρμακα, για ασθενή στη φυλακή (ακόμα και στο Σπατς), αυτός, παρόλο που ήταν ριψοκίνδυνο, τολμούσε, του την πρόσφερε.

Στο χωριό, όπως παντού, τότε υπήρχαν οι ρουφιάνοι (Υπάρχουν και σήμερα). Μια μέρα ένας απ’ αυτούς, τον βλέπει να συζητάει με τον Κίτσιο Μπόμπολη. Ετοίμασε, αμέσως, την ψεύτικη κατάδοση: «Δύο Μπομπολήδες: Κίτσιος και Τηλέμαχος, σχεδιάζουν να ρίξουν την κυβέρνηση».

Και κάπου, εκεί, το 1985 θα ήταν, αν δεν με απατά η μνήμη, συνέλαβαν τον Τηλέμαχο και του έριξαν χειροπέδες.

Χτυπούσε το κεφάλι του μέσα στο σκοτεινό κελί, μήπως βγάλει άκρη, για το λόγο που τον φυλάκισαν. Αμφέβαλλε στο «κάρφωμα», επειδή τη φλόγα για τον Ελληνισμό που είχε μέσα του, τελευταία την διατυμπάνιζε ελεύθερα.

Μέσα στο κελί, στην απομόνωση, σκεφτόταν, υπολόγιζε την οικογενειακή φθορά: Το διωγμό του γιου του, Μιχάλη, από το σχολείο και τη διάλυση του αρραβώνα της κόρης  του, Φρύνης.

…ακριβώς τότε ήταν, που ο Τηλέμαχος από τη μεγάλη στεναχώρια του, έπαθε εγκεφαλικό.

Ο νους του, μέσα στο φρικτό κελί, πήγαινε συχνά σε συγκεκριμένο καταδότη, που τον σταματούσε και τον συμβούλευε:

«Μάχο, σου θέλω το καλό, μην κυκλοφορείς πολύ, σε παρακολουθούν, αραίωσε τις επισκέψεις σου στο χωριό!»

Αλλά, ο Μάχος, δεν άντεχε. Πώς μπορούσε να ξεκοπεί από την αγαπημένη Δερβιτσάνη;! Την επισκεπτόταν ξανά και ξανά …, ήθελε να την απολαύσει. Να δει την αγαπημένη Μητέρα του, που κουραζόταν, υφαίνοντας στον αργαλειό.

… Όταν έγινε η ανακαίνιση του εσωτερικού φωτισμού του χωριού, ο Τηλέμαχος εξασφάλισε κολόνες ηλεκτρικού ρεύματος και αρκετά καλώδια. Βοήθησε.

Υστερόγραφο:

Αυτή η ψυχούλα, που βλέπετε στην εικόνα, που την πήρα από τον τάφο του στο χωριό, δεν βγαίνει με τίποτε από το νου μου!

Δεν μπορώ, πραγματικά, να την αποχωριστώ! 

Γιώργος Μύτιλης