Στου Σωφράτικα τα δέντρα

Στου Σωφράτικα τα δέντρα

Νικόλαος Κ. Παπαδόπουλος

Από το βιβλίο ΔΡΟΠΟΛΙΤΙΚΑ

Πρώτο μέρος

(Δροπολίτικο Χρονικό του 1934)

Σβυσμένες όλες οι φωτιές οι πλύστρες μεσ’ στη χώρα.
……………………………………………………………..
Τραγούδι των ηρώων. Εμπρός τραγούδι των ηρώων.
Απάνου από τ’ απόσταχτα, άναψε, ω φλόγα, λάμψε.

Κ. Παλαμάς

Μια μεγάλη ανησυχία κράταε το δροπολίτη εκείνη τη χρο­νιά. Ποτέ στα χρονικά της σκλαβιάς του στους Αρβανίτες δεν τον κάτεχε τέτοια αγωνία και αγκούσα. Σωστή σαστιμάρα. Δεν είχε ανάκαρα για τίποτες. Ένας διαλογισμός μονάχα, ένα μεγάλο σι­κλέτι τον κρατούσε δεμένο, αποκαρωμένο. Τι θα γένη με τα σκο­λειά, τα ελληνικά σκολειά του τόπου, που οι Αρβανίτες τάκαμαν, όπως ήθελαν με το «αστού ντούα».

Έπαψαν εκείνη τη χρονιά όλους τους έλληνες δασκάλους. Κι έστειλαν στα ελληνικά χωριά της Δερόπολης, του Δέλβινου, των Αη Σαράντα και της Χειμάρας, δασκάλους Αρβανίτες, τούρκους και ρωμιούς, πούχαν ξεσκολάσει από το φανατικό φυτώριο της Νέας Τουρκαρβανιτιάς, το Νορμάλε του Ελβασάνι. Σ’ αυτό το Νορμάλε δίδασκαν οι πιο μολοχτοί καθηγητές τους – καθηγητές να τους έκανε ο Θεός, χωρίς δίπλωμα και πανεπιστήμιο, – οχτροί φοβεροί του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής παράδοσης, πούχε βαθιές τις ρίζες της, ως εκεί απάνου, μεσ’ στην καρδιά της Αρβανιτιάς.

Στο Ελμπασάνι, το Δυρράχιο, την Καβάγια, τη Λιούσνια, το Φίερι, το Βεράτι, κι ακόμα βορειότερα ως τη Σκόδρα και τη Ντίμπρα λειτουργούσαν ως το 1912 ελληνικά σχολεία. Μέσα σ’ αυτό το Νορμάλε είχαν διδαχτή οι σπουδαστές της Αρβανιτιάς μεγάλες ιδέες για την πατρίδα τους και το παρελθόν της. Κι εκεί μέσα έπλασαν όνειρα για μια μεγάλη Αλβανία, με απέραντη γραφική έκταση, στο Νότο ως την Άρτα και τον Αμβρακικό και στο βορρά ως την Κοσσόβα, τα Σκόπια, την ΙΙρισζρένη και το Μοναστήρι, και μακρύτερα ακόμη. Ένας χάρτης τυπωμένος στα Τίρανα, είχε κρεμαστεί σ’ όλα τα σχολεία της Αλβανία, με μαύρο χρώμα στις πλαστές τους εθνικές διεκδικήσεις, την Τσαμουριά και την Κοσσόβα. Κάτω από το χάρτη ένα τρίστιχο διαλαλούσε τα νοσηρά όνειρα της Νέας Αλβανίας:

έδε φλιάμουρ κουκιεζί
ντό τ’βαλιόγι περσερί
νε Κοσσόβ δε Τσιαμερί

Edhe flamurë kuq e zi,
Do të valojë përsëri,
Në Kosovë dhe Çamëri.

«Κι η κοκκινόμαυρη σημαία, θα κυματίσει προσεχώς, στην Κοσσό­βα και στην Τσιαμουριά». Μίσος για τους έλληνες και τους Γιουγ­κοσλάβους ήτανε το σύνθημα της Νέας Αρβανιτιάς, του βασιλιά Αχμέτ Ζώγκου και της κλίκας του.

Μ’ αυτές τις σωβινιστικές ιδέες ξεσκόλασαν τα δασκαλάκια της Αρβανιτιάς από το Νορμάλε του Ελμπασάνι και ξεχύθηκαν, σαν διωρίστηκαν από τα Τίρανα δάσκαλοι και κατηχητές, σαν σί­φουνας στα ελληνικά χωριά της Δερόπολης, του Δέλβινου, των Αη – Σαράντα. Σέλη αληθινή πλάκωσε στη Δερόπολη. Ένας ο σκοπός τους, μια η αποστολή τους, να σβήση με κάθε μέσο ηΕλλη­νική γλώσσα κι η ελληνική παράδοση. Οι έλληνες πούχαν μείνει σκλάβοι στην Αρβανιτιά, ώφειλαν να ξεχάσουν τη γλώσσα τους, να μιλούν μονάχα αρβανίτικα, να λατρεύουν το Θεό αρβανίτικα και να πιστεύουν μονάχα στον ψευτοβασιλιά τους τον Αχμέτ Ζώγκου. Έτσι πίστευαν οι Αρβανίτες, πως θα κάμουν ένα κράτος πλέρια πέρα για πέρα αρβανίτικο, χωρίς να σέβωνται αρχές κι υπογραφές και προνόμια και παραδόσεις, που οι ίδιοι δέκα χρόνια ενωρίτερα είχαν υπογράψει στην Κοινωνία των Εθνών.

Κι άρχισαν οι αντίχριστοι το έργο τους. Σαν έπαψαν τους έλ­ληνες δασκάλους, κι έστειλαν φανατικούς τουρκαρβανίτες από το Κουρβελέσι, τη Λιαμπουριά, την Κλεισούρα και τη Φράσερη, το Πρεμέτι και την Κολώνια, την Μαλακάστρα και το Πογραντέτσι – άγριους να διώξουν τα ήμερα, όπως έλεγαν οι Δροπολίτες, – α­παγόρευαν τα παιδιά να μιλούν στο διάλειμμα ελληνικά, να τραγου­δούν ελληνικά τραγούδια και να κάνουν το σταυρό τους. Ξύλο άγριο έπεφτε σ’ όποιο παιδί δεν τηρούσε τη διαταγή του αρβανίτη δάσκαλου και μιλούσ’ ελληνικά. Και σα να μη έφτανε τούτο μονάχα. Υποχρέωναν όλα τα παιδιά του σκολειού να χαιρετούν στο δρόμο, στο σπίτι, στην εκκλησία, ολούθε, με το χαιρετισμό του Ζώγκου, το χέρι στη μέση σταυρωτά, για να σχηματιστεί το γράμμα (Ζ), το αρχικό γράμμα του ψευτοβασιλιά τους. Γιόμοσαν εκείνα τα χρόνια τα ελληνικά χωριά κομμένους, Μεμέτηδες, Αλήδες, Μουχαρέμηδες, Ισμέτιδες, Σουλεμάνηδες, που μαζί με τη τζιανταρμαρία του Σωφράτικα και του Λυμπόχοβου και της Απάνω Χώρας του Γιουργουτσάτες και των Βρυσερών ζαμπάκωναν την ελληνική ψυχή, σα να τη χτυπούσαν με κοτρώνια και παπαζίνες. Τρο­μάρα πέρα για πέρα ξαπλώθηκε τότες σ’ όλη τη Δερόπολη.

Όμως σ’ αυτόν τον καιρό η Δερόπολη, έδειξε όλη της την αντοχή και την αξιάδα, έδειξε «το νταγιάντιό της». Άρχισε κρυ­φά μια συστηματική αντίδραση. Οι γονείς στο σπίτι συμβούλευαν τα παιδιά τους να μη δίνουν πίστη σ’ όσα τους μαθαίνουν στα σκολειά οι τουρκαρβανίτες δάσκαλοι. Να ξέρουν μονάχα την ελληνική τους καταγωγή, να πιστεύουν στο Θεό, κι όχι στον ψευτοβασιλιά, τον τούρκο Αχμέτ Ζώγκου. Να πηγαίνουν ταχτικά στην εκκλησία κι όχι «παραουσταράκ», και να ελπίζουν πως μια μέρα, αργά ή γλήγορα η φυσική τους μάννα, η Ελλάδα, δε θα τους αφήκει μόνους κι έρημους μεσ’ στη μαύρη τουρκαρβανιτιά.

Κοντά σ’ αυτά, για να σκάσουν τους Αρβανίτες, έδιναν στα παιδιά και στις κοπέλλες, στα βαφτίσια, αρχαία ελληνικά ονόματα, Λεωνίδας, Θεμιστοκλής, Νεοκλής, Περικλής, Σοφοκλής, Αχιλλεύς, Οδυσσεύς, Κλέαρχος, Νικίας, Αμύντας, Αλέξανδρος, Σω­κράτης, Αριστοτέλης, Αλκιβιάδης, και ονόματα που θύμιζαν τη δόξα των βαλκανικών πολέμων, Λευτέρης και Κωνσταντίνος. Ποτέ σ’ άλλη εποχή και σ’ άλλη φορά δεν είχαν ακουστεί στη Δερόπολη τόσα πολλά γυναικεία ονόματα, παρμένα από την Αρχαία Ιστορία και Μυθολογία, Πηνελόπη, Φιγαλεία, Αντιγόνη, Ισμήνη, Ηλέκτρα, Ιφιγένεια, Ανδρομάχη, Ανδρονίκη, Ερμιόνη, Ευλαμπία, Ελένη, και ονόματα των βασιλισσών της νεωτέρας Ελλάδος, Α­μαλία, Όλγα, Σοφία. Σ’ όλα σχεδόν τα χωριά μ’ αυτόν τον τρό­πον κοιτούσαν να κρατήσουν κείνα τα χρόνια αναμμένο το καντήλι της εθνικής ιδέας, της Ρωμιοσύνης.

Κρίσιμη αλήθεια χρονιά το 33. Τότες ο αλβανικός σωβινι­σμός είχε φτάσει στο κατακόρυφο. Όμως κι η εθνική αντίσταση στη Δερόπολη όλο και μεγάλωνε και δεν πήγαινε πίσω. Η Δερόπολη πρώτη στη γραμμή. Αυτή τη Δερόπολη περίμεναν με λα­χτάρα και τ’ άλλα τα χωριά, των Αη Σαράντα, της Χειμάρας και του Πωγώνι. Από τη Δερόπολη περίμεναν το φως, γι’ αυτό κι έλεγαν συχνά τις πονηρές εκείνες μέρες «να δούμε τι θα κάμει η Δερόπολη». Κι η Δερόπολη έκαμε το χρέος της. Πρώτη στον Αγώνα του 34.

Κι ήταν το 34. Μεσ’ στο σκοτάδι της μαύρης κι ανείπωτης σκλαβιάς στον αρβανίτη, πούχε πολύ αγριέψει κείνη τη χρονιά, μια μονάχα ήταν η ελπίδα κι η απαντοχή του δροπολίτη, ο Βασί­λης. Έτσι ήταν γνωστός σ’ όλη τη χώρα και σ’ όλη ακόμα την Αρβανιτιά ο Βασίλης Σαχίνης, τραπεζίτης στο Κάστρο, από πα­τέρα δουβιανίτη και μάννα δερβιτσιώτισσα. Είκοσι χρόνια και πα­ραπάνω ως τη μέρα, που μανιασμένοι τον σκότωσαν οι Αρβανίτες, κράτησε ψηλά ο Βασίλης το μπαϊράκι της ελπίδας και της παρηγοριάς της Ρωμιοσύνης, πούμεινε σκλάβα σ’ άνομα χέρια. Το γρα­φείο του στο Κάστρο ήταν στ’ αλήθεια εθνικό κέντρο, όπου παίρνονταν αποφάσεις και δίνονταν αναφορές. Κάθε Δευτέρα, που πή­γαινε στο Κάστρο ο δροπολίτης να ψωνίσει, ένοιωθε εθνική υποχρέωση να περάσει κι από το γραφείο του Βασίλη, όπου και κάποιο καλό χαμπέρι θ’ άκουγε για τον τόπο, τι γένονταν Μέσα και τι θα κάμουν τώρα, που οι Αρβανίτες ψηλά σήκωναν το κεφάλι και θέλουν ν’ αρβανιτίσουν τον τόπο.

Άφοβος ο Βασίλης, ήξερε καλά τον αρβανίτη, όπως δεν τον ήξερε άλλος. Με την εξυπνάδα του και τη σβελτοσύνη του, με το φαναριώτικο τερτίπι του, γιατί χρόνια πολλά είχε ζήσει στο Φανάρι, τον έπαιζε στα δάχτυλά του καλά τον αρβανίτη, που δε διέφερε τότε και πολύ από τον τούρκο. Ένα μονάχα φόβο είχε ο αρβανίτης, τον «Ντάϊκο», το Ρωμαίϊκο, γι’ αυτό κι ο Βασίλης διέδιδε συχνά, για να τρομάζει ο αρβανίτης, πως τα βουνά της Αρίνιστας και της Κακαβιάς γιόμωσαν τσιολιάδες, που είν’ έτοι­μοι να χυμήξουν μέσα στην Αρβανιτιά.

Αγκαρδιακός φίλος, στενός συνεργάτης του ο Μίχο Μάνος από τη Δερβιτσάνη, ήταν το δεξί του χέρι σ’ όλες τις εθνικές του ενέργειες. Αγαπημένος μ’ όλους τους Δροπολίτες, είχε μεγάλη, εκτίμηση σ’ όλη τη χώρα ο Μίχο Μάνος. Ζώντας στο Κάστρο, κοντά στο Βασίλη, είχε μάθει κι αυτός καλά το χαρακτήρα τ’ Αρβανίτη, κι έτσι κι οι δύο τους, κι ο Βασίλης κι ο Μίχος, μπο­ρούσαν να δίνουν τις καλύτερες ορμήνειες στο Δροπολίτη.

Ένα μήνυμα χαράς ξεχύθηκε σ’ όλη τή Δρόπολη το Μάη του 33. Άλλος Έλληνας πρόξενος έρθε στο Κάστρο, ο Αριστο­μένης Μηλιαρέσης, νέος, που το μάτι του έκοβε γρήγορα, κι έμ­παιναν τα λόγια βαθειά στην ψυχή του Δροπολίτη. Ένας αέρας, δροσερός άρχισε τώρα να φυσάει σ’ όλη τη χώρα, κι όλοι να ελπί­ζουν πως κάτι καλό θα γίνει. Και δεν άργησε αυτό να βγει αληθινό. Πρόξενος και Βασίλης γίνονται φίλοι και συνεργάτες. Κοι­νός ο σκοπός, να σωθεί ο τόπος και να αναγκασθούν οι Αρβανίτες, να επιτρέψουν λεύτερα τα ελληνικά σχολειά, όπως ήταν πάντα. Όλες τους οι ενέργειες σ’ αυτό απόβλεπαν. Μια καινούρια Φιλι­κή Εταιρεία γίνεται στ’ Αργυρόκαστρο, που την διευθύνουν ο Βασίλης κι ο πρόξενος Μηλιαρέσης. «Μαύρος» ήταν το όνομα της μυστικής αυτής Εταιρείας, για να θυμίζει τον πρόξενο Μηλιαρέση, πούταν πολύ μελαχροινός, κι οι Δροπολίτες «κατά το φιλάρεσκον πνεύμά των», δεν άργησαν να ονομάσουν αυτόν και την Εταιρεία «Ο Μαύρος». Μέλη της σε λίγο όλοι οι παυμένοι από τα Τίρανα δάσκαλοι.

Το Γενάρη μήνα του 34 με μεγάλη μυστικότητα ένα έγγρα­φο εκυκλοφόρησε από χωριό σε χωριό και υπογράφτηκε, χωρίς να πάρει είδηση ο τουρκαρβανίτης δάσκαλος του χωριού κι η τζιαντουρμαρία του Σωφράτικα και του Λυμπόχοβου, των Βρυσερών και του Λόγγου. Το μυστικό αυτό έγγραφο υπογράφτηκε από χιλιάδες Έλληνες, πούχαν μείνει σκλάβοι στην Αρβανιτιά. Κι ήταν το έγγραφο μια διαμαρτυρία για τη Γενεύη, για την Κοι­νωνία των Εθνών (Κ Τ Ε). Μ’ αυτό διαμαρτύρονταν ή ελληνική μειονότητα της Αλβανίας για την παραβίαση των σχολικών προνομίων από τα Τίρανα, για το κλείσιμο των ελληνικών σχολείων, για την απαγόρεψη των παιδιών να πηγαίνουν την Κυριακή στις εκκλησιές, με το πρόσχημα «του παραουσταράκ», δηλαδή προστρατιωτικές ασκήσεις. Αυτό γίνονταν κάθε Κυριακή στα Σωφράιικα, τη Δερβιτσάνη, το Γιωργουτσάτες, το Λόγγο, το Λυμπόχοβο. Οι μουχτάρηδες υπόγραψαν όλοι κι έβαλαν τη βούλλα του χωριού, χωρίς να κιοτέψουν. Χιλιάδες υπογραφές μαζώθηναν και το έγ­γραφο έφτασε στη Γενεύη.

Μάης μήνας του 34. Αλήθεια τί δόξα για τηΔερόπολη! Τι εθνική ανάταση! Και με πόση μεγάλη και απερίγραπτη χαρά περίμενε να δει τ’ αποτέλεσμα.

Όμως ο καιρός περνούσε, πάει το καλοκαίρι, κι ήρθ’ ο Σε­πτέμβρης, μήνας π’ ανοίγουν τα σκολειά, κι ακόμα καμιά είδηση. Οι τουρκαρβανίτες δάσκαλοι ξαναγύρισαν στα χωριά για να συνεχίσουν… το αναμορφωτικό τους έργο. Νέα αυτή πίκρα για τη Δερόπολη. Δεν ακούστηκε τάχατες η κλάψη της ‘πο τους μεγά­λους, τους κριτές του κόσμου; Τάχατες τόση αδικία βασίλευε στον κόσμο, ή μήπως οι Αρβανίτες έβαλαν πολλά μέσα να κερδίσουν τη Δίκη και να δείξουν, ότι το δίκιο ήταν με το μέρος τους, κι όχι με τον αδικούμενο;

Ένα μεγάλο τζιαβαλιό σηκώθηκε τότε σ’ όλα τα χωριά. Στην Κάτω Δερόπολη στην αρχή, κι ύστερα στην πέρα μεριά, στη Γλί­να, την Επισκοπή και στην Απάνω Δερόπολη, ως τη Σωτήρα και την Κοσοβίτσα. Οι άντρες, κι οι μεγάλοι του χωριού παρέες, πα­ρέες μαζεύονταν στο μεσοχώρι και στ’ αμελικό, στο χαγιάτι της εκκλησιάς και στα πράλια, τις μεγάλες πόρτες και στον ίσκιο της μιλικοκκιάς. Κι όλο συζητούσαν για την κατάσταση, για τα σκολειά και τα γράμματα. Δεν ήξεραν τι θα γίνουν μέσα σ’ εκείνο το πυκνό σκοτάδι της Αρβανιτιάς.

Κι οι γυναίκες της Δερόπολης δεν πήγαιναν πίσω. Κι αυ­τές σαν τους άντρες τους, όλο και κάτι πουσπούριζαν, στην εκκλησιά, στα σοκάκια, κάτω στον κάμπο, που πήγαιναν για σκάλισμα και βοτάνισμα, στα μποστάνια και στα βαρικά, και πάνω στο βου­νό, τη Λευτοκαρυά. Σ’ αυτή πήγαιναν να κόψουν με τα τσιαλοκόπια τους και τα βατοκόπια γκλογκιές, γράβους, γρανίνες, ντούσκα, ζελινιές, φράξους, πράλια και χωμασφάκια, ασφάκιες, πα­λιούρια και φτελιάδες. Και στις πόρτες, που μαζεύονταν τα βράδια και στανίκωναν ή κρατούσαν τις ρόκες με τις σιουμπάλες κι έγνε­θαν, για τα σκολειά μιλούσαν. Τέτοιο πείσμα είχαν οι πεσοκούφαρες με τους τουρκαρβανίτες, τους κομμένους, όπως τους έλεγαν, που δε μάζευαν ψίχα τη γλώσσα τους. Και δε σκιάζονταν μη φτάκει στ’ αυτιά τους ή των τζιαντάρηδων, ή των αρβανιτοδασκάλων καμμιά κουβέντα, κείνες τις πονηρές και μολοχτές μέρες. Τότες για το τίποτες, οι πόρτες του Καλιά στο Κάστρο ήτανε ανοιχτές και καρτερούσαν τους Δροπολίτες να γεμίσουν τα μπουντρούμια. Οι ντουφεκισμένες οι Δροπολίτισσες του 34, οι άφοβες γυναίκες, που κρατούσαν ψηλά την ιδέα της Ρωμιοσύνης, πόσο μίσος και πάθος είχανε για τους αρβανίτες! Ούτε να τους ακούσουν ήθελαν ούτε να τους δουν με τα μάτια τους. Τους είχαν για χρόνια πιστι­κούς και μπεξήδες στα πρόβατά τους και στα χωριά τους, δούλους στοιχειωμένους. Και τώρα να σηκώσουν κεφάλι και να θέλουν να τους μάθουν με το στανιό τη γλώσσα τους, την πιο φτωχή γλώσ­σα του κόσμου. Αυτό ήταν πρωτάκουστο.

Όμως κάτι είχανε μυριστεί οι αρχές του Κάστρου, κι εφρόντισαν στα Τίρανα νάρθει στο Κάστρο στρατιωτικός διοικητής, κιαρκουκομαντάτης, όπως τον έλεγαν αρβανίτικα, ένας φανατικός τουρκαρβανίτης από το Ελμπασάνι, ο Κιαζήμ Μποτινάκου, ένας γκέγκας αψηλός εδώ κι απάνου, ένας σωστός ντάνος, με μάτια γα­λανά και ξανθά μαλλιά.

Κι είχε τρομοκρατήσει τον τόπο ο κιαρκουκομαντάντης. Με την παραμικρή υποψία, στη φυλακή έστελνε τον κοσμάκη. Και το ντουμπίτσι έδινε κι έπαιρνε. Ήθελε σώνει και καλά να εκδικηθεί τους Δροπολίτες, γιατί αυτοί μονάχα κρατούσαν αναμμένη την λαμπάδα της Ρωμιοσύνης εκεί απάνου. Ήθελε να τους εκδικηθεί για τον λαμπρό τους ελληνικό πολιτισμό, που καμμιά χώρα δεν είχε ως τα τότες σ’ όλη την Αρβανιτιά, και σ’ όλη την ελεύθερη Ήπειρο. Ήθελε ο κομαντάντης να τους εκδικηθεί για τις ωραίες τους παραδόσεις και τα ελληνοχριστιανικά έθιμα, τη στιγμή που αυτοί δεν είχαν τίποτε να παρουσιάσουν, εχτός από κλεψιές, σκο­τωμούς, ρεμούλες και καταστροφές, πούχαν κάμει χρόνια τόσα σ’ όλη την Ήπειρο και την Ελλάδα ως τα χρόνια, πώφυγ’ η Τουρκιά. Ως τα σήμερα τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια, με τους τουρκαρβανίτες δίνουν και παίρνουν, τους λιάμπιδες και τους γκέγκιδες, τους τόσκιδες και τους κολωνιάτες. Αυτοί, πολλές ρεμούλες: έκαμαν στο Μωριά και στη Ρούμελη, στη Θεσσαλία και τη Μα­κεδονία, την Ήπειρο και τη λοιπή Ελλάδα, και πολέμησαν σκλη­ρά στο 21, για να μη φύγ’ η Τουρκιά. Σ’ αυτούς τους ρεμπέληδες πάσκισ’ η Ιταλία κι η Αυστρία να σκλαβώσει τον ευγενικό και πολιτισμένο λαό της Δερόπολης.

Σώνει και καλά ο κιαρκουρκομαντάντης ήθελε να βγάλει κλέφτες τους Δεροπολίσιους, όπως ήτανε κλέφτες οι τουρκαρβα­νίτες του. Κλέφτης ποτέ δε βγήκε στη Δερόπολη. Το Μάη του 33 Λιάμπιδες από το Κουρβελέσι κλέψανε στη Γορίτσα το μαγαζί του Ζάχου Τάου από τη Λιούγκαρη. Αυτό ο κιαρκουκομαντάντης το βρήκε ευκαιρία να εκδικηθεί αθώους και τίμιους Δροπολίτες. Απέδωσε την κλεψιά σε Δροπολίτες. Κι έφερε τζιελάτηδες από το Τεπελένι να δείρουν με την ψυχή τους Δροπολίτες. Μια ολάκαιρη εβδομάδα το ντουμπίτσι έδινε κι έπαιρνε στο κομάντο του Σωφράτικα. Πολύ τους παίδεψαν τους καημένους τους Δροπολίσιους εκείνο το Μάη. Οι αθώοι έτρωγαν ξύλο και μονολογού­σαν, «κλέφτης ποτές δε βγήκε στη Δερόπολη, άλλοι έχουν αυτό το προνόμιο», εννοώντας τους ομόφυλους του κομαντάντη, τους βρωμερούς λιάμπιδες.

Κι είχε τρομοκρατήσει τον τόπο όο γκέγκας από το Ελμπασάνι. Τα μπουντρούμια του Κάστρου είχαν γεμίσει Δροπολίτες για φόρους, για υποψίες, για λόγους πολιτικούς. Κι η κοσιάδα ταχτι­κά έβγαινε στα χωριά, στη Δερβιτσάνη, πούταν τα χρόνια εκείνα ο ακρίτας της Δερόπολης, και στη Δούβιανη, που τους είχε μπει στο μάτι των Αρβανιτάδων, σαν μια μικρή Αθήνα μέσα στην Αρ­βανιτιά. Έτσι πίστευε τό Γκοβέρνο στα Τίρανα, πως οι Έλληνες της μειονότητας, οι πικραμένοι βορειοηπειρώτες, θα μάργωναν από το φόβο τους και θα κιότευαν. Κι έτσι δε θα μπορούσαν να σηκώ­σουν το κεφάλι τους ενάντια στη μαύρη και σκληρή απόφαση, πούχε βγάλει τη χρονιά εκείνη, να κλείσει τα ελληνικά σκολειά και να εξαλβανίσει τη Δερόπολη.

Κι είχε ο κουμαντάντης ταίρι του στο διωγμό τον πρεφέκτη του Κάστρου, ένα λεσκοβικιάρη, πούξερε καλά τα έλληνικά. Για­τί ’χε ζήσει πολλά χρόνια κι είχε χτήματα στη Θεσσαλονίκη, ό­ταν ήταν ακόμη τούρκικη, το Σιρή Λεσκοβίκου. Ήταν ο Σιρής ένας κοντόχοντρος άνθρωπος, μελαχροινός, με πυκνά φρύδια και μάτια πρισμένα, γεμάτα σκοτεινές αστραπές κι αρβανίτικη πονηριά.

Πόσα σικλέτια και πόσες πίκρες δεν υπόφερε αυτός ο δροπολίτικος κόσμος από τους άρχοντες της Αρβανιτιάς! Όλο το βάχτι της Νέας Τουρκαρβανιτιάς στη Δερόπολη έπεφτε. Η Δερόπολη έπρεπε να προσκύνησει. Οι ντασκανάρηδες του Πρεμετιού, οι κατσι­κοκλέφτες της Λιαμπουργιάς και του Κουρβελέσι, οι μπενεβρέκηδες του Μπερατιού και της Μαλακάστρας, οι γουρουνοτσέρουχοι της Κολώνιας και οι μπεηλέρηδες της Κλεισούρας και του Νταγκλή, βάλανε τώρα τη στολή την αρβανίτικη, σαν πέταξαν την τούρκικη, του τούρκου ζαπιτιέ. Κι αρχίσανε τη δουλειά τους με το νέο τώρα όνομα τζιαντάρηδες. Ζητούσαν την εκδίκηση της Δερόπολης, της όμορφης χώρας, που οι τρισκατάρατοι ιταλοί κι οι βαμμένοι αυστριακοί σκλάβωσαν στους τουρκαρβανίτες.

Κι ήταν παλιό το πάθος της Αρβανιτιάς για τη Δερόπολη. Δεν είχαν περάσει πολλά χρόνια από τη μαύρη χρονιά, που ο Ελ­ληνικός Στρατός αναγκάστηκε να φύγει από τη δόλια πατρίδα μας, και τα τουρκόπουλλα του Κάστρου και της Αρβανιτιάς έδει­ξαν τις άγριές τους επιθυμίες. Και το μίσος για τη Δερόπολη. Με τα αυτοσχέδια τραγούδια τους έδειξαν οι τουρκαρβανίτες του Κά­στρου και της Λιαμπουργιάς και του Κουρβελέσι τα σχέδιά τους. Κι αποκάλυψαν διάπλατα το σκοπό τους, ρεμούλα στη Δερόπολη την πολυδοξασμένη:

Μωρ’ Δερόπολη με βούλ τ’ έρδι βάχτι περ ρεμούλ.
«Ξακουσμένη Δερόπολη, σούρθ’ ο καιρός για ρεμούλα».

Όμως η Δερόπολη δε λύγιζ’ εύκολα. Δεν έπεφτε στα νύχια του λιάμπη και του αρβανίτη. Με τους δασκάλους της, τους παπάδες, τους μορ­φωμένους νέους, πούχαν ξεσκολάσει από την Κέρκυρα και τα Γιάν­νινα, τους επιστήμονές της, γιατρούς και δικηγόρους, τους έμπο­ρους και βιομηχάνους της, τους πλούσιους αμερικάνους, ήτανε το πιο μορφωμένο κομμάτι μέσα σ’ όλη την Αρβανιτιά. Και κρατού­σε υψηλά την ιδέα της ρωμιοσύνης, και δεν σκιάζονταν τον τουρκαρβανίτη. Ήτανε καμάρι όχι μονάχα στη Βόρειο Ήπειρο, αλλά και σ’ όλη την άλλη Ήπειρο, καμάρι αληθινό της Φυλής εκεί υ­ψηλά στον Ελληνικό Βορρά. Ήτανε το προχωρημένο φυλάκιο του Ελληνισμού στη Βαλκανική.

(Στη φωτογραφία στο εξώφυλλο, δανεισμένη από το προσωπικό αρχείο των αδελφών Μάνου: Βασίλειος Σαχίνης – καθιστός δεξιά και Μιχάλης Μάνος – όρθιος δεξιά).

Συνεχίζεται…

Γιώργος Μύτιλης