ΚΑΝΕΝΑΣ ΚΑΝΤΡΙ

ΚΑΝΕΝΑΣ ΚΑΝΤΡΙ
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

(Αυτή είναι λεβεντιά)

Μέσα στην γενική απογοήτευση, ακούς και καμιά καλή πρωτοβουλία. Γίνεται και καμιά ενθαρρυντική πράξη στο τόπο μας.

Ο Σωτήρης Ράφτης από το Ζερβάτι, πήρε τη σύνταξή του στην Αθήνα και γύρισε στο χωριό του, να συνεχίσει να εργάζεται.

Κι έβαλε σε ρεβάνι όχι μόνο το Ζερβάτι.

Ενοικίασε χωράφια και ξεκίνησε να κάνει χοντρή, κουραστική δουλειά. Τα έσπειρε με σιτάρι και μηδική.

Κι ας το ξέρει καλά, χωριάτης είναι, ότι η γεωργία είναι “εργοστάσιο” χωρίς σκεπή. Είναι ρίσκο, είναι λαχείο. Σπέρνεις και καμιά φορά δεν παίρνεις ούτε το σπόρο. Αποτυγχάνεις παταγωδώς!

Ο Σωτήρης αποφάσισε και το έκανε…

 Τώρα παλεύει με τα σπαρτά, αλλά διατρέφει και αγελαδικά, για γάλα και για κρέας.

Επιχειρεί να χτυπήσει μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια!

Κατέβηκε να δουλέψει στο χωριό του για τον εαυτό του, αλλά, συνάμα, να χαλάσει και τα σχέδια ορισμένων, που χρόνια τώρα παίζουν το βιολί τους στα χωράφια μας.

Ενοικίασε με περισσότερο χρήμα τη γη, με στόχο να παραγκωνίσει τον Καντρί.

Σου λέει περήφανα, χτενίζοντας με τα μεγάλα δάχτυλά του, το γκριζωπό μουστάκι του:

«Στον τόπο μας, δεν υπάρχει λόγος να εκμεταλλεύεται τη γη μας, τα χωράφια μας ο κάθε Καντρί!»

Γίνεται μεγάλη προσπάθεια, να πάρουν του κάθε Σωτήρη μας το φρούριο από μέσα. (Σε κανέναν πόλεμο το φρούριο δεν πάρθηκε απ’ έξω).

Αλλά… ο Σωτήρης δίνει μάχη, αντιστέκεται λεβέντικα, παλικαρίσια…! Με απώτερο στόχο τη νίκη.

Ο6/01/2014

Γιώργος Μύτιλης