Η θεια – Κίτσα από τα Γιάννενα

Η θεια – Κίτσα από τα Γιάννενα

ΠΟΡΤΡΕΤΑ

Μικρό, με έπαιρνε η γιαγιά μου από το χέρι, ανηφορίζαμε στο Μεσοχώρι κι επισκεπτόμασταν το κουκλίστικο σπίτι της θειας – Κίτσας – στου Κονόμου. Με λίγο λαχανόψωμο, 2 – 3 κομμάτια λιπανή, ένα χέρι νωπά σκορδοκρέμυδα από τον κήπο, μια πλάκα πρόβειο τυρί από το καρδάρι. Τυλιγμένα όλα αυτά σε ένα μποχτσιά.

Εκεί άκουγα εξιστορήσεις – μου απέσυρε περισσότερο την προσοχή η πολιτισμένη γλώσσα – για την Καλούτσιανη, τα Λιθαρίτσια, τη λίμνη, το Κάστρο…

Η θεία πονούσε… Συχνά δάκρυζε διακριτικά, όταν γινόταν κουβέντα: Για πόλεμο, για κλεισμένους δρόμους, για ζωντοχωρισμό!

Μόνο όταν μεγάλωσα κάπως, κατάλαβα ότι η θεία μου Κίτσα ήταν από τα Γιάννενα. Κι ότι γνωρίστηκε με το θείο – Αχιλλέα στη Ζωσιμαία Σχολή. Παντρεύτηκαν κι εγκλωβίστηκαν στο χωριό όταν έκλεισε ερμητικά – αμέσως μετά τον πόλεμο – το σύνορο.

Άτυχη η θεια – Κίτσα – αφού χωρίστηκε για ζωή πλέον από τους δικούς της. Τυχερό, όμως το χωριό, η Δερβιτσάνη, που απόχτησε ένα μορφωμένο, δραστήριο, συμπαθητικό άτομο, για να το στηρίξει δυναμικά στην πορεία του.

Ανάθεσε – με πλήρης εμπιστοσύνη – στη Θεοδώρα Οικονομίδη θέση νηπιαγωγού.

Καθημερινά η νηπιαγωγός – περίμενε με μητρική αγάπη και στοργή, με ανοιχτή αγκάλη 20 – 30 – 40 νήπια στην οικία του Σιάνου. Μετά στου Διαμάντη, στου Σταμούλη, στου Ράιδου…

Δίδαξε, βασικά στα νήπια, την καλή συμπεριφορά. Έπειτα το χορό, το τραγούδι, την απαγγελία, τη χειροτεχνία.

Τα έβαζε στη σειρά, φορεμένα όμορφα και καθαρά, με τα κατάλευκα μπλουζάκια – πιασμένα χέρι – χέρι και τα πήγαινε στα χωράφια του συνεταιρισμού. Εκεί, με την  παράσταση, το πλούσιο καλλιτεχνικό πρόγραμμα, γέμιζαν με χαρά τις καρδιές των κουρασμένων μανάδων τους, που εργαζόταν σκληρά στον κάμπο.

Ακολούθησαν την πείρα της, σε συνέχεια, άλλες δασκάλες: Όπως η Αθηνά Ντάκου, η Έλλη Μπάσσιου, η Ερμιόνη Διαμάντη…

Αυτά για τη θεια – Κίτσα επιφανειακά, πρόχειρα. Γιατί αν διεισδύσεις βαθιά, στην πλούσια ζωή και δράση της, δεν τα βγάζεις εύκολα εις πέραν. Χρειάζεσαι, για να τα συμπεριλάβεις όλα, όπως συνηθίζουμε να λέμε, να στήσεις πολυσέλιδο βιβλίο.

Γιώργος Μύτιλης