«Κάνε το καλό, ριξ’ το στο γιαλό»

«Κάνε το καλό, ριξ’ το στο γιαλό»
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Οι συχνές επαφές με φίλους κι αγαπημένα πρόσωπα, είναι η ευχάριστη προτίμηση κι επιλογή του ζεύγους Κυριάκη. Του Προκόπη και της Δέσποινας. Είναι ένας τρόπος αυτός δραπέτευσης από την μοναξιά τους.

Αφού ανταποκρίνεσαι στην πρόσκλησή τους, να τους επισκεφτείς στο σπίτι τους, τούς τρώει το μεράκι για το πώς θα σε υποδεχτούν! Πώς θα σε ικανοποιήσουν όσο το δυνατό καλύτερα!

Χωρίς προϊδέαση η κουβέντα – στο πλούσιο τραπέζι στρωμένο με αγάπη κι αγαθά – επικεντρώθηκε στη φιλοξενία. Φέραμε στο νου διάφορα γεγονότα:

«Το δυαράκι μας στους Αγίους Σαράντα – λέει ο Προκόπης – συνέχεια  φιλοξενούσε κόσμο. Ένα βράδυ, χωρίς υπερβολή, χώρεσε 12 άτομα.

Στο δίμηνο, που είχα στην πόλη και τη μάνα μου, όταν έμεινε μια φορά άδειο το διπλανό της κρεβάτι, μου λέει: – Μόνη μου θα κοιμηθώ! Δεν θα έχουμε φίλο απόψε;!

Στα Τίρανα ξανά τα ίδια…

«Διαβαίναμε αργά τη νύχτα με τη Δέσποινα από το πάρκο κάτω από το άγαλμα του Σκεντέρμπεη. Ψιλόβρεχε κι έκανε ψύχρα. Ήταν μεσοχείμωνο. Σε παγκάκι μέσα στο σκοτάδι διακρίνουμε δύο άτομα να συνομιλούν σιγανά. Τα ελληνικά τους μας σταμάτησαν. Τους πλησιάζουμε για να δούμε τι τρέχει.

Ήταν πατέρας και γιος, από τα χωριά μας. Αφού δεν μπόρεσαν να βρουν φτηνό ξενοδοχείο, οι κακόμοιροι είχαν αποφασίσει να βγάλουν τη νύχτα στο παγκάκι. Την επόμενη θα επισκεπτόταν το νοσοκομείο. Στην πρωτεύουσα τους είχε κουβαλήσει κάποιο χάλι.

Χωρίς δεύτερο λόγο, τους πήραμε στο μοναδικό μας δωμάτιο κι εκείνο το βράδυ κοιμηθήκαμε μαζί…»

… Στην πόλη των Αγίων Σαράντα η Δέσποινα, δούλευε σε φούρνο. Πωλούσε καθάριο ψωμί, όταν το χωριό έτρωγε μπομπότα. Έλεγε στους Βουρκιώτες, παρόλο που η διαταγή ήταν στο χωριάτη να μην δώσει καθάριο ψωμί: «Ένας – ένας ελάτε και μπείτε στο φούρνο, μπουλούκι μου κάνετε ζημιά…!».

Της έκαναν επανειλημμένα παρατήρηση, για να πειθαρχήσει, αλλά… η Δέσποινα δεν μπορούσε να αλλάξει. Κι αφού δεν άλλαζε αυτή, της έκαναν το άλλο: Την εκτόπισαν από το κέντρο και την πήγαν να πουλήσει ψωμί σε φούρνο που βρισκόταν στην άκρη της πόλης. Για να την ξεκόψουν από το χωριάτη.

… Πλάι από το φούρνο ήταν το σχολείο. Όταν η Δέσποινα έβλεπε ορισμένα παιδιά που στο μεγάλο διάλειμμα δεν είχαν κολατσιό, πονούσε η ψυχή της. Τότε έκανε μια πράξη: Έκοβε σε φέτες ένα ψωμί, συνόδευε τις μερίδες με λίγο τυρί και τις μοίραζε με στοργή μάνας στα φτωχά παιδιά! Κάθε μέρα στο μεγάλο διάλειμμα έκανε αυτή τη δουλειά.

Βοηθά όσο μπορεί, ακόμα και σήμερα τον αδύναμο, χωρίς κανένα αντίκρισμα, το ζεύγος Κυριάκη. Κι ας συναντά, συνήθως, την αχαριστία. Δεν πειράζει…

Γιώργος Μύτιλης