Στου Σωφράτικα τα δέντρα

Στου Σωφράτικα τα δέντρα

Νικόλαος Κ. Παπαδόπουλος

Από το βιβλίο ΔΡΟΠΟΛΙΤΙΚΑ

Δεύτερο μέρος

(Δροπολίτικο Χρονικό του 1934)

Σαν είδαν κι απόειδαν οι Δροπολίτες, που δεν έρχονταν καμιά είδηση από τη Γενεύη, από τους κριτές του κόσμου, και σαν πέρα­σε μια βδομάδα πάνου κάτου, που οι τουρκαρβανίτες δάσκαλοι ξαναγύρισαν στα ελληνικά χωριά, κι άρχισαν τα μαθήματα, όρισαν σύναξη μυστική στη Δερβιτσάνη. Στα τσιαΐρια, κοντά στο ντερβένι τού Κάστρου, μέρα Κυριακή απόγευμα. Την ίδια ώρα γένονταν χα­ρά στο χωριό. Κι ήτανε καλεσμένοι στη χαρά κι οι τζιαντάρηδες, που εκείνη τη χρονιά είχαν βάλει στη Δερβιτσάνη οι αρχές του Κά­στρου, από φόβο. Κι είχαν έρθει εκεί στα τσιαΐρια της Δερβιτσάνης, δίπλα ’πο το σερτό, μέσα σ’ ένα μεγάλο τράφο, αντιπρόσω­ποι απ’ όλα τα χωριά της Κάτω Δερόπολης. Αντιπρόσωποι από τη Γράψη ως τη Δερβιτσάνη, μ’ αρχηγό το Νίκο από τη Γορίτσα. Ήταν εκεί μαζωμένοι έμποροι, δάσκαλοι, μουχτάρηδες, αμερικάνοι, για να συζητήσουν τι θα γίνει με τα σκολειά. Μια που οι άρχοντες του κόσμου δεν πήραν ακόμα καμιά απόφαση για την τύχη τους και για τη διαμαρτυρία της Δερόπολης, και των άλλων επαρχιών της μαρτυρικής πατρίδας, έπρεπε να πάρουν αυτοί τη δική τους. Κι εί­χαν έρθει εκεί και φλογεροί δάσκαλοι, εκτός από τον αρχηγό τους, ο Μίχο Νάκος κι ο Πέτρος Μπάγκας από τη Γράψη, ο Γιάννη Ζώης κι ο Γιάννη Δήμος από το Τρεχάτι, ο Θοδωρή Τάσσης ’πο το Χάσκοβο, ο Ντώνη Κυριάκης κι ο Βασίλη Βάσσος από την Γλίνα και την Επισκοπή, ο Γιώργη Οικονομίδης κι ο Θωμά Λίλλης κι ο Μί­χο Μάνος από τη Δερβιτσάνη. Κι άλλοι πολλοί, πού χάθηκαν πια για την πατρίδα, άλλοι στα ξένα, κι άλλοι στα ανήλια μπουντρούμια της Λαϊκής μεταπολεμικής Αρβανιτιάς.

Μέσα στον τράφο του σερτού της Δερβιτσάνης, που μοσχομύριζε το χώμα του, γιατί εκεί – τι σύμπτωση – είχε διδάξει κι ο Άγιος Κοσμάς στην περιοδεία του, μαζωμένοι οι αντιπρόσωποι των χωριών της Κάτω Δερόπολης, άκουσαν τις γνώμες για την κατάσταση. Μέσα στη σύναξη βρίσκονταν σταλμένος επίτηδες, μυστι­κά, από το ελληνικό προξενείο του Κάστρου κι ο γραμματέας του, ο Γιώργη ΙΙαπαδόπουλος, από τη Δερβιτσάνη. Με το ψάθινο καπέλο του στο χέρι και το φιογκάκι δεμένο όμορφα στο λαιμό, παρακο­λουθούσε τις συζητήσεις, που γίνονταν εκεί μέσα στον τράφο. Μο­νάχα του Θεού το μάτι έβλεπε κι όχι ανθρώπινο, τι λέγονταν και τι γίνονταν τη στιγμή εκείνη. Ξαφνικά ακούστηκε από το στόμα του γραμματέα στο προξενείο η λέξη «Απεργία», με τρεμάμενη από παλμό και συγκίνηση φωνή. Πρώτος την υποστήριξε ο αρχηγός των αντιπροσωπειών, ο Νίκος από τη Γορίτσα τη γνώμη του γραμματέα. “Όλοι βρέθηκαν σύμφωνοι να αγωνιστούν και να κηρυχτεί σχολική απεργία.

Σ’ αυτό τον ιστορικό τράφο της Δερβιτσάνης πάρθηκ’ η από­φαση, γενναία και ιστορική απόφαση για τη Δερόπολη. Απεργία στην Αλβανία ποτέ δεν είχε γίνει ως τα χρόνια εκείνα. Η λέξη ήταν ανύπαρχτη στο φτωχό αλβανικό λεξιλόγιο. Μια τέτοια απεργία στο βασίλειο του Αχμέτ Ζώγκου και της κλίκας του ήτανε «έγκλημα καθοσιώσεως», και η τιμωρία για τους απεργούς παρα­δειγματική και βαρύτατη. Πρώτη φορά γίνονταν απεργία στην Αλβανία! Η Δερόπολη επήρε την ευθύνη, την ιστορική ευθύνη για την τύχη του Ελληνισμού εκεί ψηλά στον Ελληνικό Βορρά.

Την άλλη μέρα σύσκεψη γίνονταν σ’ όλα τα χωριά της Κάτω Δερόπολης για την απόφαση, που πάρθηκε στη Δερβιτσάνη. Κι όλοι, κι οι τολμηροί, κι οι δισταχτικοί απάντησαν, πως θα υποστηρίζουν την απεργία. Σε τρεις μέρες τα παιδιά στην Κάτω Δερόπολη δεν πάτησαν στ’ αλβανικό σχολειό, και το παράδειγμά τους μιμήθηκαν σε λίγο και στις άλλες επαρχίες, του Δέλβινου, των Αη Σαράντα, του Πωγωνίου, της Χειμάρας. Σε μια βδομάδα ό­λα τα ελληνικά σχολεία στην Αλβανία κήρυξαν απεργία, απεργία διάρκειας. Σαν αστραπή έπεσε στο κεφάλι του Γκοβέρνου η σχο­λική απεργία στη Δερόπολη και στις άλλες επαρχίες. Ποτέ δεν περίμενε ο Ζώγκου κι ή άβουλη Κυβέρνησή του μια τέτοια εξέγερση. Οι «καούρηδες» σήκωσαν κεφάλι και ζητούσαν το δίκιο τους, τα προνόμιά τους για τα σκολειά και τη γλώσσα. Κι ο κρα­τικός μηχανισμός άρχισε να κινείται σπασμωδικά, για να αντιμετωπίσει τον ξεσηκωμό, με φυλακίσεις, εξορίες και τρομοκρατία. Γιόμισαν οι φυλακές του Κάστρου Δεροπολίσιους, π’ όλη νύχτα τραγουδούσαν, σαν νάτανε σε πανηγύρι, γιόμισαν τα μπουντρούμια του Καλιά και της Πρεφεκτούρας νέους και γέρους, που τόχαν περηφάνια και χαρά να φυλακιστούν για τη Δερόπολη και τα σκολειά τους.

*

Κι ήταν η τελευταία Κυριακή του Τρύγου του 34. Πρωί – πρωί στα μπουντρούμια της φυλακής της πρεφεκτούρας του Κά­στρου μεγάλη κίνηση. Τσιαντάρηδες δεξιά κι αριστερά, αποστο­λές ετοιμάζονταν για πού, κανένας δεν ήξερε. Οι πρώτοι εξόριστοι διετάχθησαν να είναι έτοιμοι για το σιουργκιούνι στην Κεντρική Αλβανία, ο Νίκος κι ο Γιώργος. Γοριτσιώτης ο πρώτος, Δερβιτσιώτης ο δεύτερος. Ο Νίκος, που τον ήξεραν καλύτερα με το όνομα ο Νίκος ο Δάσκαλος, ήταν ένα παιδί ξεραγκιανό, αδύνατο, μαυριδερό σαν γύφτος, όλο ανησυχία για μάθηση κι έρευνα. Που τον έχανες, που τον εύρισκες το Νίκο να γυρίζει από χωριό σε χωριό για λαογραφικά στοιχεία, κι από μοναστήρι σε μοναστήρι για παλιά χειρόγραφα και θύμησες. Ομορφονιός ο άλλος, Γιώργος Οικονομίδης τ’ όνομά του, δασκαλοπαίδι από τη Δερβιτσάνη, περήφανος κι άφοβος, έπαιζε και καλό βιολί κι εζωγράφιζ’ όμορφα.

Σαν διατάχτηκαν να ετοιμαστούν για το μακρινό ταξίδι, κι άκουσαν με μεγάλη αδιαφορία την καταδίκη τους για σιουργκιούνι, συμφώνησαν να μη φύγουν από κει μέσα, αν δεν παρουσιαστούν στον πρεφέκτη, να του τα πουν ένα χεράκι. Κι υστέρα να πάρουν το δρόμο του Γολγοθά. Ήξεραν πως θα τους έβριζε και θα τους απειλούσε. Όμως τι ανάγκη τον είχαν, θα τον έβριζαν κι αυτοί, από σιουργκιούνι τι άλλο θα τους έκανε. Αυτό κι έγινε. Μπήκαν στο γραφείο του πρεφέκτη με συνοδεία τον κιαρκουκομαντάντη, το γκέγκα από το Ελμπασάνι, κι άρχισαν να του μιλούν αρβανίτικα. Κι αυτός τους αποκρίνεται ελληνικά και σε καθαρεύουσα μά­λιστα, πως η Κυβέρνηση τους θεωρεί επικίνδυνους για τον τόπο και πως είναι όργανα ξένης προπαγάνδας. Σ’ ερώτηση του Νίκου, ότι είναι φοιτητής στην Αθήνα κι έχει τώρα εξετάσεις, ο πρε­φέκτης με μάτια γουρλωμένα κι αρβανίτικο γινάτι τ’ απάντησε, πως αυτό δεν τον ενδιαφέρει και θα τιμωρηθεί μια κι ήταν δάσκα­λος. Όμως πήρε μια απάντηση, που για χρόνια τη θυμόντανε οι Δροπολίτες κι έπαιρναν θάρρος: «αυτό δεν έχει σημασία, κι ο Μουσσολίνι ήταν κάποτε δάσκαλος». Αυτό άναψε περισσότερο το θυμό του πρεφέκτη, κι έδωσε διαταγή στον κιαρκουκομαντάντη να τους βγάλει γλήγορα για το σιουργκιούνι.

Διάλεξαν επίτηδες την Κυριακή και την ώρα, πού το παζάρι ήτανε γιομάτο χριστιανούς, που γύριζαν από την εκκλησιά της Μητρόπολης, για να τρομοκρατηθεί όλος ο χριστιανικός πληθυ­σμός του Κάστρου. Κάτω, στο Βηρό, κοντά στα πλατάνια στάθηκαν για μια στιγμή οι τζιαντάρηδες. Σε λίγο πρόβαλαν στο νερβένι κι άλλοι εξόριστοι, φυλακισμένοι ως τώρα στο Λυμπόχοβο, ο Ντώνη Κυριάκης από τη Γλίνα, ο Βασίλης Βάσσος κι ο Χρ. Μάντης από την Επισκοπή. Τους έβαλαν όλους στη γραμμή για το άγνωστο. Και σε λίγες μέρες όλες οι πόλεις της Κεντρικής και Βό­ρειας Αλβανίας δέχτηκαν εξόριστους. Το Ελμπασάνι, η Λιούσνια, το Πεκίνο (όχι της Κίνας), η Καβάγια, η Κρούγια, το Αλέσσιο, η Σκόδρα, το Φίερι, κι άλλες πόλεις γιόμισαν από Δεροπολίσιους, Δελβινιώτες, Πωγωνίσιους, Χειμαριώτες εξόριστους. Έτσι πίστευε το Γκοβέρνο με την τρομοκρατία και την εξορία στο λύγισμα του δροπολίτη, πούχε αναλάβει όλο το βάρος του Αγώνα. Έτσι πί­στευε στη λύση της απεργίας.

*

Όμως πολύ γελάστηκαν τα Τίρανα. Όχι μονάχα δεν τρόμαξ’ η Δερόπολη, μα τόχε κι ιδιαίτερη περηφάνια και χαρά, για­τί σ’ αυτή έλαχε ο μέγας κλήρος να σώσει τον Ελληνισμό εκεί α­πάνω, ψηλά στη Βαλκανική, στην Ήπειρό μας. Σαν απέτυχε το πρώτο μέτρο, σαν δεν τρομοκρατήθηκ’ η Δερόπολη με τις εξορίες, νέο σχέδιο έβαλε σ’ ενέργεια το Γκουβέρνο. Γιόμισε δέκα μεγάλα καμιόνια με τους καλύτερους τζιαντάρηδες όλης της Αρβανιτιάς, πάνω από διακόσους, κι έστειλε το φορτίο στη Δερόπολη για τρο­μοκρατία. Κι έφτακαν στα χωριά οι τζιαντάρηδες, κι έκαμαν μά­ζωξη στα σκολειά και στ’ αμελικά, Οι μουχτάρηδες, η κεφαλή των χωριών, οι πρωτόγεροι κι οι άρχοντες πάησαν στη σύναξη χωρίς φόβο και τρομάρα, χωρίς να κιοτέψουν.

ΙΙοτές τα χωριά της Δερόπολης δεν είχαν δει τόσους τζιαντάρηδες. Αυτό δεν ήταν κοσιάδα, αυτό ήταν μιντζίρι, λέγανε αργό­τερα οι Δροπολίσιοι. Αψηλοί γκέγκηδες με ξανθά μαλλιά και γα­λανά μάτια, κοσοβάρηδες με παράξενη κορμοστασιά, μπερατηνοί και βλιονάρηδες, που ζητούσαν εκδίκηση, πρεμετηνοί και φρασελήδες, φλογιοκομμένοι λιάμπιδες, βλαστάρια απ’ όλα τα μέρη της πρωτόγονης Αρβανιτιάς, έκαμαν τσάρκι τα χωριά. Τα σο­κάκια βροντούσαν από τις περπατησιές τους και τα λιθάρια κουτουλούσαν στο διάβα τους. Και τα χωριά μονοστιγμής νεκρώνονται. Οι γυναίκες και τα παιδιά μαζεύονται γλήγορα μέσα, κλείνουν πορτοπαράθυρα, κι από τις χαραμάδες κοιτούσαν περίτρομα και με αληθινή αγωνία, τι θα κάνουν οι τζιαντάρηδες, που ήρθαν από την πρωτεύουσα της Αρβανιτιάς στη Δερόπολη.

Κι είχαν ακούσει πολλά από το στόμα της γιαγιάς για το χα­λασμό, πούχαν κάμει οι ίδιοι αυτοί τουρκαρβανίτες τον καιρό του 12. Σαν λιποταχτούσαν από τον τούρκικο στρατό, κι έπεφταν στα ελληνικά χωριά και τα κάμανε ρεμούλα. Και χίμησαν οι άπιστοι αλαλάζοντας με τις κάμες και τις πιστόλες. Έκαψαν τότες πολ­λά χωριά στο Δέλβινο και στους Άη Σαράντα, πλιατσικολόγη­σαν, όσα χωριά μπόρεσαν στη Δερόπολη, πήρανε κεφάλια παπάδων, έγδυσαν τις εκκλησιές, άρπαξαν τα δισκοπότηρα και τα πουλούσαν για πλιάτσικο.

Κι ήθελαν, σώνει και καλά να σκοτώνουν και τον Παπαθανάση από τη Γόριτσα, την ώρα που λειτουργούσε στον Αηλιά. Όμως σαν είδε δ Παπαθανάσης τους αντίχριστους νάρχωνται από τους Τεριαχάτες, έκλεισε την εκκλησιά κι αρέντεψε πίσω, να κρυ­φτεί στα δέντρα. Ανέβηκε τότες σ’ ένα αψηλό και φουντωτό πουρ­νάρι και χώθηκε στο φύλλωμά του. Οι αγαρηνοί έφτασαν σε λίγο. Κοίταξαν ολούθε, μέσα στ’ Άγιο Βήμα, σαν έσπασαν την πόρτα της εκκλησιάς, πέταξαν στο σιάδι τ’ άγια, κι εγκαραμόνευαν να βρουν τον παπά να τον σκοτώσουν. Τρέχοντας αλαφιασμένοι, για­τί τους ξέφυγ’ ο παπάς, πέρασαν κάτω ’πο το πουρνάρι πούταν κρυμμένος ο παπάς. Κι ο Θεός τους τύφλωσε, τους γκάβωσε στ’ αληθινά, και δεν έριξαν ψηλά τα μάτια τους να δουν τον παπά, πούταν κρυμμένος μέσα στο πουρνάρι, που από τότε τόλεγαν στο χωριό ως τις μέρες μας «το πράλι του παπά». Έτσι τους ήξερε τους τουρκαρβανίτες η Δερόπολη, άπιστα σκυλιά, μοβόρους, χριστιανομάχους, κλέφτες και τσανακογλείφτες. Και τώρα σαν τους έκαμαν οι ξεμπίνηδες Ιταλοί κι οι τρισκατάρατοι Αυστριακοί λεύ­τερο κράτος, δε μπορούσαν ν’ αστοχήσουν εύκολα την παλιά τους γκαντεμή, τη ρεμούλα και το κλέψιμο. Ο λύκος μονάχα το μαλ­λί αλλάζει.

*

Σ’ άλλα χρόνια και σ’ άλλους καιρούς, μπροστά ’πο το 34, μια τέτοια κίνηση και μάζωξη τζιαντάρηδων στα χωριά, κακό μήνυμα θάτανε για τον δόλιο τον τόπο μας. Έτσι έγινε στα 25. Μικρά παιδιά τότες, θυμούμαστε πούρθαν γκέγκηδες στα χωριά της Δερόπολης και μάζωξαν τα ντουφέκια, γκράδες και μαρτίνια και παλιοντούφεκα, όσα είχαν κρυμμένα για ώρα ανάγκης οι Δροπολίτες στις καλύβες και στα κατώγια, στις μπίμιτσες και στις αστριγιάχες. Κι έγινε τότες μεγάλο τζιαβαλιό, και το ντουμπίτσι έπεσε στα κεφάλια και στα κορμιά των δόλιων Δροπολιτών, για να φανερώσουν τα κρυμμένα από τον καιρό της Αυτονόμου ντου­φέκια. Όμως τώρα μια αόρατη, μια μυστική δύναμη, ένα αίσθημα χαράς και θάρρους και μια αναμούστρα κάτεχε την ψυχή του δεροπολίτη εκείνη τη χρονιά. Τη χρονιά του 34, πούταν όλη άνοιξη και καλοκαίρι, και τώδινε ανάκαρα να μη κιοτέψει, να μη αληκοτηθεί στον αγώνα και μη μείνει πίσω. Να μη κιοτέψει και τον κά­μουν οι Αρβανίτες, όπως ήθελαν. Και δεν κιότεψε.

Μάζωξη μέσα στα σκολειά και στ’ αμελικό. Αηξάρχης μήνας του 34. Χαρά Θεού όξω στη φύση. Πρασινισμένος πέρα για πέρα ο κάμπος της Δερόπολης. Ήρεμα τα γύρω βουνά του Κάστρου και της Λιουντζουργιάς. Λίγα σύννεφα, σαν τούφες στόλιζαν τον ουρανό, κι ο Δρίνος στο βάθος κατρακυλούσε τα γαλανά του νερά στην πέρα μεριά. Κι ένα παρακλάδι του, ο Ξηροπόταμος, κοντά στο ντερβένι, συνερίζονταν κι αυτός το Δρίνο στο κατέβασμα του νερού από τα ψηλά, από την Απάνω Δερόπολη. Καιρός της δου­λειάς, που άδειαζαν τα χωριά και ξώμεναν μονάχα οι γέροι κι οι γυναίκες και τα βυζασταρούδια. Όμως ένα αλλόκοτο αίσθημα μέ­σα στις ψυχές, χαρά και λύπη. Χαρά για τον ξεσηκωμό, γιατί αλη­θινός ξεσηκωμός ήτανε εκείνη η απεργία του 34, και λύπη για τις πολλές συλλήψεις και τις εξορίες. Για το μεγάλο σιουργκιούνι στ’ άξενα και πρωτόγονα μέρη της Τουρκαρβανιτιάς, και τον ερ­χομό στα όμορφα δροπολίτικα χωριά τόσων αντίχριστων.

Μέσα στα σκολειά και στ’ αμελικό μαζωμένοι εκείνη τη μέρα κάθονταν από τη μια μεριά οι πρωτόγεροι, κι από την άλλη τη μεριά οι τζιαντάρηδες της Αρβανιτιάς. Και τα δυό τα μέρη περίμεναν με λαχτάρα να δούνε τι θα γίνει. Σοβαροί κι ανήσυχοι οι τζιαντάρηδες, κοιτούσαν βλοσυρά ολόγυρά τους. Ήρεμοι κι ανυ­πόμονοι οι μουχταροδημογέροντες κι οι πρωτόγεροι αντίκρυ τους, με το βλέμμα αδιάφορο και το χέρι στη μέση, στρίβοντας κάπου – κάπου και τα μουστάκια τους. Δεν πέρασ’ ώρα πολλή, δευτερό­λεπτα, κι οι τζιαντάρηδες άλλαξαν με μιας. Τι παράξενα. Άφηκαν το άγριο και βλοσυρό τους βλέμμα, κι επήραν όψη ήρεμη και γαλήνια, που έκαμε τους πρωτόγερους να παραξενευτούν. Ως τα τώρα είχανε μάσει τόπι την καρδιά τους, και το ντουμπίτσι να φάνε και τα μπουντρούμια του Καλιά του Κάστρου να γεμίσουν, κι ότι άλλο τους έγραφ’ η μοίρα να πάθουν. Όμως τα σχολειά δε θα τ’ άνοιγαν.

Η στάση των τζιαντάρηδων τους παρέλυσε για μια στιγμή, κι άρχισαν ν’ αλληλοκοιτάζονται πονηρά. Τα μάτια τους άστραφταναν απ’ ανέλπιστη χαρά, και παιζογελούσαν σαν των μικρών παιδιών. Τα νεύματα συνατοί τους έκλειναν τηνανείπωτη ευτυχία.Και μεγάλα ερωτηματικά πρόβαλλαν μπροστά τους την κρίσιμη εκείνη ώρα. Κι αναρωτιόνταν ενδόμυχα, γιατί τάχα η μεταβολή των τζιαντάρηδων, πούρθαν από τόσο μακριά, από την πρωτεύουσα της Αρβανιτιάς, για να τρομάξουν τη Δερόπολη. Τάχατες είχε γίνει τίποτες μέσα στο ρωμαίϊκο με τον Κοντύλη, πούταν τη χρονιά εκείνη υπουργός των Στρατιωτικών – κι είχε πολεμήσει στην Αυτόνομο ο Κοντύλης-, τάχατες να τοιμάζουνταν για να μπουν στην Κακαβιά και στη Χειμάρα; Τέτοια μεγάλα ερωτηματικά πρόβαλλαν επιτακτικά στην πονεμένη καρδιά των μουχτάρηδων και των πρωτόγερων εκείνη τη στιγμή. Ποιος τάχατες θάδινε την απόκριση;

Στο εξώφυλλο: Ομάς διδασκάλων τῆς Δερβητσάνης ἒχουσα έν τῶ μέσω αὐτῆς τὀν τότε Γραμματέα τοῦ ἐν Ἀργυροκάστρου Ὑποπροξενείου τῆς Ἐλλάδος Γεώργιος Χαραλάμπους Παπαδόπουλον. Διακρίνονται ἐκ δεξιῶν πρός τα ἀριστερά: Θωμᾶς Χρήστου Λίλλης, Κωνσταντῖνος Γρηγορίου Μάσσιος, Βασίλειος Χαραλάμπους Παπαδόπουλος, φέρων στολήν τῆς Κερκυραϊκῆς Σχολῆς, Στέργιος Σπάσε, αλβανοδιδάσκαλος ἐκ Ντάρδας Κορυτσᾶς, Γεώργιος Φιλίππου Οἰκονομίδης και Μιχαήλ Χαραλάμπους Μάνος. -Φωτογραφία ἒτους 1932-.

Συνεχίζεται…

Γιώργος Μύτιλης