Στο Τεριαχάτι τη γιορτή τ’ Αϊγιώργη

Στο Τεριαχάτι τη γιορτή τ’ Αϊγιώργη

Του Νικόλαου Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Από το βιβλίο ΔΡΟΠΟΛΙΤΙΚΑ

Πρώτο μέρος

Όμορφο Αργυρόκαστρο,
Δρόπολη παινεμένη,
και σεις βουνά αστρόφεγγα
ποια μοίρα σας προσμένει.

                           (Α. Σακελλάρης)

Με το γλυκοχάραμα ξεκίνησα για το γειτονικό χωριό. Αγνάντεψα από τις Σκρίκες, την Παλιουρίδα και τα Μαντέμια τον καταπράσινο κάμπο της Δερόπολης, με τα πλούσια στάχια του. Στο ανοιξιάτικο πρωινό λίκνισμα τ’ αέρα έγειραν χαϊδευτά τις ψηλές τους κορφές τα στάχια του κάμπου της Δερόπολης. Η πρά­σινη θάλασσα του κάμπου κυμάτιζε με το ανοιξιάτικο δροπολίτικο αεράκι. Κι ο Δρίνος πέρα, στη μέση του κάμπου κυλούσε τα ολοκάθαρα νερά του, και τραγουδούσε ή καλύτερα μοιρολογούσε τ’ α­νοιξιάτικο τραγούδι του. Τραγουδούσε το σιγανόφωνο τραγούδι, του, το τραγούδι του πόνου και του καημού. Τραγούδι γεμάτο υ­γρούς φθόγγους, που το ’παιρναν τα πετούμενα στις όχτες του, κοντά, στις ιτιές και τις λόχμες και το μετέφεραν σ’ όλη την Ήπειρο, το τραγούδι της σκλαβιάς.

Περπατούσαμ’ αγάλι – αγάλι με συντροφιά τρεις τέσσερις χω­ριανούς, τον Κώτσιο Πάσκο, τον Κώτσιο Θάνο, τον Τσιώρη Πάσκο, το Θόδωρη της Λάμπαινας, το Βαγγέλη Τζάλη, κι εξ εφτά γυ­ναίκες, – πού ’χαν δικούς τους στο χωριό, – τα κακοτράχαλα μονοπάτια, μέσ’ από το στενόδρομο, που φέρνει ίσια στο μεγάλο, στ’ αρχοντικό χωριό.

Διασχίζαμ’ ανθισμένα παλιούρια κι αγριοπούρναρα, μιλικοκιές και ροϊδιές, και χαλάσματα παλιών εκκλησιών. Της εκκλη­σίας με το Κιμέρι και τους Αϊμηνάδες, που ’στεκαν εκεί μελαγχολικά ερείπια μιας μεγάλης συμφοράς στα χρόνια τα παλιά. Ανηφορίζαμε όλοι με περπατησιά άνετη και ρουφούσαμε την ανοιξιά­τικη πνοή και χαιρόμασταν, που περνούσαμε το ίδιο μονοπάτι, που παίρναμε μικροί. Ήταν πια αυγή και τα πουλιά ζευγαρωμέ­να έψαλλαν την πρωινή τους μελωδία. Μια χαρά χυμένη στην ατμόσφαιρα. Η φύση βρίσκονταν στην πιο όμορφη ώρα της.

Στην εκκλησιά με το Κιμέρι σταθήκαμε λίγο. Μιλικοκιές, η μια κοντά στην άλλη, αγριαμυγδαλιές κι ανθισμένα παλιούρια και χαμόκλαδα έπλεκαν τα κλόνια τους, κι η αγράμπελη στα χα­λάσματα είχε αγκαλιάσει τους βράχους και με το μεθυστικό της άρωμα μας σταματούσε κάθε τόσο. Ένας βράχος δίπλα, αριστερά του δρόμου, στην άλλη εκκλησιά, κοντά στις ροϊδιές, κρέμονταν χωρίς να πέφτει.

Άπω τους Αϊμηνάδες πρόβαλλε το χωριό. Ξαπλωμένο από την μια άκρη ως την άλλη, από το Λάκκο ως τα Μπάκουλα, κον­τά στα Σωφράτικα, κι από τα κρεμάσματα τ’ Αϊξάρχη ως κάτω στον κάμπο, στις Μεσαργιές και τα Μαντριά. Ήταν άνοιξη. Η τελευταία άνοιξη, που χάρηκα στη δόλια πατρίδα. Όλα ήταν ανθισμένα, τα δέντρα πρασίνιζαν, τα σωκήπια, οι μπαξιέδες, τα σιαδαράκια, οι κήποι. Κι οι κληματσίδες κι αμέτρητα λουλούδια κρέμονταν σ’ όλους τους τοίχους και τις πλαγιές, κι ανάδιναν ένα μαγευτικό άρωμα, σαν ζύγωνες κοντά τους. Άγρια χορτάρια και μοσχομυρισμένα αγριολούλουδα έπνιγαν τις γωνιές κοντά στους μπαξέδες, μαργαρίτες, αγριολάχανα, καλογεράκια, μαντανόζια, πα­παρούνες. Και χαμομήλια και ρίζια του βουνού και κιτρινολούλουδα, κόκκινα, μωβ, τριανταφυλλί απλώνονταν σ’ όλες τις μεριές, από τους Αϊμηνάδες ως κάτω στο Μαντρί. Και γιόμιζαν ολούθε τους μπα­ξιέδες και τους κήπους.

Κοντά στου Τσιέπου, στο δρόμο ίσια από το Λάκκο, περνών­τας τις δυό μεγάλες σιουπέλλες, κουμπουλιές καταπράσινες, κα­τάφορτες άγουρα κούμπουλα, και στις δυό γωνιές του σπιτιού, με­γάλες ολάνθιστες τριανταφυλλιές με κατακόκκινα πολίτικα μοσχομυρισμένα τριαντάφυλλα. Στα παραθύρια, κάτω ’πο τη φουσκή, στου Δήμου το μπαξιέ, μια θεόρατη βουζιά, ντυμένη στα καταπράσινα, με συντροφιά μια ολόανθη τριανταφυλλιά, με αναρίθμη­τα ολόλευκα τριαντάφυλλα, θριαμβικά ανθισμένα.

Όλο και προχωρούσαμε στο έμπα του χωριού. Στο δρόμο συναντούσαμε χωριανούς, που πήγαιναν στην εκκλησιά τ’ Αϊγιώργη, χαρούμενοι κι εύθυμοι, με τα γιορτινά τους. Άλλοι κατέβαιναν από ψηλά, κι άλλοι ανηφόριζαν τα στενορρύμια, και τα καλντερίμια του Σαβαγιάννου, του Τσέπου, του Μπουντάλη, του Μπότση, του Νάστου και του Γκουμάτση. Κάποια στιγμή ένα ζευ­γάρι μάτια περίεργα μας κοιτάζουν μέσα από τ’ ανοιχτό παρά­θυρο, κοντά στου Τσιάμη. Όμως αποτραβιούνται βιαστικά σαν ση­κώσαμε τ’ αδιάκριτα δικά μας. Τ’ αγνάντευα το χωριό από το Πηγάδι ώρα πολλή. Και δε χόρταινα να το βλέπω, γιατί εκεί είχα περάσει τα παιδικά μου χρόνια, κι έλειπα από κοντά του χρόνους δέκα, που δεν το ’χα μεταδεί το μεγάλο χωριό, το ηρωικό και θρυ­λικό για τους αγώνες του. Και τώρα το ξανάβλεπα την αξέχαστη εκείνη δροπολίτικη άνοιξη.

Ανέβηκα ψηλά σ’ ένα κοτρώνι και δε χόρταινα να το καμα­ρώνω. Το ’βλεπα απλωμένο μέσα στις χαραδρώσεις και στις πλα­γιές ως τα ριζά των ποδαριών του βουνού. Έστεκα εκεί και πάσχιζα να μάθω τα μυστικά της ιδιαίτερης ομορφιάς του. Ένα απαλότατο γλυκό αεράκι, που ’ρχονταν ψηλά ’πο το βουνό, το ήρεμο και γελαστό, χάιδευε τη μαγεμένη ανοιξιάτικη δροπολίτικη αυγή. Κι η απριλιάτικη δροσιά, λεπτή σαν τούλι, μας χάιδευε τα ματό­κλαδα και πήγαινε τ’ αψήλου.

Και σων ο ήλιος άρχισε ’πο το βουνό του Λυμπόχοβου και της Νεπράβιστας να ρίχνε πλαγιαστά τις αχτίνες του και να χρυσίζει όλο το χωριό, το θέαμα γίνεται μαγευτικό, παραμυθένιο. Ο ήλιος έριχνε τις αχτίνες του απάνω στα τζάμια των σπιτιών, που λαμπύριζαν χρυσοπόρφυρα και σαλεύανε σων τα παραμυθένια κρυ­στάλλινα παλάτια. Ποτέ στη ζωή μου δε χάρηκα ομορφότερο θέαμα.

Οι παλιοί το ’λεγαν το χωριό με τ’ όνομα Τεριαχάταις, οι νεώτεροι το ’θελαν Τεριχάτι και Τρεχάτι. Σ’ εμένα άρεσε να τ’ ακούω με τ’ όνομα Τεριαχάταις. Κι ήταν οι Τεριχάταις ξακουσμένο χωριό σ’ όλη τη χώρα, σ’ όλη την όμορφη Δερόπολη – που δεν της βγαίνει άλλη στην ομορφιά και χάρη – από τα χρόνια τα παλιά, για τα πολλά του γλέντια στο μεσοχώρι, στον αυλόγυρο της εκκλησίας τ’ Αϊγιώργη, στ’ εργαστήρι του Κόλη Πάνου και στα Μπάκουλα. Μεγάλο χωριό οι Τεριχάταις, κεφαλοχώρι στα χρόνια της Τουρκίας, αντιστάθηκε με πείσμα χρόνια τόσα στον τούρκο και στον καστερό αγά.

***

Στα 34, τότε που η Δερόπολη ξεσηκώθηκε για τα σκολειά της και τη γλώσσα της, οι Τεριαχατηνοί με τ’ άλλα τα χωριά έκλεισαν το σκολειό τους κι έδιωξαν τους τουρκαρβανίτες δάσκα­λους, που ’χαν στείλει τα Τίρανα.

Κι είχαν φημισμένο σχολειό οι Τεριαχατηνοί εδώ κι εκατό χρόνια και πλιότερ’ ακόμη, όπως έλεγαν οι παλιοί, στο Χαγιάτι της έκκλησιάς τ’ Αϊγιώργη, μέσ’ στη μέση τ’ απάνω μαχαλά. Και δάσκαλους καλούς και φημισμένους είχαν βγάλει, σπουδα­σμένους στο Κεστοράτι και στην Πόλη, τον Κυριάκο Μπότση, που βγήκε πρώτος στο Κεστοράτι με επαίνους και διπλώματα – κρίμα όμως για τον τόπο, χάθηκε γρήγορα, όταν η φήμη του είχε ξεπεράσει τα σύνορα της Δερόπολης κι είχε φτάσει ως την Πόλη, που τον ζήτησαν για δάσκαλο-, το Στέφανο Νουσιάδη, κι αργότερα το Δημοσθένη Ντεληγιώργη ως τις μέρες μας. Κοντά τους μάθανε γράμματα δροπολίτικες γενιές, γράμματα και σπουδάγματα, την αγάπη για τη θρησκεία και τη Ρωμιοσύνη, το μίσος για τον τούρ­κο και τον τουρκαρβανίτη, την πίστη για τη λευτεριά του τόπου, που θα ’ρθει μια μέρα, αργά ή γρήγορα.

Πίστευαν στο ποθούμενο οι Τεριαχατηνοί περισσότερο από τ’ άλλα χωριά. Έτσι τους το ’χε μαντέψει εδώ και πεντακόσια τόσα χρόνια ο Ασκητής της Λευτοκαρυάς τους, που ’χε στήσει το ερη­μητήριό του μέσα στο λόγγο, εκεί που ζαλώνονταν οι Τεριαχατηνές, σαν έκοβαν τα ξύλα στο βουνό του χωριού. Κι έλαμπε, όπως έλεγαν οι πιστικοί, πο ’βοσκαν εκεί κοντά τα πρόβατά τους, κάθε βράδυ ένα αχνό φως μέσ’ στη μέση του βουνού, κι άμα ζύγωναν κοντά τους με μιας χάνονταν και δε λαμπύριζε. Τεριαχατηνό τον ήθελε η παράδοση τον άγιο, τον ανώνυμο ασκητή τους, που τόσα και τόσα θάματα έκανε και γλύτωσε τον κόσμο και τα ζωντανά στο βουνό από του λύκου το στόμα. Γι’ αυτό κι ευλαβικά στη μνή­μη του άναβαν οι Τεριαχατηνές και κανένα κεράκι, την ώρα πο ’φευγαν ζαλωμένες με τα ξύλα της Λευτοκαρυάς.

Πίστη στη θρησκεία και στη Ρωμιοσύνη που θα ’ρθει μια μέ­ρα, ήταν το παράγγελμα του ανώνυμου ασκητή στους Τεριαχατηνούς. Και το ’χει προφητέψει ακόμα κι ο Άγιος, ο Άγιος Κοσμάς, με το πέρασμά του από τη Δερόπολη, εδώ και διακόσια χρόνια.

Μ’ αυτά τι οράματα ζούσαν κι ανέπνεαν οι Τεριαχατηνοί, κι όλοι οι Δεροπολίτες στα χρόνια της τούρκικης σκλαβιάς, περιμένοντας σαν ο Συμεών το Μεσαία τους. Ποιόν άλλο από το έρημο το Ρωμαίικο. Πίστη και Δίδαγμα ήταν τα δράματα αυτά του Δήμου του Δάσκαλου, του ντελή Δήμου ή τρελλοδήμου, όπως τον έλεγαν από αγάπη οι χωριανοί του.

Κι έζησε ο Δήμος πολλά χρόνια, είδε τη λευτεριά του τόπου στα 13, κι εξεδικήθηκε τον τύραννο του χωριού του, που του ’χε σκοτώσει το λάλο του εδώ και πολλά χρόνια, το Ρούσιο Μπεμπέτση, ένα σκυλί καστερό. Κι είδε κατόπι και το σκλάβωμα του τό­που σε χειρότερο τύραννο, στον τουρκαρβανίτη. Και τι σκλαβιά! Ασύγκριτη με την τούρκικη!

Κι απέθανε ο Δήμος με το μαράζι, που δεν έζησε να μεταδεί τους τσολιάδες και τους παλληκαράδες, που μια μέρα του θρυλι­κού ’40 θα ξανάρχονταν στον τόπο. Για να εκδικηθούν και να εξευτελίσουν αυτούς, που πούλησαν τόσο ασυνείδητα τον ευγενικό και πολιτισμένο δροπολίτικο κόσμο στον πιο άξεστο λαό της Βαλκα­νικής, τους μακαρονάδες της Ρώμης και τον ψευτοκαίσαρα Μπενίτο Μουσολίνι.

Ως τα τελευταία χρόνια τροφοδοτούσε τη Δερόπολη με δά­σκαλους καλούς το Τεριαχάτι, σπουδασμένους τώρα στην Κέρκυ­ρα, στα Γιάννενα, στη Βελλά, το Γρηγόρη Τσάμη, το Σιώμο του Φώτου, το Γιώργη Τσιάμη, το Γιάννη Ζώη, το Μίνω Πόλιο κι άλλους, που χάθηκαν γρήγορα στη δεύτερη Αλβανική κατοχή. Χειρότερη ’πο την πρώτη.

Ταξιδεμένοι στην Αμερική οι Τεριαχατηνοί, είχαν καζαντίσει. Με τα πλούτη τους στόλισαν το χωριό τους μι όμορφα σπί­τια, δίπατα και τρίπατα, πάλλευκα και καθαρά, αλειμμέν’ απ’ όξω με τω λευκό χρώμα της χαράς, και μα αρχοντική επίπλωση, μιντέρια, τραπέζια, καρέκλες, με γρίλιες βαμμένες, πράσινα και θαλασσί, με στέρες για νερό.

Κι είχαν φροντίσει ακόμα, στα χρόνια τα παλιά, να φέρουν νερό μέσα στο χωριό, ν’ ανοίξουν πηγάδι στον απάνω μαχαλά. Κι άνοιξαν ένα μεγάλο πηγάδι, τετράγωνο, σκεπασμένο με πλά­κες από τα μαντέμια της Γορίτσας και θεόρατα κοτρώνια, πάνω στα όποια κάθονταν το χειμώνα με τις λιακάδες οι γριές του χω­ριού, κρατώντας τη ρόκα και γνέθοντας μαγνάδια. Το νερό με τα κούγκια το ’χαν φέρει οι παλιοί από ψηλά, από τα κρεμάσματα, από τα ποδάρια του Αϊξάρχη και τις διπλανές βουνοκορφές, που ροβολούσαν προς τα κάτω, ως του Νάστου το σπίτι και το κατώι του Καλημέρη. Όμως δεν έφτανε το πηγάδι να ποτίσει όλο το χωριό. Το χωριό όλο και μεγάλωνε και ροβόλαγε προς τα κάτω, προς τον κάμπο. Κι οι Αμερικάνοι τώρα τα ’χτιζαν τα σπίτια τους όχι στον απάνω μαχαλά, με τα στενά κι ανηφορικά σοκάκια τους και τα γκαλντερίμια, μα στον πέρα μαχαλά, στ’ ανοιχτά, στα Μπάκουλα, και κοντά στις μεσαργιές, με πλατιές αυλές και πολλά λουλούδια.

Πολλά δέντρα το χωριό δεν είχε. Λίγα οπωρικά στους κή­πους και στους μπαξιέδες, συκές, γκαζαμιές, κουμπουλιές, που έκαναν ωραία κόκκινα κούμπουλα, σαν τα χείλη των κοπελών του χωρίου, αμυγδαλές κι άφθονες αυτόφυτες μιλικοκιές, ήταν τα μόνα οπωρικά του χωρίου, όπως και όλης της Κάτω Δερόπολης. Ξερικός τόπος η Κάτω Δερόπολη, δέχεται τα δέντρα που τα σηκώνει ν’ αυγατίσουν, γιατί δεν αποζητάνε πολύ νερό. Όμως στα χρόνια τα παλιά, όπως μολογούσαν οι παλιοί, ο τόπος είχε και πολλά αμπέλια και δέντρα, πο ’διναν πλούσιο καρπό, και στους Τεριαχάταις, και σ’ όλα τα γύρω χωριά. Παλιάμπελα, έλεγαν πολ­λά χωράφια στον κάμπο οι Τεριαχατινοί ως τις μέρες μας. Μα θες από φυλλοξέρα, θες από τους καταραμένους καστερούς αγάδες, τ’ αμπέλια ξηράθηκαν κι ο τόπος έγινε χέρσος και ξερικός.

Όμως στο πείσμα της μοίρας και για γινάτι του τουρκαρβανίτη και του καστερού αγά, οι τεριαχατινές γυναίκες είχαν το προνόμιο να γεννοβολούν άξια παιδιά και παλληκάρια, έλληνες τρανούς και προκομμένους, που δεν ξεχνούσαν ποτέ τον τόπο τους. Κι οι τεριαχατινές κοπέλες, όμορφες και λυγερές, ψηλές και ρο­δαλές, δουλευτάρες κι άξιες, δεν έπαυαν να καλλιεργούν το πρά­σινο, όπως μπορούσαν, στους μπαξιέδες, στα σωκήπια και στα μικροπερίβολα, όσα είχαν εξαγοράσει κι είχαν γλυτώσει ’πο τα χέ­ρια του καστερού αγά. Το κάθε σπίτι, φτωχικό ή αρχοντικό, είχε τις γλάστρες του. Νεραντζούλες, δροσιές, γαρουφαλιές, λεβάντες, βασιλικά κι αμπαρόριζες στολίζανε όλα τα παραθύρια των όμορ­φων σπιτιών.

Στο εξώφυλλο η εκκλησία τ’ Αϊ-Γιώργη, φωτογραφίες του Χρήστου ΦΩΤΙΟΥ.

Συνεχίζεται…

Γιώργος Μύτιλης