«ΤΩΡΑ … ΜΕ ΤΟ ΠΥΡΟΥΝΙ ΘΑ ΦΑΜΕ ΤΟ ΓΑΛΑ!»

«ΤΩΡΑ … ΜΕ ΤΟ ΠΥΡΟΥΝΙ ΘΑ ΦΑΜΕ ΤΟ ΓΑΛΑ!»

(Αφιερωμένο με πολύ αγάπη, στον ΜΠΑΡΜΠΑ – Κόλια (Κύρο) Νίκο)

Πέρασε το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής του στα βουνά, βοσκώντας, αρμέγοντας, φροντίζοντας με περίσσιο μεράκι τα πρόβατα. Παρέα με τα σκυλιά, με τις στρουγγαράτσες, με τους ματαράδες, με τα κυπροκούδουνα…

Στη «Ζγκόρα», στη «Ζιάγκα», στο «Λουίζι»… Μέσα στο λιοπύρι, στις βροχές, στις βροντές. Μέσα στις ανεμοθύελλες…

Όποιος διάβαινε από κει, τον έκραζε ο μπάρμπα – Κόλιας με τη βραχνή και παραπονιάρα του φωνή, «έλα μιτσιό μου!». Ήθελε να γυρίσει το διαβάτη από τη στάνη. Να τον φιλέψει, να του βάλει μπροστά ότι είχε και δεν είχε το κονάκι: Τριμμένο γάλα με καλοψημένη λιπανή στην πλάκα, τυρί, γιαούρτι, μυζήθρα.

Έπειτα, τον ξεπροβοδούσε: «Άντε, να πας στο καλό τώρα!».

Συνήθως οι περαστικοί ανηφόριζαν να μαζέψουν στην κορυφή του βουνού τσάι, να μεταφέρουν από κει οργανικό λίπασμα. Κάτω από την κάπα του μπάρμπα – Κόλια, πλάγιασε πολύς ντουνιάς. Δικοί μας και ξένοι.

Όταν συνομιλούσε με οποιονδήποτε για χάλια, του ‘κλαιγε η ψυχή. Του ‘τρεχε κουμπί το δάκρυ. Ο μπάρμπα – Κόλιας ήταν πολύ ευαίσθητος.

Συμβούλεψε φίλο του βοσκό, που εκείνος λαλώντας τα πρόβατα, λαλούσε, κακολογούσε για το σύστημα: «Σιώρη κάτσε φρόνημα! Μάζεψε το στόμα! Στρογγύλεψε τη γλώσσα σου, γιατί θα βρεις το μπελά σου. Δεν τα βάζεις με τούτους σήμερα, σου ρίχνουν τα σίδερα!».

… Όταν βγήκαν οι τηλεοράσεις, τον πλησιάζει ένας κοντινός γείτονας και με το θάρρος τον πειράζει:

«Μπάρμπα, τα έχεις τα λεφτά! Μαζεμένα από το μαλλί, από το γάλα, από το τυρί, από το κρέας! Μη τα κρατάς στο ζωνάρι! Αγόρασε αυτό το διάολο κουτί που βγήκε τώρα (την τηλεόραση), να ψυχαγωγηθεί η φαμίλια σου!»

Γυρίζει ο αγαθός άνθρωπος και του λέει:

«Όχι, παιδί μου! Πρώτος να πάρεις εσύ, που είσαι της πιάτσας, γραμματισμένος και μετά εγώ ο τσομπάνος. Μπααα…, δεν σε προσβάλω εγώ εσένα …, να πάρω πρώτος!».

Είχε κατεβάσει το κοπάδι στο χωριό και το απλώνε να σκαρίσει σε χέρσο τόπο, μ’ αγκάθια, στο «Μεσονήνι». Καθόταν όρθιος, ακουμπισμένος στην γκλίτσα του και πρόσεχε να μην βάλει ρουθούνι σε χλόη του καλλιεργημένου χωραφιού, να μην πατήσει πόδι προβάτου σε αγρό του Συνεταιρισμού.

Νάτος ο αγροφύλακας. Του βγαίνει μπροστά και του λέει:

– Μπάρμπα, βλέπω, είσαι κοζάρης. Μας κάνεις ζημιές στα χωράφια. Σε νόμιζα καλό, τίμιο, αλλά είσαι άτιμος!!!

Άτιμος;!

Ακούγοντας αυτή την προσβολή, του ‘ρθε ο ουρανός σφοντύλι του αγαθού, φιλήσυχου ανθρώπου. Εκείνη τη στιγμή, δεν θέλησε, πραγματικά, τη ζωή του.

Το μπάρμπα – Κόλια τον πείραζαν τα μικροπράγματα και όχι μια τόσο μεγάλη προσβλητική κουβέντα!

Αν ήθελες να λαβώσεις βαριά την ευαίσθητη ψυχή του, ήταν το μόνο εύκολο. Του ‘παιρνες τα πρόβατα. Αυτό το μεγάλο κακό του το ‘κανε ο Συνεταιρισμός, με την εφαρμογή σε πράξη, της θεωρίας της συγκέντρωσης του βιού σε κοπαδάκια και της γης σε χωραφάκια…!!!

Έτρεξε σε γραφεία, μην και τ’ άφηναν λίγα μπραβάρια στο κατώι. Ούτε που του ‘βαλε κανείς τ’ αυτί…!  

… Κι είχαν τότε τη μεγάλη πεποίθηση τα ιθύνοντα στελέχη του κόμματος και της εξουσίας, ότι με τη μεταρρύθμιση αυτή, θα χόρταινε ο κόσμος το έντερό του. Θα κολυμπούσαν, θα πνιγόταν οι συνεταιριστές στο γάλα…!!! Τόσο που…, τους έτρωγε, σαν το σαράκι, η μεγάλη σκοτούρα. Για… το πώς και με τι θα μετέφεραν τηΝ μπόλικη γαλατοπαραγωγή ως το τελευταίο σπίτι του Πάνω Μαχαλά».

Μα… ο μπάρμπα – Κόλιας, αφού είδε το κοινό νοικοκυριό να παίρνει την κάτω βόλτα, για πρώτη φορά στη ζωή του, από τον έντονο θυμό του, είπε την κουβέντα, που θα τη θυμούνται όλες οι γενιές: «Από δω και πέρα, με το πιρούνι θα φάμε το γάλα!!!».

Αν δεν ήτανε γέρος – με το ‘να πόδι στο μνήμα – θα τον οδηγούσαν τότε στο κελί, στη γκαβή. Στο μέρος, που μαγάριζαν τ’ άλογα.

Γιώργος Μύτιλης