Σπάρτο βιοτεχνία

          Σπάρτο βιοτεχνία

Του Αλεξ. Χ. Μαμμόπουλου

Στη Λεσνίτσα, στην Πετσά, στο Γαρδικάκι, στο Ραντάτι και στις Πισκοπές (στα πέρα χωριά), φυτρώνει άφθονο το σπάρτο. Ακόμα και στον Τσαμαντά και γύρω από τη Μουργκάνα, στο υψόμετρο, που αρχίζει και ζει η καστανιά. Ιδιόκτητες εκτάσεις σπάρτο φυτείας μα και των κοινοτήτων κοινά χωράφια πρασινίζουν από το σπάρτο, κουλμάκι. Γίνεται μόνο του χωρίς φροντίδα και ιδιαίτερη περιποίηση, στα βαρικά. Με την κατεργασία του ασχολούνται οικογενειακώς οι κάτοικοι των φτωχών χωριών τις μέρες και τις νύχτες, που αδειάζουν από τις άλλες αγροτικές δουλειές.
Κατά τις 15 Αυγούστου έχουν πέσει τα κίτρινα άνθια, έχει ωριμάσει το φυτό και δίνεται το σύνθημα της σπαρτοσυλλογής. Στης κοινότητος τους σπαρτότοπους την άδεια, της συλλογής την δίνει η δημογεροντία (η δωδεκάρα).
Οι Λεσιτσινοί και των άλλων χωριών οι κάτοικοι ονομάζονται ειρωνικά από τους άλλους σπαρτοβράκηδες και σπαρτορούτηδες, γιατί φορούν φορέματα από σπάρτο. Να τώρα πώς γίνεται η επεξεργασία τού σπάρτου από το σπαρτότοπο μέχρι τον αργαλειό.

Εκατοντάδες άντρες, γυναίκες και παιδιά με χαρούμενα τραγούδια σαν να παν σε πανηγύρι, πέρα από το δεκαπενταύγουστο, βγαίνουν από τα χωριά για να μαζέψουν σπάρτο.
Θερίζεται με το δρεπάνι και γίνεται χερόβολα, όπως τα στάρια και τα κριθάρια. Τα χερόβολα δένονται φυσικά με το ίδιο το σπάρτο. Μέρες κουβαλούν τα δεμάτια στο χωριό.
Τα δεμάτια αποσυντίθενται, πάλι, σε χερόβολα και τα χερόβολα τα ρίχνουν σε καζάνια με νερό, όπου βράζονται. Είναι η πρώτη δουλειά, πού- δεν παίρνει αναβολή. Βρασμένα μπορούν να μείνουν και για του χρόνου.
Τα βρασμένα χερόβολα τα κουβαλούν στο ποτάμι, στις νεροσυρμιές, όπου σε γούρνες, τα πατικώνουν μέσα στο κρύο νερό επί οκτώ μέρες. Και είναι αξιοσημείωτο το πνεύμα της ανοχής και της συνεργασίας των χωρικών, κάτω από το φόβο των γερόντων για τις δουλειές αυτές, που συχνά, έχουν κοινό χαρακτήρα.
Από το ποτάμι τα χερόβολα τα φέρνουν πάλι στο σπίτι, όπου οικογενειακώς ασχολούμενοι βγάζουν το φλοιό, ξεφλίζουν, βγάζουν τις ίνες και μένει η ψύχα για καύσιμη ύλη.
Οι ίνες μαζεύονται και δένονται σε χερόβολα, που λέγονται σκουλιά. Πάλι τα σκουλιά στα γαϊδουράκια από το γνώριμο δρόμο, στις ίδιες γούρνες, στις νεροσυρμιές, όπου μένουν πάλι οκτώ μέρες. Στις οκτώ μέρες βγάζουν τί σκουλιά και τα κοπανίζουν με ειδικούς κοπάνους να φύγει η πρασινάδα, τα ξεφαρμακώνουν.
Τα σκουλιά τα φέρνουν στο σπίτι τα συστρέφουν και τα κάνουν στρουπιά κι αφού τα κοπανίσουν πάλι με στρογγυλούς κοπάνους, τους στρουποκοπάνους τ’ αφήνουν πια για τον χειμώνα. Το σπάρτο αφού έπαθε ό,τι το αδερφάκι του το λινάρι, όλα του λιναριού τα πάθη, αφού πέρασε το στάδιο της επεξεργασίας στοιβαγμένο σε κάνιστρα ή σε σακιά, περιμένει τις χειμωνιάτικες νύχτες.
Κάποιες ώρες, όταν οι εποχιακές δουλειές έχουν τελειώσει, τα σκόρδα και τα κρεμμύδια έχουν γίνει αρμαθιές, το καλαμπόκι έχει διακοσμήσει, κρεμασμένο, το ταβάνι και έχει πλημμυρίσει με το χρυσάφι τις χωρικές κάμαρες, στις ανταύγειες της χειμωνιάτικης φωτιάς, όταν τρίζουν από τον άνεμο τα φτωχά κανάτια των παραθυριών, οι νοικοκυρές, οι κοπελιές θα θυμηθούν το αποθηκιασμένο σπάρτο.
Βγάζουν τα στρουπιά και τα λαναρίζουν στα λανάρια κι’ από κει γνέμα στη ρόκα. Το λανάρισμα, σαν χειρωνακτική εργασία, είναι, κάπως από τις βαριές δουλειές, γιατί είναι δουλειά του εσωτερικού κλειστού χώρου. Και ο κλειστός χώρος για τα ελεύθερα αυτά πουλιά των χωριών είναι τιμωρία.
Γι’ αυτό:

«το κέντημα είναι γλέντημα
η ρόκα το σεργιάνι
κι’ ο έρημος ο αργαλειός
είναι σκλαβιά μεγάλη».

Η κοπελιά παίρνει το κέντημα και τρέχει στη φίλη της και κει θα πουν για τους κοριτσίστικους καημούς τους. Η ρόκα, ελαφριά δουλειά, δίνει την ευκαιρία στις γυναίκες περασμένης ηλικίας και στις γριές να βγουν στις πόρτες και να ξομπλιάσουν κατά την πανάρχαια συνήθεια του φύλου τους για όλα τα ζητήματα.
Ο αργαλειός είναι το τελευταίο στάδιο επεξεργασίας των υφασμάτων και δείχνει τους καρπούς των κόπων της κοπέλας.
Χαίρεται η κόρη όσο βλέπει το ύφασμα να βγαίνει απ’ τον αργαλειό, να αυγαταίνει, να μακραίνει.
Ο αλησμόνητος Κρυστάλλης να πως τραγουδά το γλυκασμό του ονείρου της:

«Διασίδι καλοδιάσιδο γνεμένο στο νυχτέρι
διασίδι μ’ όντας σ’ έγνεθα τον συχνονειρευόμονν
διασίδι, όντας σ’ εδιάζομουν ήρθεν από τα ξένα,
διασίδι, όντας σ’ ετύλιγα, στην εκκλησία τον είδα,
διασίδι, όντας σ’ εκόλναγα μ’ ώστειλεν αρραβώνα.
Παίξε, αργαλειέ μου, βρόντησε’ πέτα χρυσή σαΐτα
τρίξτε, καϋμένα χτένια μου, βαστάτε τον ηχό μου
να βγουν τα υφάδια γλήγορα, να ράψω τα προικιά μου
γιατ’ ο καλός μου βιάζεται, βιάζεται να με πάρη».

Ο έρημος ο αργαλειός σε θέλει μέσα κλεισμένη, σαν το σκυλί δεμένο στην αλυσίδα, με την προσοχή εντεταμένη για να μη γίνουν λάθη. Η μέση κόβεται, οι αρμοί λύνονται, τα πόδια πιάνονται, το τραγούδι έχει σωθεί στα χείλη, η οπτασία του γαμπρού σβήνει γλυκά στο φοβερό κάματο…
Το φτωχό σπάρτο από τη ρόκα, νήμα πια, πέφτει στον αργαλειό κι από κει το ύφασμα λευκαίνεται στο ποτάμι. Από το ύφασμα αυτό γίνεται το διπλάρι, το ολόλευκο, που ο αναγνώστης είδε στην Δεροπολίτικη στολή. Γίνονται ακόμα άλλα ενδύματα, κιλίμια και σακιά.

Στο εξώφυλλο: Η φωτογραφία των μελών του συνεταιρισμού σπάρτου της Λεσινίτσας είναι από το προσωπικό αρχείο του Πέτρου Μπερέτη.

Γιώργος Μύτιλης