Πώς το «Μακεδονικό» επιστρέφει δια της εκκλησιαστικής οδού

Πώς το «Μακεδονικό» επιστρέφει δια της εκκλησιαστικής οδού

Του Κώστα Ράπτη

Στη βαλκανική χερσόνησο διεξάγεται τις τελευταίες ημέρες ένα ιδιόμορφο ράλι. Διαφορετικοί παίκτες διαγκωνίζονται για το ποιoς θα βοηθήσει πρώτος και περισσότερο το ορθόδοξο χριστιανικό στοιχείο της Βόρειας Μακεδονίας να βγει από την εκκλησιαστική απομόνωση – ζήτημα το οποίο λίμναζε εδώ και περισσότερο από μισόν αιώνα.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία στην περιοχή του, ανεξάρτητου σήμερα, γειτονικού κράτους υπάγεται θεωρητικά (και υπαγόταν μέχρι τη δεκαετία του ’50 και πραγματικά) στην δικαιοδοσία του Πατριαρχείου της Σερβίας, όπως αυτό συγκροτήθηκε και αναγνωρίσθηκε το 1920 με Τόμο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Από τη δεκαετία του ’50, και ενώ στο εσωτερικό της Γιουγκοσλαβίας έχει συγκροτηθεί η ομόσπονδη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας, διεκδίκησε την εκκλησιαστική ανεξαρτητοποίηση, στην λογική της διακριτής “εθνικής εκκλησίας”, εξασφάλισε σε μια πρώτη φάση την αυτονομία της και κατόπιν, με την ενθάρρυνση και των πολιτικών αρχών, ανακήρυξε μονομερώς αυτοκεφαλία, οριστικοποιώντας τη ρήξη με το Βελιγράδι. Εννοείται ότι η Εκκλησία αυτοαποκαλείται Μακεδονική.

Το τελευταίο διάστημα η κινητικότητα περί το ζήτημα εντάθηκε, γεγονός όχι άσχετη με τις (γεω)πολιτικές εξελίξεις των καιρών και τις προηγούμενες αντανακλάσεις τους στο εκκλησιαστικό πεδίο της Ορθοδοξίας, όπως έδειξαν η αποχή Ρωσικής Εκκλησίας και συμμάχων από την πανορθόδοξη Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης το 2016, η συγκρότηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο (και κατόπιν η αναγνώριση μόνο από ελληνόφωνες Εκκλησίες) της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ουκρανίας, η παύση της μνημόνευσης του Οικουμενικού Πατριάρχη από τον Πατριάρχη και την Ιεραρχία της Μόσχας κ.ο.κ.

Μετά από εμπιστευτική συνάντηση αντιπροσωπειών της Σερβικής και της αποσχισθείσας “Μακεδονικής” Εκκλησίας, υπό τον νέο Πατριάρχη Πορφύριο και τον Αρχιεπίσκοπο Στέφανο αντιστοίχως, που έδειχνε ότι οδηγούμαστε σε “λιώσιμο των πάγων” μεταξύ Βελιγραδίου και Σκοπίων, η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου παρεμβλήθηκε με άκρως διπλωματική απόφασή της, επιταχύνοντας αλλά και οριοθετώντας τις διεργασίες για άρση του σχίσματος του 1967.

Με την απόφαση αυτή, που στηριζόταν σε προηγούμενες γραπτές εκκλήσεις του προέδρου και της εκκλησιαστικής ηγεσίας της Βόρειας Μακεδονίας, το Φανάρι έβγαζε από την “ακοινωνησία” την ιεραρχία, τον κλήρο και τους πιστούς της εν λόγω Εκκλησίας, δηλ. τους επανέφερε από πνευματικής απόψεως στην κανονικότητα, ενώ εναπέθετε στον διάλογο μεταξύ Σκοπίων και Βελιγραδίου τις μελλοντικές διοικητικές εξελίξεις (λ.χ. αυτονομία ή αυτοκεφαλία), υπενθυμίζοντας διακριτικά ότι ο τελικός λόγος ανήκει κατά την παράδοση στο ίδιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο και θεσπίζοντας ρητά ότι η ονομασία του αποκατεστημένου εκκλησιαστικού μορφώματος θα είναι “Αρχιεπισκοπή Αχριδών”, χωρίς χρήση του όρου “Μακεδονία” ή παραγώγων. (Υπενθυμίζεται ότι οι μητροπόλεις της ελληνικής Μακεδονίας, ως “Νέες Χώρες”, ανήκουν στο κλίμα της Κωνσταντινουπόλεως).

Έκτοτε συνέβησαν πολλά. Ο Πατριάρχης Πορφύριος αρχικώς υποδέχθηκε τον Αρχιεπίσκοπο Στέφανο και συλλειτούργησε μαζί του στο Βελιγράδι, σηματοδοτώντας την επανασυμφιλίωση, ενώ χθες Τρίτη επισκεπτόμενος με τη σειρά του τα Σκόπια ανακοίνωσε ότι η Σερβική Εκκλησία προετοιμάζει και θα γνωστοποιήσεις και στις υπόλοιπες Ορθόδοξες Εκκλησίες, Τόμο με τον οποίο θα χορηγεί αυτοκεφαλία στην “Μακεδονική Εκκλησία-Αρχιεπισκοπή Αχριδών”.

Τα πεδία σύγκρουσης που προκύπτουν εάν επιβεβαιωθούν οι εξαγγελίες είναι πολλαπλά. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο θεωρεί ότι μόνο αυτό έχει το δικαίωμα χορήγησης αυτοκεφαλίας σε οποιαδήποτε εκκλησία. Το ζήτημα, υπενθυμίζεται, είναι τόσο ακανθώδες, ώστε τελικά έμεινε έξω από την ατζέντα της Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης.

Επιπλέον, ο Πατριάρχης Πορφύριος φέρεται διατεθειμένος να χορηγήσει στην “Μακεδονική Εκκλησία-Αρχιεπισκοπή Αχριδών” και “υπερόριο δικαιοδοσία”, δηλ. δυνατότητα συγκρότησης εκκλησιαστικών δομών στη Διασπορά. Φαναριώτικες πηγές υπενθυμίζουν ότι η Σερβική Εκκλησία ετοιμάζεται να δώσει ένα δικαίωμα που δεν διαθέτει κανονικά ούτε η ίδια, εφόσον δεν προβλέπεται υπερόριος δικαιοδοσία ούτε στον Τόμο του 1920. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο επικαλείται απόφαση Οικουμενικής Συνόδου ότι έχει αποκλειστική δικαιοδοσία “εν τοις βαρβαρικοίς”.

Το κυριότερο, όμως, είναι ότι μπροστά στους όρους που θέτει το Φανάρι, το Βελιγράδι εμφανίζεται πιο “γενναιόδωρο” και συνεπώς τόσο η πολιτική όσο και η εκκλησιαστική ηγεσία της Βόρειας Μακεδονίας (που δεν έθεσαν κανένα ονοματολογικό ζήτημα απευθυνόμενες στο Οικουμενικό Πατριαρχείο) θα αντιμετωπίσουν εσωτερικό πρόβλημα, καθώς η εθνικιστική πτέρυγα της κοινής γνώμης και της πολιτικής σκηνής της γειτονικής χώρας θα καταγγέλλουν “μειοδοσία”. Απιελούνται έτσι περιπλοκές που θα μπορούσαν να εκτροχιάσουν τελείως την δρομολογημένη επαναφορά στην εκκλησιαστική κανονικότητα.

Πρόκειται, με άλλα λόγια, για σενάριο αναβίωσης του “ονοματολογικού μακεδονικού ζητήματος” δια της εκκλησιαστικής οδού, ενώ αυτό έχει πολιτικά λυθεί με τη Συμφωνία των Πρεσπών.

Στις πιθανές περιπλοκές πρέπει να σημειωθεί και η αντίδραση της Εκκλησίας της Βουλγαρίας στον όρο “Αρχιεπισκοπή Αχριδών”, καθώς θεωρεί ότι η ομώνυμη περιφανής αυτοκέφαλη εκκλησία των βυζαντινών χρόνων (με γεωγραφική έκταση πολύ ευρύτερη της τωρινής) αποτελεί πρόγονο της βουλγαρικής.

Τα συμφραζόμενα της υπόθεσης συμπληρώνει το γεγονός ότι η πλειοψηφία της σερβικής ιεραρχίας έχει φιλορωσικές τάσεις, ενώ υποψιάζεται το Οικουμενικό Πατριαρχείο, μετά το ουκρανικό αυτοκέφαλο, ότι θα μπορούσε να αξιοποιήσει το προηγούμενο και στο Μαυροβούνιο, όπου μια μικρή εκκλησιαστική κοινότητα, που όμως χαίρει της κυβερνητικής υποστήριξης, επιθυμεί την απόσχιση από την σερβική εκκλησιαστική δικαιοδοσία.

Παρεμπιπτόντως, ο Πατριάρχης Πορφύριος έχει βρεθεί να αναγνωρίζει δύο “Αρχιεπισκόπους Αχριδών”: τον σεβ. Ιωάννη που είχε ορίσει η Σερβική Εκκλησία και βρέθηκε διωκόμενος στη γειτονική χώρα, και τώρα τον σεβ. Στέφανο.

capital.gr

Γιώργος Μύτιλης