Στου Σωφράτικα τα δέντρα

Στου Σωφράτικα τα δέντρα

Νικόλαος Κ. Παπαδόπουλος

Από το βιβλίο ΔΡΟΠΟΛΙΤΙΚΑ

Πέμπτο μέρος

(Δροπολίτικο Χρονικό του 1934)

*

Κι η ιστορία επαναλαμβάνεται. Μια Ξενοφώντειος ιστορία, που μικρά παιδιά στο Σχολαρχείο, όταν διαβάζαμε για πρώτη φο­ρά την Ανάβαση του Ξενοφώντα, κι ακούαμε για πρώτη φορά τα νόημά της από το σεβαστό σχολάρχη μας, φαίνονταν για τα παι­δικά μας μυαλά παράξενη κι απίστευτη. Την ξαναθυμίζω στις σελίδες αυτού εδώ του Δροπολίτικου χρονικού, γιατί στα Σωφράτικα ξανάζησε το Νοέμβρη μήνα του 34 η ίδια ιστορία, απαράλλαχτη, όπως την ζωγραφίζει ο Ξενοφών στην Ανάβασή του.

Όταν ύστερα από το θάνατο του Κύρου, ο μέγας βασιλεύς, έστειλε στους αρχηγούς των Ελλήνων μισθοφόρων του Κύρου μαν­τατοφόρους, και μαζί μ’ αυτούς και τον έλληνα Φαλίνον, που τον είχε στην υπηρεσία του ο σατράπης Τισσαφέρνης, σαν διοργανωτή του περσικού στρατού, για να παραγγείλουν τούς έλληνες να πα­ραδώσουν τα όπλα στο βασιλιά τον Αρταξέρξη, άρχισε μεγάλη συζήτηση. Εκεί κοντά στο πεδίο της μάχης, όπου οι έλληνες την προη­γούμενη μέρα είχαν σαρώσει τους βαρβάρους. Ο Φαλίνος εκτελώντας διαταγή των Περσών, διέταξε τους έλληνες να παραδώσουν τα όπλα. Οι έλληνες, οι ένδοξοι νικητές της χθεσινής ημέρας, που κατατρόμαξαν τους πέρσες και τους κυνήγησαν, όσο μπορούσαν μέσ’ στην καρδιά της Περσίας, διατάσσονταν τώρα από τους νικη­μένους πέρσες να παραδώσουν τα όπλα. Γιατί στη μάχη εκεί κοντά, στο χωριό Κούναξα, σκοτώθηκε ο Κύρος.

Στη συζήτηση αυτή με τους αντιπροσώπους του Αρταξέρξη πήραν μέρος πολλοί από τους στρατηγούς των Ελλήνων, ο Κλεάνωρ ο Αρκάς, ο Πρόξενος ο Θηβαίος, ο Θεόπομπος ο Αθηναίος. Όλοι τους επέμεναν να μη παραδώσουν τα όπλα, γιατί πίστευαν πως κρατώντας τα όπλα, θα μπορούσαν να είναι παλληκάρια. Ο Φαλίνος παραξενεύονταν με την επιμονή των Ελλήνων και προσπα­θούσε να τους αφαιρέσει τα επιχειρήματα, ώσπου έφτασε ο αρχη­γός τους Κλέαρχος. Αυτός, σαν άκουσε τα λόγια του Φαλίνου για την παράδοση των οπλών, μ’ ένα λόγο γεμάτο πατριωτικό παλμό και σπαρτιατική πανουργία, συνεκίνησε βαθιά το Φαλίνο. Τα λό­για του Κλεάρχου: «εγώ σε, ω Φαλΐνε, άσμενος εόρακα, οίμαι δέ καί οί άλλοι πάντες’ σύ τε γάρ έλλην εί καί ήμεΐς τοσοΰτοι όντες, ούς συ όράς», προκάλεσαν ρίγος στον Φαλΐνο. Θυμήθηκε κι αυτός τότε την καταγωγή του, θυμήθηκε πως είναι κι αυτός έλληνας, θυμήθηκε την ιστορία του τόπου του, την Ελλάδα και τον πολιτι­σμό της. Θυμήθηκε την μακρινή πατρίδα και βυθίστηκε σε σκέψεις. Ξάφνου μια ισχυρή φωνή από τα βάθη της ψυχής του βγαλμένη τον προστάζει, τον καλεί να κάμει κι αυτός το χρέος του. Και χω­ρίς να το περιμένουν οι έλληνες, η απόκριση δόθηκε, «έγώ, εί μέν των μυρίων ελπίδων μία τις ύμΐν σωθήναι πολεμοϋντας βασιλεΐ, συμβουλεύω μή παραδιδόναι τά όπλα». – Αν στις άπειρες ελπίδες υπαρχή για σας μια να σωθείτε πολεμώντας το βασιλιά, τότε σας συμβουλεύω να μη παραδώσετε τα όπλα». Και οι μύριοι του Ξενοφώντος δεν τα παράδωσαν.

Δυόμιση χιλιάδες χρόνια κύλησαν από την εποχή εκείνη. Κι έγιναν στα χρόνια αυτά, που πέρασαν, αλλαγές στη γη. Όμως η ελληνι­κή ψυχή έμεινε μέσα στο πέρασμα των χρόνων η ίδια, αδιάφθορη, αγνή, στο πείσμα των εχθρών μας. Γιατί η ίδια σκηνή του Ξενοφώντα επαναλαμβάνεται, ύστερ’ από χιλιάδες χρόνια στου Σωφράτικα τα δέντρα, Νοέμβρη μήνα του 34.

*

Είχε ξεπουράνει ο καιρός, κι η βροχή, πούχε πέσει δυο ώρες γρηγορότερα κι είχε δροσίσει την καταπράσινη φύση, έκανε τους πρωτόγερους του τόπου να περπατούν αγάλια – αγάλια, κάτω από τα δέντρα, ίσια προς το ΙΙαλιόκαστρο, το κάστρο της Αργύρως. Τα φύλλα των γέρικων δέντρων έτριζαν μαλακά τη χινοπωριά­τικη τούτη ώρα, και λίγα τσάκινα και ξερόφυλλα πεσμένα σιάδι, σιουμάλιζαν στο διάβα τους. Σαν βρέθηκαν τώρα έτσι μονάχοι οι βουλευτές του Κάστρου κι οι πρωτόγεροι, μακριά από το συναγμέ­νο πλήθος, μπόρεσαν να κουβεντιάσουν άφοβα και γκαρδιακά. Κι ήθελαν οι βουλευτές ν’ ακούσουν τώρα την αλήθεια από τους πρωτό­γερους, να μάθουν, αν ο Δροπολίτικος κόσμος, που κήρυξε τέτοια απεργία πρωτάκουστη στην Αρβανιτιά του Αχμέτ Ζώγκου, στη­ρίζεται κάπου. Αν είχε ελπίδες να τον υποστηρίξει κάποια αόρατη δύναμη, που δεν ήταν άλλη από το Ρωμαίϊκο. Ή έτσι απερίσκεφτα ξεκίνησε για τον αγώνα αυτό. Όμως ποιος πρώτος ν’ ανοίξει το στόμα του; Σε λίγο ακούστηκε η φωνή του Καρέτσου: «θέλου­με ν’ ακούσουμε από το στόμα σας την αλήθεια, γι’ αυτό και σας καλέσαμε τώρα ξέχωρ’ από τους άλλους, μη σκιάζεστε, πέστε μας λεύτερα και άφοβα, αν στηρίζεστε κάπου, αν έχετε πλάτες γερές, γι’ αυτό που κάμετε, κι εμείς θα σας δώκουμε την καλύτερη ορμήνια».

Αυτά ’πε ο βουλευτής του Κάστρου και περίμενε την απάν­τηση. Κι η απάντηση δεν άργησε να δοθεί. Την έδωκ’ ο Παπαθανάσης, σύντομη, λακωνική: «Έχομε πλάτες και γερούς μάλιστα».

– Έχετε πλάτες», ξαναρώτησ’ ο βουλευτής με ανησυχία.

– Έχομε και παραέχομε, του απάντησαν όλοι με μια φωνή οι πρωτόγεροι.

Αυτή την απάντηση περίμεναν ν’ ακούσουν οι βουλευτές. Και ξάφνου αναθάρρεψαν. Κοίταζαν τριγύρω περίχαρα, έριξαν μια ματιά στο μέρος του Λυμπόχοβου, που χωμένο μέσ’ στο καταπράσινο χρώμα του, έμοιαζε κει πέρα σαν μια όαση στον άδεν­τρο κάμπο της Δερόπολης. Συλλογίστηκαν για μια στιγμή την ευθύνη τους απέναντι στην ιστορία του τόπου. Και συγκινημένοι από την πηγαία εκδήλωση του δροπολίτη, χωρίς δισταγμό, σαν ο ξενοφώντειος Φαλίνος, έδωκαν την απόκριση και τη συμβουλή τους.

Κι ήταν η απόκρισή τους ιστορική για τον τόπο, ίδια, απαράλλαχτη, σαν η απόκριση του Φαλίνου στους Μυρίους, που ρίγησαν τα κορμιά των γερόντων σαν την πρωτάκουσαν. Αγάλλιασαν τα γέρικα τα δέντρα στη ρεματιά του Ξηροποτάμου, εκεί που η νύχτα απλώνει από χιλιάδες χρόνια απέραντη σιγαλιά, κι όπου το ίσκιω­μα της Αργύρως περιφέρεται, σα να θέλει να προστατέψει το κά­στρο της.

-«Αν έχετε πλάτες, όπως λέτε, να το εξακολουθήσετε, όπως το αρχίσατε». Κι έφυγαν με ικανοποίηση.

Στου Σωφράτικα τα δέντρα,

Νοέμβρης μήνας του 34.

Στη φωτογραφία του εξωφύλλου: Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ενώσεως Δροπολιτών. Καθήμενοι: Α. Μπέττος, Αντιπρόεδρος, Σπ. Μέτσης, Πρόεδρος, Ν. Παπαδόπουλος Γενικός Γραμματέας. Όρθιοι: Π. Μάσσιος, Ταμίας, Β. Παντελής, Χ. Νιάκαρης και Β. Διαμάντης, Μέλη.

Τέλος

Γιώργος Μύτιλης