Στου Σωφράτικα τα δέντρα

Στου Σωφράτικα τα δέντρα

Νικόλαος Κ. Παπαδόπουλος

Από το βιβλίο ΔΡΟΠΟΛΙΤΙΚΑ

Τρίτο μέρος

(Δροπολίτικο Χρονικό του 1934)

*

0ι ελληνικές εφημερίδες είχαν μέρες πολλές, νάρθουν στην Αλβανία. Κι έρχονταν τα χρόνια εκείνα λεύτερα οι ελληνικές εφημερίδες στο Κάστρο, στην Κορυτσά, στα Τίρανα, στο Δυρρά­χιο, το Ελμπασάν, η Πρωία, το Ελεύθερον Βήμα, το Ελληνικόν Μέλλον, η Καθημερινή, ο Ανεξάρτητος, ο Ελληνισμός, ο Λαϊκός Άγων του Πολυχρονόπουλου, κι όλα τα εβδομαδιαία περιοδικά. Κι είχαν μεγάλη πέραση σ’ όλη την Αλβανία, όπου τούρκοι και ρωμιοί διάβαζαν ελληνικές εφημερίδες και περιοδικά, προ πάντων το Μπουκέτο, πού είχε στο Κάστρο μεγάλη κυκλοφορία, και δεν πρόφταινε το Πρακτορείο του Γιαβέρ Γκορίτσα να παραγγέλλει στα Γιάννινα ν’ αυξήσουν τον αριθμό.

Όμως σαν άρχισε ο Σχολικός Αγώνας, δεν ξεμύτισε ελλη­νική εφημερίδα στην Αλβανία. Είχε απαγορευτεί νάρχωνται ελληνικές εφημερίδες εκείνες τις μέρες. Γιατί έγραφαν άρθρα και ειδήσεις για τον Αγώνα, και δεν συνέφερε στους Αρβανίτες να μαθαίνουν στη Δερόπολη τι γίνεται στην Αθήνα, και τι λένε για την σχολική απεργία. Κι ήτανε αυτή η απαγόρεψη ευχάριστο νέο για τους πονεμένους Δροπολίτες. Έτσι πίστευαν, πως η φυσι­κή μάννα, η Ελλάδα δεν θα τους αφήκει μόνους και πικραμένους κι έρημους, απροστάτευτους και ορφανούς μέσα σ’ εκείνη τη μαύρη κό­λαση της Αρβανιτιάς.

Ούτε ντουμπίτσι έπεσε κι ούτε βία εξασκήθηκε. Με ήρεμο ύ­φος ο αρχηγός των τζιαντάρηδων, ο κομαντάντης, θέλησε να μάθει την αλήθεια. Γιατί τάχατες έκλεισαν τα σκολειά τους οι Δρο­πολίτες και δεν έχουν εμπιστοσύνη στο Γκοβέρνο τους. Πονηρός και δόλιος ο λόγος του. Στην αρχή παίνεσε το Γκοβέρνο τους, την κυβέρνηση του Αχμέτ Ζώγκου και της κλίκας του, για την ησυχία που έφερε στον τόπο. Για το σταμάτημα της κλεψιάς και την απο­νομή της δικαιοσύνης αδιάκριτα, σ’ έλληνες και αλβανούς, σε χριστιανούς και μουσουλμάνους. Κι ύστερα έφτασε και στο φλογερό ζήτημα, το σχολικό: «Το Γκοβέρνο μας», ανέφερε ο κομαντάντης, «θέλησε τώρα τελευταία να κάμει όλα τα σχολεία κρατικά, για να ιδεί πως θα λειτουργήσουν τα σχολεία, καλύτερα ή χειρότερα, κι ύστερα θα σας ξαναδώσει τα προνόμια». Και για να χτυπήσει ακόμα περισσότερο τους Δεροπολίτες στο φιλότιμο, τους θύμισε πως: η Δερόπολη είναι το πλέον μορφωμένο τμήμα του αλβανικού κρά­τους, και γι’ αυτό έχει υποχρέωση να είναι περισσότερο πειθαρχική στο Γκοβέρνο της».

Σαν τέλειωσε το λόγο του ο κομαντάντης, οι πρωτόγεροι θάρ­ρεψαν. Οι μουχτάρηδες τάπαν καθαρά και ξάστερα, παστρικά. Με σεμνό κι αποφασιστικό ύφος ετόνισαν τη μεγάλη απόφαση πούχαν πάρει τα χωριά της Δερόπολης και του Δέλβινου, της Χειμάρας και του ΙΙωγώνι να μη ανοίξουν τα σχολειά τους, αν δεν επιτρέψει η κυβέρνηση να μάθουν τα παιδιά τους και ελληνικά γράμ­ματα λεύτερα, όπως μάθαιναν τόσα χρόνια.

– «Ώστε είστε αγύριστοι», ρώτησε για δεύτερη φορά ο κο­μαντάντης.

– «Μάλιστα, τ’ αποκρίθηκαν με μια φωνή οι μουχτάρηδες κι οι πρωτόγεροι».

Κι οι τζιαντάρηδες, χωρίς να πειράξουν κανέναν, σηκώθηκαν κι έφυγαν άπραχτοι για να φέρουν το μήνυμα στα Τίρανα. Και τι μήνυμα! Η Δερόπολη σώνει και καλά, έχει πάρει την άπόφαση, την οριστική απόφαση, να μη ανοίξει τα σχολεία της, αν δεν διοριστούν κι έλληνες δάσκαλοι.

Κι εγύρισαν άπραχτοι στα Τίρανα.

Το Γκοβέρνο των Αρβανιτάδων, η διοίκηση των μπέηδων και των άγάδων, που διαδέχτηκε το τούρκικο στην Αλβανία, με κυριότερο πρόσωπο τον Υπουργό των Εσωτερικών Μουσά Γιούκα, αυτός ο άβουλος και φεουδαρχικός τυχοδιωκτικός οργανισμός, που ως τώρα δεν ήθελε ν’ ακούσει τη φωνή του δικαίου, και που την έπνιγε με μεσαιωνική αυθαιρεσία και τούρκικη νωχέλεια και πονηριά, άρχισε πια ν’ ανησυχεί. Ψύλλοι μπήκαν στ’ αυτιά του Γκουβέρνου. Και δεν βρέθηκε ένας λογικός μέσα στ’ άβουλο Κοι­νοβούλιο να συγκρατήσει τον κατήφορο, πούχε πάρει άσφαλτα και να διορθώσει τημεγάλη αδικία, που έκανε στον ευγενικό και πολιτι­σμένο λαό, το Δροπολίτικο. Και νάταν μονάχα αυτή ή αδικία;

Έτσι τότε απέτυχε και το δεύτερο σχέδιο των Τιράνων, η προσπάθεια του Γκουβέρνου να λύσει την απεργία με την τρομο­κρατία των τζιαντάρηδων, που ήρθαν από την πρωτεύουσα της Αρβανιτιάς. Κι ύστερα η Αλβανία απ’ ώρα σ’ ώρα γίνεται ο περίγελος του κόσμου όλου, όλης της Ευρώπης και της Αμερικής. Γιατί σε λίγο θ’ αρχίσουν να γράφουν για την απεργία οι εφημερίδες όλης της Ευρώπης και της Αμερικής, για, την παραβίαση των προνομίων, που είχε αναγνωρίσει η Αλβανία στη Γενεύη. Τι εξευτελισμός για την ανικανότητα του Γκοβέρνου του Αχμέτ Ζώγκου να λύσει την απεργία. Μια φούχτα έλληνες της μειονότητας, μέσα στην Αλβανία είναι αλύγιστοι. Δεν τους τρομάζει τίποτε και τόχουν πάρει απόφαση να μη υποκύψουν, αν δεν βρουν το δίκιο τους. Τώρα για πρώτη φορά τοΑρβανίτικο Γκοβέρνο αρχίζει να υπολογίζει αυτόν τον άγνωστο παράγοντα, που λέγεται Δρόπολη. Νέα σχέδια, νέα μέσα για να μπορέσουν να ημερέψουν τη Δερόπολη σχεδιάζουν οι άρχοντες της Αρβανιτιάς. Νέα μέτρα βάνουν σ’ ενέργεια, για να μπορέσουν να την ξεγελάσουν και να λύσει την απεργία, κολακείες κι υποσχέσεις. Όλ’ η αρβανίτικη κουτοπονη­ριά βάλθηκε τώρα σ’ ενέργεια. Τώρα θυμήθηκαν οι Αρβανίτες την αδερφοσύνη και την αγάπη, την ομόνοια και τη μπέσα. Ως τα χθες οι Δεροπολίτες ήτανε για τους άρχοντες των Τιράνων οι καούρηδες, οι «μπούκιδες», κι «η πλέον αμελητέα και περιφρονημένη ποσότης του αλβανικού κράτους», που είχαν μονάχα υποχρεώσεις και κανένα δικαίωμα. Όφειλαν σαν δούλοι να δουλεύουν τα χωράφια των αγάδων του Κάστρου και του Λυμπόχοβου.

Έτσι τον έβλεπαν οι αντίχριστοι το δεροπολίτη χρόνια πολ­λά, ως τη δοξασμένη χρονιά του 34, που ο δεροπολίτης ξεσκέπασε στον κόσμο όλο την αρβανίτικη ψευτιά και υπουλότητα. Και τώ­ρα η κυβέρνηση, σαν είδε πως με το πρώτο μέτρο, τις φυλακές και το σιουργκιούνι δεν πέτυχε στο σκοπό της, σαν είδε πως και με το δεύτερο μέτρο, την αποστολή των τζιαντάρηδων στα χωριά για τρομοκρατία, δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα, έβαλε σ’ ενέργεια το τρίτο μέσο. Αποφάσισε να στείλει τους βουλευτές του Κάστρου, τους βουλευτές της περιφέρειας στην Αλβανική Βουλή, στη Βου­λή των Αβούλων, χριστιανούς από τα μέρη του Κάστρου, τον Κάσσο και τον Καρέτσο, να δώκουν υποσχέσεις και να λύσουν την απερ­γία.

Κι ήρθαν οι βουλευτές του Κάστρου στη Δερόπολη και κάλεσαν σύναξη των πρωτόγερων και των μουχτάρηδων των χωριών στοά Σωφράτικα τα δέντρα.

Αηξάρχης μήνας του 34.

*

Τα Σωφράτικα, όπουτον Αηξάρχη τού 34 έγινε η μεγάλη σύναξη, είναι ένα κεφαλοχώρι της Κάτω Δερόπολης, σκαρφαλω­μένο στους πρόποδες του ήρεμου βουνού, ανοιγμένο ξάπλατα από τα Μπάκουλα, στο μέρος τού Τεριαχάταις, ως τον Αη Θανάση,, στο μέρος της Δούβιανης. Από το ντερβένι το χωριό φαντάζει σαν ένας αετός δικέφαλος, μ’ ανοιγμένες τις φτερούγες του στους Τερια­χάταις και τη Δούβιανη. Ψηλά από τις ράχες του χωρίου, άλλες πά­λι ράχες, κι ύστερ’ άλλες πιο πίσω, η μια ψηλότερη από την άλ­λη στα ζερβά, η άλλη πιο χαμηλή, ράχες με πλαγιές πράσινες, σταχτές, γαλάζιες, φαλακρές. Στην ψηλότερη κορφή, μέσ’ στα χαλάσματα εκκλησιών, χωμένα μέσα στις μιλικοκιές, τις άμυγδαλιές, τις γκλογκιές καί τ’ αγριοπούρναρα, ένα καταρράχι φαλα­κρό πέφτει μονοκόμματα στα βάραθρα. Δεξιά κι αριστερά, στο μέρος της Δούβιανης, δυό βαθιές ρεματιές του γέρικου βουνού ανοίγουν ένα μεγάλο διάβα για τ’ αγρίμια του βουνού, και μια μεγά­λη θεοσκότεινη σπηλιά, όπου το χειμώνα φωλιάζουν εκατοντάδες αγριοπερίστερα.

Παλιά αρχοντικά, από τα τούρκικα ακόμα χρόνια, σώζονταν στον απάνω μαχαλά και στην κάτω Ρούγα. Και τζιάκια μ’ όνομα, αζάδες στο τούρκικο, οι Τζέηδες κι οι Αναγνωστοπουλαίοι, δια­τηρούσαν το παλιό αρχοντιλίκι και νταηλίκι ως τα τότε. Όσο πήγαινε όμως αύξανε το χωριό τα χρόνια κείνα, με πολλούς αμερικάνους, πούχαν όρεξη να χτίσουν καινούργια σπίτια στο χωριό κι αργαστήρια στα σωπήκια και στους μπαξέδες, κοντά στο ντερ­βένι, στο μέρος της Δούβιανης. Κι έτσι το χωριό ξάπλωνε χαμηλά, στα πλάγια και στα λιβάδια. Κι έγινε σε λίγα χρόνια ένα αληθινό κέντρο μέσ’ στην καρδιά της Κάτω Δερόπολης.

Η θέση του χωρίου, μέσ’ στο δρόμο του Κάστρου, ευνοούσε την ανάπτυξή του. Γι’ αυτό και πολλά αργαστήρια στήθηκαν στη σειρά, του Κίτσιου Παπά από τη Γορίτσα, του Νώνη από τα Σωφράτικα, του Τσιώτση, του Τζια, του Νάστου, του Πάνου Γκούλιου, του Κώστα Γκούντα και του Γιαννάκη ο φούρος. Κι όλα δούλευαν μια χαρά. Όλα τα δολάρια πούρχονταν από την Αμερική, στην πιάτσα του Σωφράτικα ξοδεύονταν. Κι έρχονταν στα Σωφράτικα να ψουνίσουν απ’ όλα τα χωριά της Δερόπολης, από τη Γράψη ως τη Γοραντζή, γιατί εκεί εύρισκαν και του πουλιού το γάλα, που λέει ο λόγος.

Όμως τα Σωφράτικα ζήλεψαν κι άλλα χωριά και φιλοτιμήθηκαν να στήσουν αργαστήρια στις μεσαργιές τους, η Δούβιανη, η Γορίτσα, η Φραστανή, η Γράψη. Καφενέδες, κουντουράδικα, χασάπικα, μπακάλικα, μπαρμπέρικα, μαλιφατούρες, αργαστήρια, αποθήκες για τα γεννήματα γιόμισαν σε λίγο τα λιθάρια της Γορίτσας, κι οι μπαράγκες της Δούβιανης. Έτσι κόπηκε κάπως η πιά­τσα του Σωφρατικα. Αλλά σαν κέντρο, που ήτανε, και με το στα­θμό της τζιαντουρμαρίας, έμεινε για πολλά χρόνια ως τον καιρό των κόκκινων γυαπετών, αληθινή πιάτσα της Κάτω Δερόπολης.

Λίγο μακρύτερα ’πο το ντερβένι, είκοσι μέτρα πάνου κάτου, βρίσκονταν ο σερτός του Σωφράτικα, φαρδύς, μακρύς, με το ψη­λό του κουρκουλούκι, φαγωμένο άπω τις τριχιές και τους κουβά­δες. Κάθε απόγευμα κατέβαιναν οι σωφρατηκηνές γυναίκες και κοπέλλες, άλλες ζαλωμένες τις βαρέλες, κι άλλες φορτωμένες στα γομάρια για να κουβαλήσουν νερό στο σπίτι. Στο σερτό κάθε μια έδειχνε και τα κάλλη της και τα καινούργια της φουστάνια. Πρά­σινα, κίτρινα, κόκκινα, γαλάζια, τριανταφυλλένια με τις μονέτρες στο κεφάλι οι ανύπαντρες κοπέλλες, άσπρα φουστάνια σαν περιστέ­ρια οι νιόνυφες. Όλα τα χρώματα έδιναν κι έπαιρναν στο σερτό του Σωφράτικα, και φαίνονταν από μακριά ένα πανόραμα από ασπρομαντηλούσες και πολύχρωμες δεροπολίτισες, που πλουμίζανε το σερτό και τα σιαδαράκια. Δεν αργούσαν πολλές φορές στο γυ­ρισμό να ξεσηκώνουνε όλο το χωριό με τα τραγούδια τους και το χαρούμενο σκοπό τους οι λυγερές του Σωφράτικα, με τον άσπρο τους λαιμό και τα μεγάλα αμυγδαλωτά τους μάτια. Όλο γλύκες και καημούς, η Λία του Τζια, η Ρέτω του ΙΙύρπου, η Γόνω του Νώνη, η Λία του Γιαννάκη, η Λευτέρω του Τσιώτση, η Λόπη του Νάστου. Με τί λεβέντικα δροπολίτικα τραγούδια τους, τα τρα­γούδια της ατέλειωτης σκλαβιάς, μέρευαν παράξενα την προγονι­κή θλίψη της άτυχης Δερόπολης. Και τα λιθάρια ακόμα ραγίζον­ταν, σαν άρχιζαν το τραγούδι της μαύρης ξενιτιάς οι όμορφες του Σωφράτικα:

Μένα μάννα μου, μένα μαννούλα μου,
μικρή με πάντρεψε κι μ’ αρραβώνιασε,
μ’ έδωκε μακριά στον πέρα μαχαλά.
Βρήκα πεθερά σαν την τρανταφυλλιά,
βρήκα πεθερό σαν τον αυγερινό,
κι ανδραδέρφια δυό, να ζω να τα χαρώ.

Κι είχε ιστορία ο σερτός του Σωφράτικα. Κοντά σ’ αυτόν, στο σιαδαράκι απάνω, μαζώθηκαν στα 13 οι γυναίκες της Δερό­πολης να υποδεχτούν και να καρτερέσουν το Διάδοχο Γεώργιο. Κι έκανε τότες, το μήνα Μάη, την περιοδεία του στη Βόρειο Ήπειρο, για νι δώκει θάρρος στον τόπο. Ήτανε η χρονιά που οι άνομοι κριτές της γης ήθελαν να τον σκλαβώσουν και πάλι στον πιο βάρ­βαρο κι απολίτιστο λαό, τους τουρκαρβανίτες, τους χριστιανομάχους και φοβερούς εχθρούς του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής παράδοσης, που είχε βαθιές τις ρίζες σ’ όλη την Ήπειρο και την Αρβανιτιά. Και τι δεν έγινε τότε στο σερτό του Σωφρά­τικα, κοντά στα δέντρα, όπως τώλεγαν το βράδυ στα νυχτέρια οι γιαγιές κι οι μάλες. Όλες οι γυναίκες της Δερόπολης με τ’ άσπρα τους φουστάνια, λευκές σαν περιστέρες, και τα ντουφέκια στην πλάτη υποδέχονταν το Διάδοχο με τις φωνές «Ελευθερία ή θάνα­τος».

Κάτω ’πο το σερτό ένα μικρό σιαδαράκι, και στην πέρα με­ριά, από τον όχτο τού Ξηροποτάμου, άρχιζαν τα μούλκια των αζάδων του Σωφράτικα, των Αναγνωστοπουλαίων, των Νώνηδων, των Γκουλαίων και των Τζέηδων. Δέν ήταν αγαλίτικα τα χωράφια αυτά, γι’ αυτό και διέφεραν από τ’ άλλα. Καλοδουλεμένα, με όχτους βαθιούς σ’ όλες τις μεριές, μ’ οπωρικά σε πολλές γωνιές, και σ’ όλους τους γύρους, ψηλά θεόρατα δέντρα, ήμερες βαλανιδιές, μια αληθινή όαση μέσα στην ξεραΐλα του κάμπου της Δερόπολης. Κον­τά στου Ξηροπόταμου τις όχτες, πλατάνια γέρικα έδιναν ανάπαψη κι ανάσα στον αποσταμένο ζευγίτη και στον περαστικό.

Το καλοκαίρι με τη ζέστη, κάτω ’πο τα πλατάνια, τα σκιερά, ξεμεσημέριαζαν κοπάδια κατσίκια και πρόβατα, στάλιζαν νυστα­γμένα γελάδια, πού μηρυκάζουν την ευδαιμονία της ακινησίας, χωρίς να τα κυνηγάει ο ζάγκαλης. Κι οι γελαδαραίοι, που βόσκουν την κοπή στον κάμπο, ξαποσταίνουν στον ίσκιο των δέντρων, των ημεροδέντρων του Σωφράτικα. Πέρα ’πο τις όχτες του Ξηροπόταμου, μέσ’ στα πράσινα τα δέντρα, ξεπροβάλλει ένα καστρί, που υψώνει τη σιωπηλή σιλουέτα του ανάμεσα στα ψηλά αιωνόβια δέντρα. Σώζονταν ως τότες, μ’ όλο του το αρχιτεκτονικό σχέδιο και την πρώτη του μορφή. Ό κόσμος τόθελε για κάστρο της Ωριάς ή όπως τόλεγε, «το ΙΙαλιόκαστρο της Ωριάς». Το κάστρο της Ωριάς του Σωφράτικα γρήγορα πέρασε στον κόσμο του μύθου και του θρύλου. Γρήγορα τόζωσ’ η παράδοση και τόσφιξ’ ο μύθος. Κι ήταν το κάστρο αυτό καταφύγιο κι απανταχή της βυζαντινής αρχόντισσας Αργύρως, κι έγιν’ αργότερα τραγούδι, που το τρα­γουδούσαν σ’ όλη τη Δερόπολη ως τις μέρες μας:

Σε πολλά κάστρα που πήγα και σεργιάνησα
σαν της Ωριάς το κάστρο, δεν είδα,
κάστρο θεμελιωμένο, κάστρο ξακουστό,
δώδεκ’ οργυιές τ’ αψήλου κι εκατό πλατύ.
Τούρκοι το πολεμούσαν χρόνους δώδεκα
και Ρωμιοί το παραστέκουν δεκατέσσερις.
Βγήκ’ ένα τουρκάκι ρωμιογέννητο,
ρωμιογέννητο, ρημοκουνάρητο.

-Να το πάρω ’γιΰ το κάστρο πόσ’ η ρόγα του;
-Τετρακόσια η φορεσιά του, χίλια η ρόγα του
κι άλογο καλό, μπρε γενίτσαρε, γενιτσαρόπουλε.
Τρουήρου ήρου τόφερνε, τροήρου ήρου πάει.
-Άνοιξε πόρτα της Ωριάς, πόρτα της μαυρομάτας
πόρτα της μαυρομάτας της Αλωναριάς.
Όσο ν’ ανοίξ’ η πόρτα, χίλιοι έμπήκανε
κι όσο να καλοανοίξη το περιώρισαν,
το περιώρισαν, το μυριόρημο.
Κι η κόρη ’πο το φόβο και την τρόμαξη
ψηλά, ψηλά επήγε, χαμηλά ’πεσε,
σ’ αγούρου χέρια πέφτει, σ’ αγούρου αγκαλιά.
Άγουρος τη ρωτούσε και της έλεγε:

-παντρεμένη είσαι κόρη, έχεις και παιδιά;
-παντρεμένη είμ’ αφέντη, έχω και παιδιά.
-παντρεμένη δίχως άντρα, πούβρες τα παιδιά.

Κι ειν’ άγνωστο στον πολύ κόσμο το κάστρο του Σωφράτικα. Μονάχα στην Κάτω Δερόπολη τόξεραν σαν ένα παλιόκαστρο, σαν στοιχειωμένο λείψανο παλιάς εποχής, σαν ρημάδι τυλιγμένο μέ­σα στα δέντρα. Τα γύρω του χωριά, οι Τεριαχάταις, τα Σωφράτι­κα, η Γορίτσα, τα Φραστανολιούγκαρα, η Δούβιανη, το Χάσκοβο, η Βάνιστα κι η Γοραντζή τόξεραν για κάστρο ξακουστό και θεμελιωμένο, όπως τόθελαν και στα τραγούδια τους. Με τους θρύλους του Παλιόκαστρου τρέφονταν χρόνια και ζαμάνια οι δροπολίτικες γενιές, με της Ωριάς τους θρύλους. Και φάνταζε το κάστρο σα μια ζωντανή ύπαρξη, που κάτεχε όλη τη σκοτεινή ιστορία και την κρατούσε μυστική.

Κι η γιαγιά το χειμώνα, κοντά στο τζάκι, ανιστορούσε στα εγγονάκια τα περασμένα του τόπου. Αντίς για παραμύθι, ξανα­ζωντάνευε μια εποχή, που η Δερόπολη όλη, ο κάμπος και τα βου­νά της ήτανε καταπράσινα από δέντρα. Κι εκεί κοντά στου Σω­φράτικα τα δέντρα, ήτανε ο τόπος απέραντος από την πυκνή βλάστηση. Σ’ αυτά τα δέντρα κρύφτηκε κι η αρχόντισσα Αργύρω, για να γλυτώσει από τους οχτρούς της. Τ’ όνομά της ξακουσμένο σ’ όλα τα μέρη, σ’ όλα τα χωριά της Δερόπολης, από τη Σωτήρα και τηνΚοσσοβίτσα, ίσαμε την Κολοριτσή και του Δέλβινου τα μέρη. Κι ή­τανε η Αργύρω η Μονοβύζα, με δύναμη υπεράνθρωπη, σωστή α­μαζόνα, στο δρόμο, στην πάλη, στην καβαλαρία. Τ’ άλογά της σαν τη νε βλέπανε, χλιμίντριζαν από το φόβο τους. Κι αυτή τα δάμαζε, κρατώντας, σαν αληθινή αμαζόνα, σφικτά τα γκέμια στα δυνατά της χέρια.

Σαν της πήραν οι οχτροί της το Κάστρο, τ’ Αργυρόκαστρο, που τόχε χτίσει η ίδια η Αργύρω η Μονοβύζα, πρόλαβ’ η αρχόντισσα κι άρπαξε τους θησαυρούς της, χρυσαφικά, ασήμια, χαλκώ­ματα, γιορντάνια πολλά, τόσος πλούτος, κι άλογα καλά. Όλα της τα πλούτη τα φόρτωσε στ’ άλογα και τράβηξε για του Σωφράτικα το κάστρο. ΙΙάσχιζ’ η αρχόντω να κλειστεί μέσα σ’ αυτό το Παλιό­καστρο, πούταν χωμένο μέσα στα πολλά τα δέντρα, τα πλατάνια και τα ημερόδεντρα, και πουθενά δε φαίνονταν.

Εδώ σ’ αυτό το κάστρο κλείστηκ’ η Μονοβύζα με τα παλληκάρια της και τους αντρειωμένους της με τα δαμασκιά σπαθιά. Κι ήταν όλοι τους ένας κι ένας, διαλεχτοί παλληκαράδες. Τα γύρω χωριά, τα Σωφράτικα, οι Τεριαχάταις, η Γορίτσα, η Δούβιανη, μένανε πιστά στη θέληση της Αργύρως της Μονοβύζας. Κι όλα τα καλά τους, τη σοδειά και τα πρόβατά τους για την Αργύρω τα τάζανε, κι όλα τα χρειαζούμενα του κάστρου, τα χωριά τα δί­νανε. Οι γελάδες, που βόσκανε στη Λευκοκαρυά, το βουνό πούναι στην κορυφή του Τεριαχάταις και της Γορίτσας, ετοίμαζαν το γά­λα τους για την Αργύρω, πούτανε ταμπουρωμένη στο ΙΙαλιόκαστρο του Σωφράτικα, και κανένας δεν μπορούσε να τό πάρει. Ένα μεγά­λο υπόγειο, μπίμιτσα, μια σκοτεινή ρεματιά που αρχινάει στα Μπάκουλα του Τεριαχάταις, φτάνει ως το ΙΙαλιόκαστρο. Από τη μπί­μιτσα αυτή το γάλα τόχυναν, κι έφτανε τρεχούμενο ως το ΙΙαλιόκαστρο!

Οι οχτροί της Μονοβύζας σαν ζάπωσαν το Κάστρο, τ’ Αργυ­ρόκαστρο, και την κυνήγησαν για να την πιάσουν ζωντανή, απόκαμαν να την κυνηγούν και γύρισαν πίσω στο Κάστρο τους.

Η Αργύρω με τα παλληκάρια της έμεινε χρόνια πολλά κρυμμένη στο Κάστρο του Σωφράτικα, μέσα στην πλούσια και φανταχτερή βλάστηση. Όμως μια μέρα το Κάστρο, το ΙΙαλιόκαστρο προδόθηκε. Οι οχτροί καβάλα και πεζούρα κατέβηκαν ολούθε για να το ζαπώσουν το ΙΙαλιόκαστρο, και να πιάσουν ζωντανή την αρχόντισσα, μη ξέροντας πως το κάστρο ήτανε καλά ταμπουρωμένο. Πολεμίστρες και πύργοι σ’ όλες τις μεριές και παλληκαράδες απ’ όλα τα χωριά της Δερόπολης προστάτευαν την αρχόντισσα.

Σαν είδαν κι απόειδαν οι οχτροί, πως το κάστρο ήτανε ά­παρτο, σαν είδαν πως δεν έπεφτε το κάστρο, σκέφτηκαν να φύγουν και να μη βασανίζουν τα φουσάτα τους μπροστά στις ατράνταχτες πέτρες, μέσ’ στον κάμπο της Δερόπολης και στου Σωφράτικα τα δέντρα. Στην τρίχα και θάφευγαν, και θα γλύτωνε το κάστρο, αν δεν πρόδινε το μυστικό μια ξεμπινιασμένη από την Επισκοπή. Αυτή η μολυβοπαρμένη γυναίκα πρόδωκε το νερό, πούρχονταν μέ­σα στο κάστρο με κούγκια από την Τζέλιστα, παλιό σερτό, κον­τά στα σύνορα του Τεριαχάταις. Σαν έκοβαν το νερό οι οχτροί, θάπερναν με το δίχως άλλο το κάστρο. Κι η ΙΙισκοπιανή γυναίκα – ποιος ξέρει – πόσα φλωριά και κωσταντινάτα θα της έταξαν οι οχτροί, για να τους φανέρωση το κρυφό νερό!

Κι η προδότρα ΙΙισκοπιανή συμβούλεψε τους οχτρούς της Μονοβύζας, αν θέλουν να πάρουν το κάστρο να βρουν το νερό με τον τρόπο που θα τους ορμηνέψει. Να θρέψουν τ’ άτια τους κριθάρι και ρεβίθι, χωρίς να τους δώκουν μια στάλα νερό, κι ύστερις να τ’ αφήκουν λεύτερα μέσα στον κάμπο, ν’ αραντεύουν σαν λυσσασμένα για να βρουν νερό να ξεδιψάσουν.

Η ορμήνια της Πισκοπιανής έπιασε, κι οι οχτροί της έκα­μαν, όπως αυτή τους ορμήνεψε. Έθρεψαν καλά τ’ άτια τους κρι­θάρι και ρεβίθια και τ’ άφηκαν τρεις μέρες χωρίς νερό, κι ύστερις τ’ απόλυκαν αζάτι να τρέχουν αρέντα μέσα στης Δερόπολης τον κάμπο. Τ’ άτια αφινιασμένα τρέχουν, κι όλο τρέχουν στον κάμπο. Άξαφνα σταμάτησαν στη Τζέλιστα. Χλιμιντρούν και χτυπούν δυ­νατά το χώμα. Κι οι οχτροί, που παρακολουθούσαν με λαχτάρα τ’ αφινιασμένα άτια τους, κατάλαβαν το σκοπό τους. Εκεί κοντά θα βρίσκονταν το νερό του κάστρου. Με μιας άρπαξαν κασμάδες και φτυάρια κι άρχισαν να σκάφτουν το χώμα κοντά στη Τζέλι­στα, στο μέρος του Τεριαχάταις. Έσκαψαν κάμποσες οργυιές και βρήκαν νερό, πούρχονταν με κιούγκια μέσα στης Ωριάς το κάστρο, τόκοψαν και το κάστρο παραδόθηκε.

Όμως η αρχίνισα του κάστρου, η Αργύρω η Μονοβύζα, σώθηκε. Άρπαξε μια μεγάλη πλάκα στο χέρι και τρέχοντας μέσ’ στον πρασινισμένο κάμπο – κι ας την κυνηγούσαν χιλιάδες – την πέταξε στο μέρος της Γοραντζής, που ως τα τελευταία χρό­νια τη λέγανε «η κουρύτα της Αργύρως». Κι ύστερις ξαφανίστηκε, χωρίς να ξέρει κανένας, που χώθηκ’ η Αργύρω η Μονοβύζα. Εκατοντάδες χρόνια κύλησαν από τον καιρό της Αργύρως της Μονοβύζας, και το κάστρο της, στου Σωφράτικα τα δέντρα, στέκει εκεί, όπως ήτανε στον καιρό της αρχόντισσας του κάστρου, με καθημερινή συντροφιά τον ήλιο, που πυρπολεί τον αέρα, που χρυ­σώνει τους τοίχους και το χώμα, και φωτίζει τα πράσινα δέντρα. Κι ολονυχτίς τις κουκουβάγιες, τα νυχτοπούλια και τα τριζόνια που συντροφεύουν τη νυχτερινή σιγαλιά κι ερημιά.

Συνεχίζεται…

Γιώργος Μύτιλης