Στου Σωφράτικα τα δέντρα

Στου Σωφράτικα τα δέντρα

Νικόλαος Κ. Παπαδόπουλος

Από το βιβλίο ΔΡΟΠΟΛΙΤΙΚΑ

Τέταρτο μέρος

(Δροπολίτικο Χρονικό του 1934)

*

Στου Σωφράτικα τα δέντρα, κοντά στης Ωριάς το Παλιόκαστρο, καλέσαν σύναξη των Αηξάρχη μήνα του 34 οι βουλευ­τές του Κάστρου στην Αλβανική Βουλή. Οι χριστιανοί βουλευτές Κάσσος και Καρέτσος, σταλμένοι από το Γκοβέρνο του Αχμέτ Ζώγκου και της κλίκας του να ειρηνέψουν και να γαληνέψουν τον τόπο. Σαν έφτακαν στο Κάστρο από τα Τίρανα οι δυο βουλευ­τές, αντάμωσαν τον πρεφέκτη του Κάστρου στο Γραφείο του, τον Σιρή Λεσκοβίκου, και μίλησαν για την κατάσταση. Για τον ξεσηκωμό της Δερόπολης. Σαν τέλειωσαν την κουβέντα τους βρέθη­καν σύμφωνοι, να καλέσει ο πρεφέκτης τους μουχταροδημογέροντες των χωριών να παρουσιαστούν με το δίχως άλλο τη Δευτέρα το πρωί στο Γραφείο του, για σπουδαία δουλειά. Αυτό κι έγινε. Δευτέρα μέρα, πού γένονταν παζάρι στο Κάστρο κι έρχονταν απ’ όλες τις χώρες, τη Ζαγοριά, τη Λιούντζη, το Τεπελένι, το Κουρβελέσι, το Πωγώνι και το Δέλβινο ακόμα ν’ αγοράσουν και να πουλήσουν, οι μουχταροδημογέροντες της Δερόπολης βρέθηκαν στο γραφείο του πρεφέκτη. Ο πρεφέκτης του Κάστρου, ο Σιρή Λεσκοβίκου, ο πονηρός λεσκοβικιάρης, που ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του βρέθηκε τόσο άσκημα μπερδεμένος με τον γκραικομάνο δροπολίτη, στέκονταν στο Γραφείο του, στην πρεφεκτούρα, ταραγμένος κι ανήσυχος, κίτρινος και συλλογισμένος. Τα μάτια του κατακόκκινα από την πολλή αγρύπνια, οι καφέδες πηγαινο­έρχονταν ο ένας πίσω στον άλλο, και τα τσιγάρα «Ντάϊτι» γέμι­ζαν το γραφείο με πολλούς καπνούς και αναθυμιάσεις, που δον ήξερε κανένας, αν μπαίνει σε γραφείο ή σε καφενέ του Κάστρου.

Τι να συλλογίζονταν τάχατες τις ώρες εκείνες ο πρεφέκτης του Κάστρου, ο αντιπρόσωπος του αλβανικού Γκοβέρνου, δεν ήταν δύσκολο να το απεικάσουμε. Συλλογίζονταν ο Σιρή Λεσκοβίκου, ο μπέης με τα πολλά χτήματα στο Λεσκοβίκι, τη φωτιά που του άναψε αυτός ο καούρης, ο μισητός και περιφρονημένος δροπολίτης. Αυτός μεγάλωνε τις ώρες εκείνες τις κρίσιμες για τον πρε­φέκτη του Κάστρου τον πόνο του και το μίσος του στο δροπολίτη. Όμως ο Σιρή Λεσκοβίκου είναι αρβανίτης πονηρός. Και σαν γνή­σιος απόγονος του αρβανίτικου μιλέτι, βλέποντας πως δεν τόβγανε πέρα με το άγριο και τις φοβέρες, το γύρισε στην κολακεία. Άλλωστε και «το περιβάλλον» του Κάστρου «κολιάκικο» ήτανε τα χρόνια εκείνα, κι οι κολιάκηδες του Κάστρου φημίζονταν σ’ όλη την Αρβανιτιά. Με το κολιάκικο του Κάστρου σκέφτηκε τώ­ρα ο πρεφέκτης νι καλοπιάσει τους μουχτάρηδες των χωριών της Δερόπολης, πούρθαν τη Δευτέρα εκείνη στην πρεφεκτούρα του Κάστρου, καλεσμένοι από τον ίδιο τον πρεφέκτη, το Σιρή Λεσκοβίκου.

Άνοιξ’ η πόρτα του Γραφείου της Πρεφεκτούρας και πα­ρουσιάστηκαν στον πρεφέκτη οι μουχτάρηδες, από τη Δερβιτσάνη ως τη Γράψη. Κι ήταν όλοι τους ένας κι ένας, διαλεχτοί εκείνη τη χρονιά. Αψηλοί, σοβαροί, σκεφτικοί, γέροντες με σύνεση και γνώση, πούξεραν να μετρούν κάθε λέξη, πόβγαινε από το στόμα τους. Οι πιο πολλοί απ’ αυτούς είχαν ζήσει το τούρκικο, κι ήξε­ραν καλά τον Τούρκο και τον Αρβανίτη. Ό πρεφέκτης τους δέ­χτηκε στο Γραφείο του ευγενικά κι ήρεμα. Τους κοίταξε με τα πονηρά του μάτια, σα νάθελε να μαντέψει τι σκέφτονταν τη στι­γμή εκείνη οι εκλεκτοί του τόπου. Κι άξαφνα σηκώθηκε από τω κουλτούκι του, έβαλε τα χέρια στις τζέπες του πανταλονιού του και με φωνή παλλόμενη από ταραχή και κατάθλιψη, τους ζήτησε τη βοήθεια σ’ αυτή τη δύσκολη την ώρα.

Κι ύστερα τους φανέρωσε το μεγάλο μυστικό, την απόφαση του Γκουβέρνου να στείλει τους βουλευτές του Κάστρου στη Δερόπολη, για να ειρηνέψουν τον τόπο. Και ν’ ακούσουν τα λόγια τους με προσοχή, μια και δεν ήθελαν ως τώρα να υποκύψουν στον τζιαντουρμά. «Να βγάλετε το βράδυ τελάληδες στα χωριά», συνέχισε ο πρεφέκτης, «και να καλέσουν γι’ αύριο μάζωξη των γερόντων στου Σωφράτικα τα δέντρα». Τους αποχαιρέτισε κι έ­κλεισε την πόρτα του γραφείου, για να συνεχίσει μόνος του τους πικρούς συλλογισμούς του.

Το βράδυ της ίδιας μέρας, σαν γύρισαν στα χωριά τους οι μουχτάρηδες, αντηχούσαν οι δρόμοι από τους τελάληδες και τους μπεξήδες, που καλούσαν τους άντρες των χωριών σε μάζωξη για την άλλη μέρα το πρωί, στου Σωφράτικα τα δέντρα. Και το χινο­πωριάτικο εκείνο πρωινό ξεκίνησαν από τα χωριά της Δερόπο­λης, από τη Γράψη ως τη Δερβιτσάνη, για του Σωφράτικα τα δέντρα, παπάδες, δάσκαλοι, μουχτάρηδες, πρωτόγεροι, για ν’ ακούσουν τους βουλευτές τους στου Σωφράτικα τα δέντρα. Κι εί­χαν όλοι τους μια θέληση και μια όρεξη, να ιδούν τους βουλευ­τές τους και ν’ ακούσουν τις κουβέντες και τις ορμήνιες τους.

*

Πρώτοι – πρώτοι στο ντερβένι κατέβαιναν οι Γραψιώτες. Αρ­χηγός τους ο Κίτσο Αλής, με το μουστάκι του στριμμένο, τοβλέμμα του αγέρωχο, το ποτούρι του το τσόχινο καλοσιδερωμένο, όλο μπροστά τραβούσε. Κι ακολουθούσαν οι άλλοι γραψιώτες. Κι είχε καλούς άντρες η Γράψη, πρώτους στη δουλειά, στο τραγούδι και στ’ άρματα. Ο Σιώμο Μπακούλας, μουχτάρης της χρονιάς, γεμάτος ενθουσιασμό κι αποφασιστικότητα για το μελλούμενο, ο Νάσιο Σώκος, αψύς κι ορμητικός, με το σκούφο του στραβά βαλ­μένο στο κεφάλι, και με το παλτό του κρεμασμένο στον ένα μονά­χα ώμο, φαίνονταν σα να πήγαινε σε πανηγύρι, ο Γιώργη Λούτσης, σκεφτικός κι ήρεμος, ο Σιώμο Αλής, με τα μάτια ανοιχτά κι ά­γρυπνα. Πίσω τους ακολουθούσαν ο Γληγόρης Μπάγκας κι ο Κί­τσο Κλέμος, νέοι ενθουσιώδεις και γκραικομάνοι φοβεροί, οι δά­σκαλοι Πέτρο Μπάγκας – Παπαγεωργίου και ο Μίχο Νάκος, που τότε είχανε ξεσκολάσει από τη Βελλά, κι ήθελαν να δουλέψουν μ’ όρεξη στο χωριό τους. Και πίσω τους καμιά δεκαριά ακόμα χωριανοί αποτελούσαν την αποστολή της Γράψης στου Σωφράτικα τα δέντρα.

Στις μπαράγκες της Γορίτσας, κοντά στις Μεσαργιές, αντά­μωσαν με τους Γοριτσιώτες, πούχαν κατεβεί από το ψηλό χωριό τους, για να παν κι αυτοί στου Σωφράτικα τα δέντρα. Μικρό χω­ριό η Γόριτσα, το μικρότερο μέσ’ στα χωριά της Δερόπολης. Όμως ξακουστό για τους καλούς άντρες και τα καλά της παλληκάρια, που κράτησαν χρόνια τόσα εκεί απάνω, ψηλά την ιδέα της ρωμιοσύνης και της πατρίδας. Πολλά θα προσφέρει στη δό­λια πατρίδα, στην άτυχη Δερόπολη, η μικρή Γορίτσα, και στον σχολικό Αγώνα του 34, και δέκα χρόνια υστερότερα. Τότε που τα όρνια του βορρά θα ξεκινήσουν από τα κατσάβραχα της λεύτερης Ηπείρου, με τον σλάβο δάσκαλο αρχηγό, τον Κυργιάννη από τα Δολιανά, ένα δάσκαλο αποτυχημένο, πού πούλησε την ψυχή του στο σλάβο και στον αρβανίτη, να ξεσχίσουν με τα ματωμένα νύ­χια τους τις δροπολίτικες σάρκες και να ροφούν αχόρταγα δροπολίτικο αίμα. Για να σβήσει η ελληνική πνοή στη γκραικομάνα Δερόπολη. Και να χαθεί μια για πάντα για τη Ρωμιοσύνη. Η Δερβιτσάνη, η Γορίτσα κι η μαρτυρική Γλίνα ήταν στη Δερόπο­λη τα χρόνια εκείνα το ισχυρό τρίγωνο, πάνω στο όποιο έθραυε την ορμή της η αλβανική μανία και ο αλβανικός σωβινισμός. Ή­ταν το απόρθητο κάστρο της Ρωμιοσύνης.

Μπροστά στους Γοριτσιώτες αρχηγός, όπως πάντα στους εθνικούς αγώνες, ο Παπαθανάσης, αψηλός, μελαχρινός, με τη βι­βλική του γενειάδα και τα λαμπερά του μάτια, ένας ντελή παπάς, που σ’ όλη του τη ζωή, ως τη θανή του, για τη Δερόπολη τσιαλιστούσε. Κι ήταν ο μυστικός κατηχητής της εθνικής ιδέας εκείνα τα κρίσιμα και πονηρά χρόνια ο Παπαθανάσης από τη Γορί­τσα, χωρίς να σκιάζεται και να λογαριάζει τους τουρκαρβανίτες,- τους νέους Αγαρηνούς, όπως τους αποκαλούσε χαρακτηριστικά. Κοντά του ο ΙΙύλιο Βασίλης, μουχτάρης του χωριού εκείνη τη χρονιά, ένας κοντούλης, γιομάτος πίστη και αγάπη για την Ελ­λάδα και τη Δερόπολη. Καυχιόταν ακόμα ο ΙΙύλιο Βασίλης πως στα 14, τον καιρό της Αυτόνομου, είχε πολεμήσει με τον καπετάν Κώταρη στον τομέα της Κορυτσάς και του ΙΙρεμετιού, γι’ αυτό και στο χωριό τον ήξεραν όλοι με τ’ όνομα «ο Κώταρης». Κοντά τους ο Κίτσο Κέντρος, ο Κίτσο Παπάς, ο Σιώμο Λάγκας, ο Κώτσιο Πάσχος, κι ο ξάδερφός του Τσιώρης ΙΙάσχος. Κι είχε βγει κείνες τις μέρες ο Τσιώρης από τις φυλακές του Κάστρου, γιατί πίνοντας σε γλέντι στ’ αργαστήρι του Γιάννη Ζώη, στις μπαράγκες της Γορίτσας, σήκωσε πάνω στο κέφι «ντολή», εις υγείαν του τότε πρωθυπουργού της Ελλάδος ΙΙαναγή Τσαλδάρη. Και σαν να μη έφτανε μονάχα τούτο, υποχρέωσε τους τζιαντάρηδες, που κάθονταν στ’ αντικρινά τραπέζι, να πιουν κι’ εκείνοι εις υγείαν του πρωθυπουργού της Ελλάδος, του Παναγή. Κι ήρθαν ύστερις στα χέρια Γοριτσιώτες και τζιαντάρηδες, πούθελαν να πιάσουν και να δέσουν τον Τσιώρη. Τρεις μήνες φυλακή καταδι­κάστηκε στα μπουντρούμια του Καλιά ο Τσιώρη Πάσχος για των υγεία του Παναγή.

Σαν έσμιξαν στις μπαράγκες της Γορίτσας, Γραψιώτες καί Γοριτσιώτες, που τους τρώγονταν και το μουαμπέτι, τράβηξαν για του Σωφράτικα. Στου Σωφράτικα τα δέντρα βρήκαν μαζεμένους κι άλλους Δροπολίτες από τα γειτονικά χωριά, τεριαχατηνούς, το μουχτάρη Τσέφο Ζουμπούλη, καλό και γνωμικό άντρα, το Βαγ­γέλη Ρόγγο, άρχοντα του χωριού, συνετό και μετρημένο στα λό­για του. Το Βαγγέλη Μπότση, φλογερό πατριώτη και παλιό βασιλόφρονα, τον Κίτσο Ζώη, το Ράκη Σάλλιο, πούχε τ’ αργαστήρι της εκκλησίας τ’ Αηγιώργη, κοντά στο χαγιάτι, κι όπου μα­ζεύονταν οι νιοι κι οι γέροι και τα παλληκάρια του χωριού ν’ ακούσουν από το στόμα του Ράκη Σάλλιου τίποτα νέα από Μέσα, από το ρωμαίϊκο. Γιατί ο Γάκης σαν μπακάλης πούτανε, πήγαι­νε συχνά στο Κάστρο και κάτι άκουε από το Προξενείο. Κι ήταν ακόμα κοντά τους κι άλλοι τεριαχατηνοί, ο Μάνθιο Ζώης, ο Γιάν­νη Ζώης, ο Κόλη Πάνος.

Στην άλλη μεριά του δρόμου, οπού ήταν τα σωφρατικηνά αργαστήρια του Πάνου Γκούλιου, του Τσιώτση καί του Νάστου, περίμεναν οι σωφρατικηνοί Κώστα Γκούντας, Γιώργη Φώτος, Αναγνώστη Κίτσιος, Γιώργη Τζιας, κι ο Γιάννη Αναγνώστης, ο μουχτάρης της χρονιάς. Ένας ξερακιανός και φλογερός πατριώ­της, από το αρχοντικό των αζάδων του Σωφράτικα. Από τα λι­θάρια της Δούβιανης ροβολούσαν στου Σωφράτικα οι αντιπρόσω­ποι της Δούβιανης, με το μουχτάρη τους μπροστά, τον Κώτσιο Κύρο, τον πρόθυμο κι ακούραστο Κώτσιο. Το Γιάννη Αλέξη, τον ασίγαστο βενιζελικό Γιάννη, που διάβαζε πάντα επιδεικτικά στο Κάστρο, μπροστά στους αγάδες, το Ελεύθερον Βήμα, κι όλη την ημέρα στα μαγαζιά του χωριού για το Βενιζέλο σκίζονταν, τον Κώτσιο Κίκη μαζί μι τον πατέρα του, τον επίτροπο τ’ Αηβλάση, Βλάση Κίκη, το Νίκο Τσικώλα, φανατικό ρωμιό, το Μάνθιο Μπιρική, τον Βλάση Σκαπέτα, τον Γιάννη Μπίκουλη, το Μάνθιο Μποζώρη, τον Γιώργη Γκάτζαρο, πούχ’ έρθει εκείνη τή χρονιά από την Αμερική, κι άλλους πολλούς, που δεν τα κράτησε τα ονόματά τους η μνήμη. Ήρθαν σε λίγο κι από τ’ άλλα χωριά, Χασκοβινοί, Βανιστιώτες, Γοραντζηνοί και αναρίθμητοι Δερβιτσιώτες, οι πιο πολλοί, όλο πάνω κάτω το χωριό, ποο γιόμοσ’ ο τόπος εκεί κοντά στου Σωφράτικα τα δέντρα, πάνω από διακόσιους νομάτους.

Όλοι τους κοιτούσανε με ανοιχτά τα μάτια, πότε θάρθουν εκεί οι βουλευτές τους, και ποιοι θάναι κοντά τους. Θάναι κι ο πρεφέκτης, κι ο κιαρκουκομαντάντης ή μοναχοί τους θάναι. Πόσο θάθελαν να μη ήτανε κανένας άλλος κοντά τους. Όμως και κομμένοι, αν ήτανε με τους βουλευτές, δε θα σκιάζονταν να πουν λεύ­τερα τις γνώμες τους, και δε θα κιότευαν, όπως δεν είχαν κιοτέψει ως τη στιγμή εκείνη.

Σε λίγο, γύρω στις δέκα ή ώρα, συννέφιασε κι ένα ψιλόβροχο άρχισε να πέφτει. Τα φύλλα στα δέντρα έκαναν έναν παράξενο κρότο. Ποιος ξέρει τάχατες τι να προμηνούσε το ψιλόβροχο, με τον παράξενο κρότο πάνω στα φύλλα των δέντρων του Σωφράτικα, μπόρα, που θα ξεσπάσει σε λίγο ή ολόφωτο ήλιο, που θ’ ανατείλει για να φωτίσει πονεμένες ψυχές. Όλος ο πρασινισμένος τόπος, ύστερ’ από τα πρωτοβρόχια και τα χιονοπωριάτικα κιτρινολούλουδα, γύρω στα σιαδαράκια και στα τσιαΐρια είχε πάρει μια όμορφη και μελαγχολική όψη, που δεν ταίριαζε εκείνες τις ώρες για τω δροπολίτη, που η ψυχή του ήτανε χαρούμενη, σαν το ανοιξιάτικο πρωι­νό και το δροσόλουστο Απρίλη.

*

ΙΙέρασ’ έτσι κάμποση ώρα. Πουθενά όμως δε φαίνονταν η βιτουρέττα με τους εκλεκτούς του τόπου. Η αγωνία βαραίνει την ψυχή, κι η ώρα περνάει με δυσκολία. Πόσο βαριά η απαντοχή. Και τα ερωτηματικά προβάλλουν τώρα επιτακτικά «θάρθουν δε θάρθουν, μετάνοιωσαν, μας γέλασαν». Κάποιος πουσπούρισε «μπο­ρεί ν’ αληκοτήθηκαν στο δρόμο». Ξάφνου όμως φωνές ακούστηκαν από το μέρος του δρόμου του χάσκοβου και τις μπαράγκες της Δούβιανης. Κι ο κρότος της βιτουρέττας πόρχονταν το δίχως άλλο από το Κάστρο, έκαμε όλους, όσοι ήτανε μαζεμένοι να στρέψουν τα μάτια τους ίσια στο δρόμο της Δούβιανης.

Μια δυνατή φωνή του Κώτσιου Κύρου από τη Δούβιανη διέ­λυσε την αγωνία: «νάτοι, έρχονται». Κι έρθαν αλήθεια. Κι η βιτουρέττα πόρχονταν από το Κάστρο σταμάτησε σε λίγο μπροστά στ’ αργαστήρι του Κίτσιου Παπά. Δυο κύριοι καλοφορεμένοι και φρεσκοξυρισμένοι κατέβηκαν. Μεσόκοποι, με τη ρεπούμπλικα στραβά βαλμένη ο ένας, με μάτια μαύρα και σκληρά, που φανέρωναν άνθρωπο έξυπνο και λογικό, μελαχρινός ο άλλος, με κατεβασμένη την καπελλαδούρα ως τα μάτια, σα νάθελε να κρύψει κάποιο βαθύ στοχασμό κι ενδόμυχο συλλογισμό. Χριστιανοί είναι, μουρμού­ρισε ο Γάκη Σάλλιος από τους Τεριαχάταις, κι αν πούμε και καμιά κουβέντα περίσσια, δε μας μέλλει και πολύ.

Οι δυο κύριοι προχώρησαν ίσια στο ντερβένι, οπού την ώρα εκείνη ήτανε συναγμένο όλο το πλήθος, χαιρέτισαν ελληνικά στην προσφώνηση, που τους έκαμε σύντομα ο Πέτρο Μπάγκας, ο δάσκα­λος από τη Γράψη, έκαμαν τόκα με τους μουχτάρηδες και τους παπάδες, τους πρωτόγερους και τους δασκάλους. Κι ύστερα ξεκίνησαν για τα δέντρα, εκεί κοντά, στου Σωφράτικα τα δέντρα. Μπροστά οι υψηλοί ξένοι, οι βουλευτές του Κάστρου, του τόπου μας οι εκλεχτεί, που για πρώτη φορά έρχονταν στη Δερόπολη. Και πίσω τους, όλοι οι συναγμένοι Δροπολίτες, από τη Δερβιτσάνη ως τη Γράψη.

Και δεν απείχαν και πολύ από τα δέντρα, κάπου εξήντα μέ­τρα. Σαν έφτακαν στα δέντρα έκατσαν οι πλειότεροι στο σιάδι, στην πρασινάδα. Και σαν από θεού, το ψιλόβροχο πούπεφτε λίγο πριν, τώρα σταμάτησε, και τα σύννεφα που σκέπαζαν ως την ώρα εκεί­νητον ουρανό, διαλύθηκαν κι ο ουρανός γιόμισε από χρυσές ηλια­χτίδες. Όλα είναι ξεπλυμένα, καθαρά και λάμπουν στο φως, δέν­τρα, δρόμοι, ουρανός, χορτάρι, άνθρωποι. Ένας μεγάλος κύκλος σχηματίστηκε γύρω στους βουλευτές. Κι οι βουλευτές όρθιοι κοιτά­ζουν με περιέργεια τους Δροπολίτες, που περίμεναν με αγωνία ν’ ακούσουν τα λόγια τους.

Πρώτος πήρε το λόγο ο Κάσσος. Κι ήταν ο λόγος του διπλω­ματικός, λόγος γιομάτος αρβανίτικη πονηριά και κολακεία. Μ’ ωραία ελληνικά, πούχε μάθει στην Πόλη, στηΜεγάλη Σχολή του Γένους, ευχαρίστησε στην αρχή για την τιμή που του έκαμε ή Δερόπολη να στείλει τους αντιπροσώπους της στα δέντρα του Σωφρά­τικα, για χάρη των βουλευτών. Κι ύστερα μίλησε για την αγάπη του ’Αλβανικού Γκοβέρνου προς όλους τους κατοίκους της Αλβα­νίας, ανεξαρτήτως θρησκείας και γλώσσης. Τα λόγια του τάκουσαν οι Δροπολίτες με αδιαφορία κι απάθεια, γιατί χρόνια τώρα είχαν χορτάσει οι Δροπολίτες με αλβανικές υποσχέσεις.

Σα να κατάλαβε όμως κι ο ίδιος ο βουλευτής την αδιαφορία των συναγμένων για τα πονηρά του και κολακευτικά λόγια του, συνεχίζει με εντονότερο ύφος. «Η Κυβέρνησις ημών, οφείλετε κύ­ριοι να γνωρίζετε, τρέφει τα καλύτερα αισθήματα δια σας και την επαρχίαν ταύτην, διότι η επαρχία Δροπόλεως είναι η πλέον πολιτισμένη και μορφωμένη χώρα του Αλβανικού Κράτους, Εσχάτως όμως η επαρχία σας, η οποία, αντί να είναι τοπρότυπον πειθαρ­χίας και υπακοής εις τους νόμους του Κράτους, εξηγέρθη κατά της Κυβερνήσεως, διότι η Κυβέρνησις προέβη εις το κλείσιμον των μειονοτικών σχολείων καθ’ άπαν το Κράτος, και εκρατικοποιήσε ταύτα. Το μέτρον τούτο, κύριοι, είναι προσωρινόν, προέβη δε η Κυβέρνησις εις τούτο, απεφάσισε δηλαδή να κρατικοποιήσει όλα τα σχολεία της επικράτειας, όλα τα σχολεία των ξένων εν Αλβανία μειονοτήτων, των ελληνοφώνων της Νοτίου Αλβανίας και των καθολικών της Βορείου Αλβανίας, δια να ιδεί πως θα λειτουργήσουν καλύτερα τα σχολεία του κράτους, δια της νέας εκπαιδευτικής μεταρρυθμίσεως, την οποίαν εφήρμοσε από του παρελθόντος έτους, προς βελτίωσιν της παιδείας της στοιχειώδους εκπαιδεύσεως. Σεις εβιάσθητε, αγαπητοί μου, και προέβητε εις απεργίαν. Η λέξις απεργία είναι άγνωστος εις το αλβανικόν λεξιλόγιον. Η Δρόπολις κηρύξασα την απεργίαν την σχολικήν όχι μόνον δεν εσεβάσθη τους νόμους του αλβανικού κράτους, αλλά τουναντίον, καταργήσασα πάσαν ιδέαν εννόμου αρχής και εσωτερικής του κράτους α­σφαλείας, προέβη και εις άλλην παράνομον ενέργειαν, διαμαρτυρηθείσα εις τους ξένους περί δήθεν καταπιέσεων των σχολικών προνομίων. Δεν ενεργήσατε καλώς, Δροπολίται, διότι τας εσωτερικάς μας διαφοράς είμεθα εις θέσιν να λύσωμεν μόνοι μας, και ό­χι με την επέμβασιν των ξένων. Δια τούτο σκεφθήτε καλώς, και την ύστατην ταύτην στιγμήν, λύσατε την σχολικήν απεργίαν και να είσθε βέβαιοι, ότι η Κυβέρνησις ημών θα κρίνει μετά συνέσεως και αμεροληψίας το αίτημά σας».

Νεκρική σιγή είχε ξαπλωθεί σ’ όλο το μαζωμένο πλήθος, α­ναπνοή δεν ακούονταν τριγύρω, όσο μιλούσε ο βουλευτής, κι όλοι κρυφοκοιτάζονταν. Άλλοι πάλι ετοιμάζονταν ν’ απαντήσουν άφο­βα και θαρραλέα στα λόγια του βουλευτή του αλβανικού Γκουβέρνου, που χωρίς να το θέλει, έδειξε και την ελληνομάθειά του και τους πονηρούς σκοπούς του αφεντικού του. Αγανάχτηση και πεί­σμα προκάλεσε ο λόγος του Κάσσου στους μαζεμένους Δροπολίτες. Κι όλονε τα μάτια πετούσαν τη στιγμή εκείνη φλόγες και φω­τιές, κι ήσαν όλοι τους έτοιμοι να του απαντήσουν με μια φωνή, ότι αυτή τη χάρη δεν θα του την κάμουν ποτέ, κι ούτε θα αφήσουν ήσυχο το Γκουβέρνο του, και η απεργία θα εξακολούθησει για πάντα.

Ξάφνου πήρε το λόγο ν’ απαντήσει στα λόγια του βουλευτή έ­νας από τους αντιπροσώπους της Δούβιανης, ο Γιώργη Γκάτζαρος. Βγήκε στη μέση, προχώρησε ένα δυο βήματα κοντά στους βουλευ­τές και με το αθλητικό του παράστημα, τα αστραφτερά του μάτια και τη σταθερή του φωνή, που έκανε όλους τους μαζωμένους Δροπολίτες να πετάξουν ’πο τη χαρά τους, χωρίς να σκιαχτεί κανένα, έδωκε στους απεσταλμένους του αλβανικού Γκουβέρνου την απάν­τηση της Δερόπολης. Και τι απάντηση ήταν εκείνη! Μια απάντη­ση τολμηρή, παλληκαρήσια, λακωνική κι επιγραμματική, που α­κόμη και σήμερα, όσοι Δροπολίτες της γενιάς του 34 ζουν, και την άκουσαν εκεί στου Σωφράτικα τα δέντρα, ριγούν στη θύμησή της«σα δε μπορούσαμε εδώ στο κράτος μας να λύσουμε μόνοι μας τις διαφορές μας, τις εδώκαμε να τις λύσουν οι ξένοι και θα περιμένου­με τη λύση της», εννοώντας με αυτό την προσφυγή τις μειονότητας στην Κοινωνία των Εθνών.

Βαθιά αίστηση έκαμε σ’ όλο το συναγμένο πλήθος η απάντη­ση του εκπρόσωπου της Δούβιανης Γιώργη Γκάτζαρου, και πιώ πολύ στους βουλευτές, που δεν πίστευαν ποτέ να πάρουν τέτοια απάντηση στη Δερόπολη. Όλοι πετάχτηκαν ’πο τον τόπο τους. Οι βουλευτές ταράχτηκαν, κι οι Δροπολίτες κόντευαν νι πετάξουν στ’ αλήθεια ’πο τη χαρά τους. Ύστερα θάρρεψαν κι άλλοι, κι επήραν το λόγο, Δερβιτσιώτες, Γοραντζηνοί, Γραψιώτες. Όλοι τα ίδια επανέλαβαν και την ίδια στάση τήρησαν. Πρωτάκουστο τούτο για το σκλαβωμένο τόπο, για τη γκραικομάνα Δρόπολη, που χρόνια τόσα την έσκιαζ’ η φοβέρα και τηνκούρσευε ο μπέης του Κάστρου, κι ο αγάς του Λυμπόχοβου. ΙΙου τη βρήκε τη στιγμή εκείνη τη δύναμη και τηντόλμη ο δροπολίτης να βροντοφωνήσει εκεί κοντά στο Κάστρο της Αργύρως, στου Σωφράτικα τα δέντρα, τέτοια λόγια, που ήτανε σταθμός για την ιστορία του τόπου, ύστερ’ από το 14, από τον και­ρό της Αυτόνομου. Τότε ξεσηκώθηκε σαν ένας άνθρωπος να βρει το δίκιο του με τ’ άρματα στο χέρι, κι επολέμησε στ’ άγρια βουνά του Πρεμετιού, της Δεσνίτσας, της Κολώνιας και της Άριζας τα μέρη. Είκοσι χρόνια ακριβώς είχαν περάσει από τον καιρό της Αυτόνομου, και στον ίδιο τόπο, όπου αντήχησε το 14 η ιαχή «Ελευθεριά ή θάνατος», στον ίδιο τόπο, τον Αηξάρχη του 34 α­κούστηκαν άφοβα τα λόγια τούτα: «Η Δερόπολη δε θ’ ανοίξει τα σκολειά της, αν δε βρει το δίκιο της. Είναι αποφασισμένη αυτή τη φορά να μη υποκύψει και να μη σκιαχτεί, γιατί αρκετά έχει υποφέρει τόσα χρόνια από το κράτος της Αρβανιτιάς, για τη θρησκεία και τη γλώσσα της».

Οι χριστιανοί βουλευτές του Κάστρου στην Αλβανική Βουλή του 34, ο Καρέτσος κι ο Κάσσος, που δεν περίμεναν τέ­τοια απόκριση στη Δερόπολη, βουβάθηκαν. Απόμειναν κι οι δυό τους για μια στιγμή αποσβολωμένοι, αμίλητοι, σκεφτικοί. Δεν ή­ξεραν τι να κάμουν με την αγύριστη επιμονή των Δεροπολίσιων, που ήτανε στου Σωφράτικα τα δέντρα. Τζιοβόρια είχαν γίνει τα κεφάλια τους και δεν έπαιρναν χαμπάρι από λόγια. Ένα ήτανε το σύνθημά τους «ή τα σκολειά μας ή απεργία».

Ολοφάνερο τώρα το αδιέξοδο των βουλευτών. Μια λύση πρό­βαλε μπροστά τους επιτακτική. Να δώκουν κάμποσες υποσχέσεις, να πουν, όπως λένε στη Δερόπολη κάμποσες «μπόφκες», και να γυ­ρίσουν άπραχτοι στα Τίρανα. Αλλά και τι απόκριση να δώκουν στο βασιλιά τους και στο Γκοβέρνο; Κρίσιμη αλήθεια η θέση τους. Θάνταιναν με τα σωστά, κι οι οχτροί τους μέσα στην Τουρκαρβανιτιά, μέσα στη Βουλή του Αχμέτ Ζώγκου, θα γκαραμούνευαν να τους μπάσουν στο βασιλιά τους για γκραικομάνους. Κι από παι­δεμό δε θα γλυτώσουν, όσο και νάθελαν να μπαλώσουν την περί­σταση με μπόφκες. Αυτά θα διαλογίζονταν την ώρα εκείνη οι βου­λευτές του Κάστρου, Κάσσος καί Καρέτσος, εκεί στου Σωφράτικα τα δέντρα, όταν από το μέρος, που κάθονταν οι αντιπρόσωποι της Δερβιτσάνης, δυό τρία βήματα μακρίτερα ’πο τους βουλευτές, σηκώθηκε ένας δερβιτσιώτης, ο Νίκο Μπάκος. Δερβιτσιώτης μ’ όλα του, άφοβος, αγέρωχος, δερβιτσιώτικο τζιοβόρι, και φοβερά γκραικομάνος, όπως ήτανε οι Δερβιτσιώτες τα χρόνια εκείνα. Φαίνονταν ήσυχος και ήρεμος ο απλοϊκός αυτός ζευγίτης, με το ηλιοκαμμένο πρόσωπο από τη δουλειά στης Δερόπολης τον κάμπο.

Προχώρησε μπροστά στους βουλευτές ο Ν. Μπάκος από τη Δερβιτσάνη, θηλυκώθηκε, άπλωσε το δεξί του χέρι, έβγαλε το σκούφο του, μαύρο στρογγυλό καλπάκι από γκαντιφέ καφετί. Κι ύστερα με αγαθότητα κι ειλικρίνεια έδωκε την απάντησή του στους βουλευτές και στο συναγμένο πλήθος. Κι ήταν αλήθεια ο λόγος του μια απολογία της Δερόπολης για τα μύρια, που υπόφερνε χρόνια τόσα από τους αγάδες του Κάστρου, και του Λυμπόχοβου τους μπέ­ηδες, από τους αντίχριστους και τους αϊντούτηδες του Κουρβελεσιού, τους λιάμπιδες: «Δεν ξέρω ο μαύρος πολλά γράμματα», άρ­χισε να λέει ο Νίκο Μπάκος, «να σας κουβεντιάσω σαν η αφεντιά σας. Είμαι ένας ζευγίτης στης Δερόπολης τον κάμπο, άσπρισαν τα μαλλιά μου και ζάρωσ’ η μπάλα μου δουλεύοντας στ’ αγαλίτικα, για να μεγαλώσω τη φαμίλια μου με ντέρτια και πολλά σικλέτια. Οι αγάδες κάθονται στο Κάστρο με τις κυράδες τους, τρων και πίνουν και γλεντάνε, κι εμείς οι έρμοι δουλεύουμε γι’ αυτούς χρό­νια τόσα, τούρκικο, ιταλικό, αρβανίτικο τώρα. Όμως όλα τα χρό­νια είχαμε τις εκκλησιές μας και τα σκολειά μας λεύτερα. Λεύτε­ρα μάθαιναν γράμματα ελληνικά τα παιδιά μας, οι παππούδες μας, οι πατεράδες μας, εμείς οι ίδιοι στον καιρό μας. Κι ο τούρκος, τούρκος ήτανε, μα τα παιδιά μας πήγαιναν στο σκολειό και στον εκκλησιά λεύτερα, και μάθαιναν ελληνικά γράμματα. Τώρα πόγιν’ ο τόπος αρβανίτικος, γιατί έτσι τόθελαν οι μεγάλοι του κόσμου κρι­τές, αντί να πάμε καλύτερα, όπως λέει κι η αφεντιά σας, όλο και χειρότερα πάνουμε. Φόρους πληρώνουμε και χαΐρι δε γλέπουμε, ήσυχα καθόμαστε και δεν το καταλαβαίνετε. Κλέφτες ποτές δεν ήμασταν στη Δερόπολη, και κλέφτες θέλησε να μας βγάλει πέρσι ο κιαρκουκομαντάντης μας. Χρόνια είχαμε λεύτερα τα σκολειά μας και τις εκκλησιές μας, κι έρχεστε σήμερα και μας κλείνετε κι αυ­τά, τη μόνη ελπίδα κι απαντοχή μας. Μας κλείνετε τα σκολειά μας και θέλετε τα παιδιά μας να μάθουν μονάχα αρβανίτικα, να ξαστοχήσουν τη γλώσσα τη ρωμαίϊκη. Γιαζίκ’ πο το Θεό.

«Και δε συλλογιέστε ψίχα, αφέντες, πως θα γράψουμε στους ξενίτες στην Αμερική και στην Αυστραλία και στη Νότιο, που δεν ξέρουν λέξη αρβανίτικα. Κι έρχεστε ύστερις η αφεντιά σας και μας λέτε, πως το Γκοβέρνο μας τόκαμ’ αυτό για το καλό μας, για να γίνομ’ ένα κράτος πέρα γιέ πέρα, μια καινούρια Αρβανιτιά, και θα βρούμε κατόπι το δίκιο μας. Είναι όλο μπόφκες αυτά, που μας λέτε, κι από μπόφκες έχουμε χορτάσει ως τώρα. Πουθενά για την ώρα δεν έχομε βρει το δίκιο μας. Πήγαμε πέρσι τέτοιον καιρό να βαρέσουμε τελιόγραφο στο βασιλιά μας για τα σκολειά μας, και μας βάλατε φυλακή το μουχτάρη του χωριού μας, τον Κίτσιο Λίτσιο και τους δημογέροντες. Όχι, αφέντες, δε θ’ ανοί­ξουμε τα σκολειά μας, αν δε βάλουμε, όπως όλα τα χρόνια κι ελληνικούς δάσκαλους».

Τα απλά λόγια του δερβιτσιώτη Νίκου Μπάκου έκαμαν ιδι­αίτερη αίσθηση σ’ όλους τους συναγμένους στου Σωφράτικα τα δέντρα. Ένας απλός κι αγράμματος ζευγίτης, με το θάρρος της γνώμης του, έκαμε την απολογία της Δερόπολης καλύτερα από σπουδαγμένο σε μεγάλα σκολειά. Ένας ζευγίτης ζωγράφισε με το φτωχό του λεξιλόγιο την ενδόμυχη επιθυμία όλου του δροπολίτικου κόσμου, εκείνες τις πονηρές και κρίσιμες στιγμές, πού ο λαός αυτός τάπαιζε όλα για το δίκιο του.

Όλοι οι αντιπρόσωποι των χωριών έμειναν σύμφωνοι, καμιά υποχώρηση να μη γίνει, ώσπου νάρθει η απάντηση από τη Γε­νεύη. Κι ο Παπαθανάσης καθισμένος σταυροπόδι με τους αντιπρό­σωπους της Γορίτσας, κοντά στους βουλευτές, χάιδευε τα γένια του από χαρά κι ικανοποίηση. Κάποιος από τους χωριανούς του για μια στιγμή τον σκούντησε να πει κι αυτός τη γνώμη του.

— «Έλα, μωρέ Παπαθανάση, σαν ο Αλή πασάς στρίβεις το μουστάκι σου και χαϊδεύεις τα γένια σου, πες τους και συ τίποτες». Όμως ο Παπαθανάσης ήτανε ευχαριστημένος, μ’ όσα άκουγε ως τα τότες. Γύρισε το κεφάλι του και του πουσπούρισε στ’ αυτί: Τα λεν καλά, σαν ιδώ και τα χαλάσουν, θα πάρω το λόγο, στεκάτε τώρα να δούμε τι θα γίνει».

Νευρικά, ανήσυχα, σπασμωδικά κινιόνταν τώρα τα χέρια των βουλευτών του Κάστρου, και τα τσιγάρα τόνα πάνω στ’ άλλο άναβαν κι έσβηναν. Ούτε διπλωματικά λόγια είχανε πέραση κι ού­τε άλλες υποσχέσεις. Όμως κι οι ίδιοι έβλεπαν καθαρά το δίκιο του κατατρεγμένου λάου, του ευγενικού δροπολίτικου λαού, που χρόνια τόσα τον τυραννούσαν οι μπέηδες του Κάστρου κι οι αγάδες του Λυμπόχοβου. Σκέφτηκαν για μια στιγμή στοχαστικά την καλοσύνη, τις ωραίες παραδόσεις του τόπου αυτού, πού λέγεται Δερόπολη, άκουαν την ελληνοπρεπή του προφορά, την αρχαιοπρεπή ελληνική γλώσσα, την φρονιμάδα του και τη σύνεση. Και το αίμα νερό δε γίνεται. Όσο και νάθελαν οι βουλευτές του τόπου να εξυπηρετήσουν τ’ αφεντικά τους, το βασιλιά το Ζώγκου και την κλίκα του στο άβουλο αλβανικό κοινοβούλιο, το ελληνικό και χρι­στιανικό αίμα πότρεχε στις φλέβες τους, άναψε. Κοκκίνισαν τ’ αυτιά τους, τα μάτια τους, τα πρόσωπά τους και μια δύναμη αό­ρατη, άϋλη, τους καλούσε να λυπηθούνε την ώρα εκείνη τα πονεμένα τους αδέρφια. Να ξεχάσουν για μια στιγμή πως είναι αντιπρό­σωποι του αρβανίτικου Γκοβέρνου και του βασιλιά Αχμέτ Ζώγκου. Κι η πάλη άναψε μέσα τους. Μεγαλώνει από στιγμή σε στιγμή, από δευτερόλεπτο σε δευτερόλεπτο. Βαθύτατοι αναστεναγμοί ανά­δευαν τα σπλάχνα τους. Έλληνες κι οι ίδιοι στην ψυχή, στο φρό­νημα, στη γνώση – άσχετα με τις υποχρεώσεις που τους επέβαλε το κοινοβουλευτηλίκι μέσα στην Αλβανική Βουλή -, θυμήθη­καν την κρίσιμη αυτή στιγμή την ελληνική παιδεία, π’ απόχτησαν στα Γιάννινα στη Ζωσιμαία Σχολή, στην Κέρκυρα και στην Πόλη στη Μεγάλη τού Γένους Σχολή. Τα ελληνικά γράμματα, που έμαθαν μικροί σ’ αυτόν τον τόπο, που τόσο σκληρά κατατρέχονταν από τους άρχοντες της Νέας Αρβανιτιάς. Συγκινήθηκαν βα­θιά με τη στάση των απλοϊκών ανθρώπων του κάμπου της Δερόπολης, και το όραμα της τρισχιλιόχρονης ελληνικής ιστορίας, που πρόβαλλε νοερά μπροστά τους, τους επέβαλλε την τελευταία στιγμή να κάμουν κι αυτοί το χρέος τους.

Μ’ αυτές τις σκέψεις έριχναν ανήσυχα βλέμματα στο συναγμέ­νο πλήθος, σα νάθελαν να διαλέξουν πρόσωπα σεβαστά κι έμπιστα, γέροντες με νου και γνώση. Το μάτι τους το έξυπνο και πονηρό ξεχώρισε εφτά ως οχτώ νομάτους, και μαζί μ’ αυτούς και τον Παπαθανάση. Τους παρακάλεσαν να κάμουν μαζί ένα μικρό περίπατο μέσα στα δέντρα, να πουν ξέχωρα ’πο τους άλλους κάποιες κουβέν­τες. Σηκώθηκαν Κάι τράβηξαν για τα δέντρα. Κι έτσι ολομόναχοι οι δυό βουλευτές κι οι εφτά γέροντες της Δερόπολης με τον Παπαθανάση στην κορφή, μπορούσαν ήσυχα κάτω από τα πολύχρονα δέντρα του Σωφράτικα να πουν κουβέντες ιστορικές, που σήμε­ρα δύσκολα, όποιος τις διαβάζει σ’ αυτό το χρονικό, μπορεί να τις καταλάβει. Γιατί δεν έζησε σε αρβανίτικη σκλαβιά.

Στη φωτογραφία του εξωφύλλου ο Νίκος Μπάκος με τη γυναίκα του, φορεμένη με την παραδοσιακή δροπολίτικη ενδυμασία.).

Συνεχίζεται…

Γιώργος Μύτιλης