Στο Τεριαχάτι τη γιορτή τ’ Αϊγιώργη

Στο Τεριαχάτι τη γιορτή τ’ Αϊγιώργη

Του Νικόλαου ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Από το βιβλίο ΔΡΟΠΟΛΙΤΙΚΑ

Δεύτερο μέρος

***

Όπως όλοι οι Δροπολίτες, έτσι κι οι Τεριαχατινοί, είχανε πολλές εκκλησίες και πολλά εξωκκλήσια, τη μεγάλη εκκλησιά τ’ Αϊγιώργη, στο μεσοχώρι του χωριού, κοντά στο σχολείο, περι­τριγυρισμένη με υψηλό αυλόγυρο, με γκαζαμιές σ’ όλες τις γωνίες, και με μια πανάρχαιη ελιά, του Αϊδημήτρη, στο μέρος του Σωφράτικα, κοντά στα Μπάκουλα, δίπλα στις μιλικοκιές και στις συκές, που λειτουργούνταν μονάχα στη χάρη του. Είχαν τον Αϊνικόλα τους, στο ψηλότερο μέρος του χωριού, στα κρεμάσματα, που ήταν και το νεκροταφείο, με τοίχους γερούς και πολλά δέν­τρα, της Άγιας Παρασκευής, κοντά στο ντερβένι του Κάστρου, στα ριζά της Γορίτσας.

Την Αγιά Παρασκευή του Τεριαχάταις την ήξεραν όλοι στη Δερόπολη, από τη Δερβιτσάνη ως τη Γράψη και στην πέρα την μεριά, ως την Επισκοπή και τη Γλίνα. Κι έρχονταν εκεί στη χάρη της, να γλεντήσουν ως το βράδυ, απ’ όλα τα χωριά της Κά­τω Δερόπολης. Και τι γλέντι ήταν εκείνο! Μια αληθινή σύναξη της δροπολίτικης ψυχής, που διψούσε για λευτεριά και για το Ρωμαίικο. Στο πανηγύρι της Αγιάς Παρασκευής του Τεριαχά­ταις γίνονταν όλα τα σχέδια για τη λευτεριά του τόπου και την εθνική αντίσταση κατά του τουρκαρβανίτη. Αληθινό κέντρο της Κά­τω Δερόπολης ήταν για χρόνια η Αγιά Παρασκευή του Τεριαχά­ταις. Όμως κι εξωκκλήσια, ερημωμένα τα πιο πολλά από τα χρόνια τα παλιά, του Αϊξιάρχη, του Αϊθανάση, της εκκλησίας με το Κιμέρι, οι Αϊμηνάδες, ήτανε σκορπισμένα σ’ όλα τ’ από­σκια μέρη του χωριού.

Κι ήταν ακόμα οι Τεριαχατινοί πρώτοι στο τραγούδι και στο χορό μέσα σ’ όλη τη Δερόπολη. Τι πάρσιμο και τι γύρισμα ήταν εκείνο! Κι οι παλιοί, κι οι νιοι, κι οι γέροι κι οι μεσόκοποι το βροντούσαν στις γιορτές, π’ αντηχούσε όλο το χωριό. Κι ακούγονταν ως κάτω στον κάμπο τη νύχτα, με την απέραντη ησυχία και γαλήνη της. Οι πιο καλοί τραγουδιστάδες στη Δερόπολη έβγαι­ναν από τη Δερβιτσάνη, τους Τεριαχάταις και τη Γράψη. Κι οι πιο καλές χαρές στους Τεριαχάταις γίνονταν, με τις μπιρμπιλομάτες κόρες και τις όμορφες νυφάδες, τους διαλεχτούς γαμπρούς και τα καλά τα παλληκάρια. Τις μεγάλες γιορτές του χρόνου, τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και τις Αποκριές με τα προσώπια, στο χαγιάτι του χωριού γίνονταν η μεγάλη σύναξη. Στο χαγιάτι έτρε­χαν νιοι και γέροι, κοπέλες και παιδιά να χορέψουν και να τραγουδήσουν, να δείξουν την κορμοστασιά τους, τα τσακίσματα και τα τσαλιμάκια στο χορό, το πάρσιμο του τραγουδιού και το γύ­ρισμα. Κάθε άντρας πο ’βγαινε στο χορό, όφειλε να πει κι ένα τραγούδι ακριτικό, κλέφτικο, της ξενιτιάς. Κι ήταν υποχρεωμένοι οι νιοι και τα παλληκάρια του χωριού να ξέρουν όλα τα τρα­γούδια του χορού και του τραπεζιού. Έτσι συνεχίζονταν η παλιά καλή παράδοση του τόπου.

Όταν ο καιρός ήταν καλός και δεν έβρεχε, ο χορός γένονταν στον αυλόγυρο της εκκλησιάς τ’ Αϊγιώργη, μια όμορφη χρυ­σοστολισμένη εκκλησιά, χτισμένη εκεί στο μεσοχώρι, στα 1848, με ψηλό καμπαναριό και δυό καμπάνες, τη μικρή, που την χτυπούσαν στις καθημερινές για το σχολείο, και τη μεγάλη καμπάνα που την χτυπούσαν τις Κυριακές και τις γιορτές. Και αντηχούσε η μεγάλη καμπάνα σ’ όλο τον κάμπο της Δερόπολης και σ’ όλα τα γύρω χωριά. Και τι αχό είχε εκείνη η καμπάνα, η μεγάλη καμ­πάνα του Τεριαχάταις! Οι γλυκοί κι αρμονικοί της ήχοι δονούσαν την άτρεμη ατμόσφαιρα και σκόρπιζαν ρίγη συγκινήσεως.

Σ’ αυτό το μεγάλο κι όμορφο χωριό της Κάτω Δερόπολης μάθαμε τα πρώτα γράμματα και γνωρίσαμε τους πρώτους φίλους και συμμαθητές, τα ξαδέρφια το Βαγγέλη και τη Βάνθω, τα συντρόφια, το Γιάννη Ζώη, το Μίνω Πόλιο, το Μάρκο Τσιώνη, τον Κώτσιο Ζώη, το Λέκο Μπότση, το Γιάννη Τσιάμη, το Νέο Καλημέρη κι άλλα παιδιά, που χάθηκαν γλήγορα για τον τόπο, στην Νότιο και στην αρβανίτικη σκλαβιά. Κι ήταν όλοι τους έξυπνα παιδιά και τα ’παιρναν τα γράμματα. Κι είχαν όρεξη να σπουδά­σουν, αν ο τόπος δεν ήταν σκλαβωμένος στον αρβανίτη και στον καστερό αγά.

Τον καιρό της δουλειάς όλοι ξεχύνονταν στον κάμπο, άλλοι πεζοί, κι άλλοι καβάλα στις φοράδες ή τ’ άλογα. Τα νιάτα μπρο­στά χαίρονταν τη φρεσκάδα της ανθισμένης δροπολίτικης αυγής. Όμως πολλές φορές τα παιδιά κατέβαιναν στον κάμπο και βοη­θούσαν τους γονιούς τους, και πολλές φορές απουσίαζαν μέρες ολόκληρες από το σχολείο.

Για το Τεριαχάτι ξεκίνησα τ’ Απριλιάτικο εκείνο πρωινό με συντροφιά από άντρες και γυναίκες, να γιορτάσω τον Αϊγιώργη, ύστερα από δέκα χρόνια που έλειπα για σπουδές στην Αθήνα. Κι αλήθεια πόση μεγάλη χαρά δοκίμασα, σαν βρέθηκα ανά­μεσα στα παλιά μου τα συντρόφια και τους καλούς μου φίλους. Με πόση αγάπη με κοίταζαν και με πόσο θαυμασμό! Είχα φύγει μικρός, ένας δάσκαλος, και τώρα γύρισα ανάμεσά τους σπουδα­σμένος, προφεσόρος, ο πρώτος που ’χε βγει στη Δερόπολη τα χρόνια κείνα, με όνειρα μεγάλα για το μέλλον και το καλό του τόπου, που με γέννησε και με μεγάλωσε. Πολλά περίμενε αλήθεια ο τό­πος από μένα.

***

Τη γιορτή τ’ Αϊγιώργη καρτερούσαν όλοι τους με χαρά στη Δερόπολη, να σφάξουν τα κατσίκια, όπως το ’θελε ή συνήθεια, και το ’λεγε και το παλιό τραγούδι της Δεροπολίτισσας: «και μας σφάζουν σαν τ’ αρνιά, τα κατσίκια τ’ Αϊγιωργιού», να πιουν και να γλεντήσουν. Να ξαστοχήσουν ψίχα τη μαύρη τη σκλαβιά στον αρ­βανίτη και στον καστερό αγά. Η μητέρα με τη βούρτσα στο χέρι ασβέστωνε το σπίτι κι άσπριζε όλους τους τοίχους. Κι έλαμπαν όλα, και τα σοκάκια ακόμα, σαν περιστέρια κάτασπρα και σαν κρυστάλ­λινο νερό. Κι ήσουν υποχρεωμένος να πας σ’ όλους τους Γιώργηδες να τους ευχηθείς, να τους δείξεις τη χαρά σου και να τραγουδήσεις στο τραπέζι με τους μεζέδες.

Όλοι την περίμεναν με ιδιαίτερη χαρά τη γιορτή τ’ Αϊγιώργη, από το φτωχό το δουλευτάρη, ως τον άρχοντα και τον ακαμάτη. Στη χάρη τ’ Αϊγιώργη όλα τα σπίτια του χωριού ήταν ανοιχτά, κι όποιος ξένος έρχονταν, εύρισκε πρόσχαρη φιλοξενία και στο φτωχικό και στ’ αρχοντικό. Κι οι Λιάμπιδες ακόμα, οι αντίχριστοι, πιστικοί στα βουνά της Δερόπολης, την ημέρα τ’ Αϊ­γιώργη κατέβαιναν στα χωριά και πήγαιναν στις εκκλησιές, προσφέροντας για τάμα χλωρό τυρί, που το ’φεραν στις τζαντίλες ψηλά από το βουνό, βαθιά χαραυγή. Κι οι τουρκαρβανίτες του Λιμποχόβου και της Νεπράβιστας με χαρά περίμεναν τον Αϊγιώργη για να μοσχοπουλήσουν τα ζαρζαβατικά τους.

Μπήκαμε μέσα στην τρίκλιτη εκκλησιά τ’ Αϊγιώργη. Προ­λάβαμε τη λειτουργία. Γλυκές ψαλμωδίες αντηχούσαν μέσα στην εκκλησιά και το θυμίαμα έκαιε ευλαβικά.

Κι οι άγιοι από τις εικόνες του ψηλού τέμπλου, με ολάνοιχτα τα μάτια τους, τα μεγάλα κι εκφραστικά, μας κοιτάζουν ασά­λευτοι μέσ’ στο χρυσοκίτρινο βάθος τους. Προσκυνήσαμε την εικό­να τ’ Αϊγιώργη στο βόρειο τοίχο, φερμένη από την Πόλη εδώ και πολλά χρόνια. Κοιτάξαμε δίπλα τους άγιους Θεοδώρους, που έστεκαν εκεί αλύγιστοι στρατιώτες του Χριστού, κι ύστερα κοντά στο παγκάρι, που κάθονταν ο επίτροπος της εκκλησίας Γάκη Σάλλιος, προσκυνήσαμε την Αγιά Παρασκευή, που μας ευλογούσε με τ’ άφοβα μάτια της.

Όλο το χωριό μαζωμένο στην εκκλησιά.

Ντίγκα πέρα για πέρα από άντρες και γυναίκες και κοπέλες και παιδιά. Όλα φεγγοβολούσαν μέσα στην χρυσοστολισμένη εκκλησιά, κι όλα είχαν χαρούμενη όψη, εικονίσματα, άνθρωποι ψαλτάδες, επίτροποι. Και το μπαϊράκι της εκκλησιάς με την εικό­να τ’ Αϊγιώργη στη μέση, χρυσοστολισμένο, έστεκε εκεί κοντά στους ψαλτάδες και το κρατούσε ένας μικρός στα κάτασπρα ντυ­μένος. Κι ο Παπαμίστος, ο παπάς του χωριού, στα ολόχρυσα ντυ­μένος, μας ευλόγησε στο τέλος της λειτουργίας και μας καλωσό­ρισε ο αγαθός λευίτης, με τη φλογερή πατριωτική ψυχή και την αγάπη του για τον τόπο και τους πατριώτες του.

Σαν τελείωσε η λειτουργία, βρέθηκα με τη συντροφιά μου στο γύρο της εκκλησιάς, κοντά στο καμπαναριό με τις δυο καμπά­νες. Απάνω μας, στο νάρθηκα της εκκλησίας που στηρίζονταν σε δυό γερούς στύλους, χτισμένες τρεις, τέσσερις χελιδονοφωλιές, γιομάτες νιόβγαλτα χελιδονάκια, ψαλλίδιζαν το τραγούδι τους στον καθαρό αέρα. Τιμητικά μ’ έβαλαν στην κορφή της συντροφιάς, στη μεριά του σπιτιού του Μπότση, ένα αρχοντικό που φάνταζε στη μέση του χωρίου με μπαλκόνια γεμάτα λουλούδια, βασιλικά, γαρούφαλλα, με ψηλές σκαλιστές γρίλιες, πράσινα βαμμένες. Τρα­πέζια μεγάλα απλωμένα σ’ όλη την πλευρά, που τα ’χαν κατεβά­σει από τ’ αργαστήρι του Κόλη Πάνου, γεμάτα ρακή πρεμετηνή και χλωρό τυρί νοστιμότατο περίμεναν τους καλούς τραγουδι­στάδες. Το τυρί ήταν τάμα των Λιάμπιδων για τη γιορτή τ’ Αϊγιώργη, και το ’χαν κατεβάσει βαθιά χαραυγή από το βουνό, ψηλά από τη Λευτοκαρυά.

Έστεκα εκεί και χαιρόμουν κατάβαθα. Χαιρόμουν τους κα­λούς μου Τεριαχατινούς και τους παλιούς μου φίλους. Όλοι τους με χαμόγελο και απλότητα, με καλοσύνη και πηγαία χαρά έρχονταν να με χαιρετίσουν και να με καλωσορίσουν στο πανηγύρι τους, στο πανηγύρι της χαράς και της λευτεριάς. Γιατί τη γιορτή τ’ Αϊγιώργη την περίμεναν και σαν εθνική γιορτή. Πίστευαν σε θάμα τ’ Αϊγιώργη, πως κάποια μέρα καβάλα στ’ άλογό του θα σκοτώσει και πάλι το δράκο, το φοβερό θεριό, που τώρα ήταν ο τύραννος, ο τουρκαρβανίτης κι ο καστερός αγάς, σκυλιά παραδομένα. Ένα θάμα του Αϊγιώργη περίμεναν στο χωριό να σκοτώσει το θεριό, κι έτσι στη γιορτή του κοντά στ’ άλλα, προσεύ­χονταν στην εκκλησιά και για το ξεσκλάβωμα και το λυτρωμό.

Οι παλιοί φίλοι και τα συντρόφια μου με κοιτούσαν, εκεί κοντά μου στο τραπέζι, με λαχτάρα και εθνική περηφάνια. Κι ήθελαν ν’ ακούσουν από το στόμα μου νέα ευχάριστα για την πο­λυβασανισμένη και σκλάβα πατρίδα.

Ήθελαν να βεβαιωθούν πως ο πολυπικραμένος τούτος τόπος θα γλυτώσει από το βραχνά της σκλαβιάς, και δε θα μείνει, ύστερα από τον πόλεμο, και πάλι σκλάβος στον Αρβανίτη και στον καστερό αγά. Και δε δίστασα να χαροποιήσω την πικραμένη τους ψυχή και τη δίψα για το έρμο το Ρωμαίικο – π’ ανάθεμά το -. Νιος και παλληκάρι, τότε, με μεγάλο ενθουσιασμό κι απερίγραπτη πίστη στο μέλλον του τόπου, στο μέλλον της Δερόπολης, της ελληνικής πια και λεύτερης, άναψα πόθους και καημούς στα στήθια τους, διατράνωσα την πίστη τους στην ιδέα της Ρωμιοσύνης. Περιφρόνηση κήρυξα στις ιδέες που έφεραν από Μέσα οι ελληνοσλάβοι.

Συνεχίζεται…

Γιώργος Μύτιλης