«ΟΤΙ ΘΕΛΕΙ Ο ΛΑΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ»

«ΟΤΙ ΘΕΛΕΙ Ο ΛΑΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ»
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Αν τον άκουγες να σφυρίζει στη δουλειά, σίγουρα, κάτι δεν του πήγαινε όπως ήθελε. Ήταν ανήσυχος, γινατεμένος. Άμα τραγουδούσε, κιόλας με ψηλή φωνή, τότε άλλαζαν τα πράγματα. Όλα πήγαιναν ρολόι.

Τη Δρόβιανη, αρκετά μακριά – πίσω απ’ το βουνό – την έπιανε πεζός.

– Θα πεταχτό μια στη Βέργω – σου έλεγε, όταν τον συναντούσες να περπατάει βιαστικός στο ντερβένι – πάω και γυρίζω…!

Σαν να ‘ταν η αλαργινή Δρόβιανη ‘δω κι αυτού.

Αφαίρεσαν κάποτε την τέσσερα του κόμματος από ‘να συνάδελφό του κι είδε το φίλο πικραμένο…  

«Θα σου φτιάξω εγώ μια με πέτρα, Νίκο, τον παρηγόρησε, που να αντέχει. Μόνο μην μου χολιάζεις, αδελφέ…!».

Εκεί που έκτιζαν, με πέτρα, το Μέγαρο του Κόμματος, πλησιάζει τους κτίστες δημοσιογράφος να ρωτήσει για την καλή ζωή στο χωριό:

Τον απόφυγε με τρόπο η παρέα και τον στέλνει στον Κίτσιο να του διηγηθεί.  Κίτσιος του λέει:

«Να σου πω… Κάποτε είχαμε τις γρέντες του σπιτιού γεμάτες μ’ αρμάθες από καλαμπόκι. Τώρα δεν έχουμε ούτε σπυρί. Σπάει το ποντίκι τη μύτη!».

Ο δημοσιογράφος μούγκα, τι να ‘λεγε… Μάζεψε γρήγορα τα σύνεργά του κι εξαφανίστηκε.

Κι ένα άλλο βαρύ περιστατικό, για εκείνον τον καιρό:

-Όταν πέθανε ο Στάλιν, κομματικό στέλεχος διέταξε τους κτίστες:

– Να σταματήστε τα σφυριά…! Σήμερα δεν θα δουλέψετε!

Γυρίζει ο Κίτσιος και του λέει:

– Καλά λες εσύ. Μα, ποιος θα θρέψει τα παιδιά μου σήμερα;!

Ξανά του έκαναν βαριά κριτική… Από τότε το ‘ραψε, το κλείδωσε ο Κίτσιος Ζντάβος το στόμα. Όταν τον ρωτούσες, μετά: – Κίτσιο τι γίνεται;

Είχε έτοιμη την απάντηση. Στρογγυλεμένη πια, γιατί ήθελε να ζήσει:

– Τι θέλεις να γίνει; Δεν βλέπεις; Ότι θέλει ο λαός γίνεται…

Ρεφραίν στη ζωή του έγιναν, εκτός της παραπάνω και τρεις άλλες σοφές εκφράσεις: «Τι να κάνει κανείς», «δεν βαριέσαι, ρε αδελφέ» και «ο καιρός τα φτιάχνει, ο καιρός τα χαλάει».

Ο Σιάρρας, μεγάλος και τρανός – Γραμματέας της Κομματικής Επιτροπής τότε, μ’ οδηγό του, το γιο του κτίστη, τον Κώτσιο, ένα μεσημέρι του καπνίζει κι επισκέπτεται τον Κίτσιο στο σπίτι. Βρίσκει το ανδρόγυνο να τρώει γλυκό τραχανά σ’ αλουμινένια τάσια.

Ντράπηκαν που τους βρήκε πάνω στο φαγητό ο Σιάρρας, αλλά συνάμα και χάρηκαν. Γραμματέας του Κόμματος, τους πήγε στο σπίτι…

Όπως το ‘χε «ο λαϊκός» Σιάρρας, ζητάει μια κούπα ζεστή τριφταριά, κάθεται σταυροπόδι στο σουφρά μαζί τους και τρώει. Τους ευχαριστεί και τους λέει:

«Τη μπλέτσωσα καλά. Έφαγα τον περίδρομο. Έγινε η κοιλιά μου δερμόνι. Τόσο που σπας τον ψήλο πάνω της…».

Είδε μια μπάντα, με μήλα, με σταφύλια, κρεμασμένη στον τοίχο ο Σιάρρας και τους λέει: – Ωραία μπάντα!

– Αυτά να τα ‘χαμε εδώ, στο σουφρά, όχι εκεί, στον τοίχο – του απαντάει ο Κϊτσιος.

Απέφυγε «το καρφί» ο γραμματέας με γέλιο…

Μετά από καιρό τυχαίνει να συναντηθούν στην πόλη οι δύο Κίτσιδες.

Λέει ο Σιάρρας στο Ζντάβο: «Καλά που σε τσάκωσα. Τώρα θα πάμε να γευματίσουμε μαζί στο σπίτι μου!. Σου οφείλω ένα μεσημεριανό…

Του ρίχνει μια αθώα ματιά ο Ζντάβος κι έπειτα του απαντάει:

Όχι, ρε συνονόματε, μην με μπερδεύεις, δεν έρχομαι, γιατί μετά καλομαθαίνω. Και θα μ’ έχεις συνέχεια έξω από το σπίτι σου, να παίρνω μυρωδιά τα φαγητά…

Γελάσανε και χωρίστηκαν…

Όταν έγινε η νύφη του Κίτσιου πρόεδρος γεωργικού συνεταιρισμού, ένιωσε κάπως διαφορετικά, ανεβασμένος ο άνθρωπος.

Αφού πήρε ο κουτσός ανήφορο, από ευφορία ο Κίτσιος, κάπου έκανε και καμιά ζημιά. Έβαζε το παλούκι να βοσκήσει ο γάιδαρός του και σε γειτονικό χωράφι.

Πάνω στον τσακωμό με τον συγχωριανό του, λέει ένα λόγο που έμεινε στην ιστορία:

«Άκου, καλέ μου γείτονα. Δεν είμαι πια όπως πρώτα. Έχω κι εγώ τώρα αποκούμπι,  ζεστούς πλάτες. «Έχεις μέσα, μπαίνεις μέσα», λέει μια παροιμία… Να που μπήκα κι εγώ λίγο μέσα, στο χωράφι σου…!!!».

Δεν είχε αφήσει κοπέλα στο χωριό, χωρίς να τη βγάλει από το σπίτι σε γάμο, χωρίς να την κεράσει.

Κι ας ήταν πάμπτωχος… 

Γιώργος Μύτιλης