ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΠΑΜΠΗΣ: «Χρειάζεσαι τεράστια δύναμη, για να τα βάλεις με τον εαυτό σου!»

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΠΑΜΠΗΣ: «Χρειάζεσαι τεράστια δύναμη, για να τα βάλεις με τον εαυτό σου!»
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

(Συνέντευξη)

Για να πάρεις συνέντευξη τον Αλέξανδρο Μπάμπη, τον επισκέπτεσαι στο σπίτι του. Σπρώχνεις μια καγκελωτή σιδερένια πόρτα, διανύεις ένα στενό δρομάκι και πέφτεις αμέσως στο μικρό ενοικιαζόμενο ισόγειο διαμέρισμα στη συνοικία «Νέα Σμύρνη», στην Αθήνα. 

Στο σαλόνι, δεν έχεις που να κρεμάσεις άλλον κάδρο. Δίπλα στον καναπέ γονατισμένη η βιβλιοθήκη από τα πολλά βιβλία. Στο μοναδικό δωμάτιο, κρεμασμένα κι άλλα κάδρα. Για μια στιγμή σου μοιάζει σαν να βρίσκεσαι, άθελα, σε έκθεση ζωγραφικής. Και την επισκέπτεσαι χωρίς να βγάλεις εισιτήριο.

Ο Αλέξανδρος Μπάμπης είναι συνάμα ζωγράφος, συγγραφέας και γλύπτης. Μια πραγματικά περίεργη φυσιογνωμία. Απολαύστε τον.  

Ερ: Ποια είναι η γνώμη σας για το μέλλον της λογοτεχνίας;

Απ: Δεν αμφιβάλλω ότι στο μέλλον θα βγουν καλύτεροι λογοτέχνες. Η γενιά μας τώρα αυτούς ψάχνει. Αυτούς που θα εκτιμήσουν αργότερα τη δουλειά μας. Θα πάρουν τη δάδα και θα την πάνε παραπέρα. Εγώ έχω ένα ταμπού: «Εκτιμάω τον άνθρωπο από την ποιότητα του μυαλού που έχει!».

Δεν περιμένει να τον ρωτήσεις. Μιλάει ακατάπαυτα για συγγραφείς και ηθοποιούς… Για τα πάντα.

Απ: Μου αρέσει πολύ ένας Έλληνας ηθοποιός. Ο Χατζηχρήστος. Απ’ όλους τους κωμικούς που είδα μέχρι σήμερα, αυτόν εκτιμώ σαν πρώτο και καλύτερο. Τέτοιους κωμικούς αξίζει να τους μιμηθεί κανείς. Ο Άντονι Κουίν, ο γίγαντας της σκηνής, στο έργο: «Η Παναγία των Παρισίων» του Βίκτωρ Ουγκώ γίνεται ένα με τον Κουαζιμόντο. Αυτό είναι το συνηθισμένο γεγονός. Ο Χατζηχρήστος αν έπαιζε τον Κουαζιμόντο, θα τον έκανε Χατζηχρήστο. Αυτό είναι το ασυνήθιστο γεγονός.

Είπαν στο Λόρενς Ολίβιε: «Ωραία παίξατε τον Άμλετ. Τους απάντησε: «Δεν τον έπαιξα. Ήμουν δύο ώρες Άμλετ».

Ερ: Εσείς έχετε τη δική σας άποψη, τη δική σας φιλοσοφία για το ρόλο ενός ηθοποιού. 

Απ: Με τη λέξη «φιλοσοφία», μου θυμίσατε τη «Φιλοσοφία ενός ρόλου» που έγραψα κάποτε. Ο καθένας χειρίζεται ένα πρόβλημα με τον δικό του τρόπο. Έλεγε ο Χίτλερ: «Εκτιμάμε τον γενναίο άνδρα από τους εχθρούς που έχει». Ενώ ο Μαρξ είχε την άλλη άποψη. Έλεγε: «Εκτιμάμε τον γενναίο άνδρα από τους φίλους που έχει». Από αυτές τις δύο τοποθετήσεις ποια να παραδεχτείς;! Αυτό είναι το παράξενο. Σε έκανα, σου λέει ο Θεός π.χ., για να γράφεις, για να ζωγραφίζεις…, για την ανθρωπότητα, για όλη την κοινωνία. Όχι μόνον για τον εαυτό σου. Εγώ γράφω, ζωγραφίζω και μετά κάνω ένα βήμα πίσω. Με την έννοια, να μοιραστώ με τους άλλους αυτό που με έβαλε ο Θεός να κάνω.

Ερ: Πιστεύετε στο Θεό;!

Απ: Ο Θεός με προστάτεψε στην Αλβανία. Δύο φορές με τιμώρησαν. Την πρώτη φορά δεν μου επέτρεψαν να ζωγραφίσω, τη δεύτερη με απαγόρευσαν να γράφω. Όταν ήμουν περίπου τριαντάρης. Εύχομαι και λέω: «Θεέ μου σε ευχαριστώ!».  

Ερ: Ποιος ο λόγος που σας τιμώρησαν;

(Γελάει αγνά).

Απ: Έκανα κάποιο λάθος!!!!! Αφήστε το τώρα, ξεχάστε το! Σε εκείνο το σύστημα έτσι τα έβλεπαν τα πράγματα. 

Ερ: Στο σημερινό σύστημα, όμως, πώς τα βλέπουν;   

Απ: Είμαι ελεύθερος πια. Δεν μου δένει κανείς ούτε τη γλώσσα, ούτε τα χέρια. Δεν μου τραβάει κανείς το αφτί. Έβγαλα, τότε, ένα βιβλίο «προβληματικό» και με πετσόκοψαν. Μου έκαναν τα πλευρά μαλακότερα από την κοιλιά. Τώρα μαθαίνω ότι η Κεντρική Βιβλιοθήκη της Αλβανίας το θεωρεί πετυχημένο και το προώθησε στη Σουηδία. Για να διαγωνιστεί σε Διεθνής Έκθεση Βιβλίου. 

Ερ: Ποιο είναι το περιεχόμενό του;

Απ: Να σας το πω: «Η μητέρα μου πήρε μερικά κλωσόπουλα από το εκκολαπτήριο για να τα μεγαλώσει, να τα κάνει κότες. Ήταν βαρύς χειμώνας και για να τα προστατέψει από το τσουχτερό κρύο τα έβαλε μέσα σε ένα κουτί από χοντρό χαρτόνι. Παρόλη τη θυσία, μόνον ένα γλίτωσε, το οποίο βγήκε έξω και κάθισε πάνω στο κουτί. Αυτό ήταν το περιεχόμενο. Τότε γραμματέας της Ακαδημίας Επιστημών ήταν ο Μπεντρί Ντέντια. Ο οποίος με γνώριζε μόνο απ’ όσα διάβαζε στο περιοδικό «Νëntori». 

Ερ: Λένε ότι ασκούσατε αυστηρή κριτική.

Απ: Ήσουν ξεροκέφαλος, πείτε καλύτερα! Τότε, όταν ανοίγαμε εκθέσεις, στο τέλος καλλιτέχνες και άλλοι διανοούμενοι, καθόμασταν και κρίναμε τα έργα. Εγώ, από τη φύση μου, είμαι λίγο αυστηρός. Μου προκαλούσε αλλεργία, νευρικότητα το οκνηρό βήμα στην τέχνη. Και έλεγα: «Στον τόπο θα κάτσουμε εμείς; Δεν θα προχωρήσουμε;». Δεν συμβιβαζόμουν εύκολα με λανθασμένες πραχτικές που μας έκοβαν το δρόμο. Πολλοί, που δεν είχαν ταλέντο, ούτε ευαισθησία, ούτε ιδέα, ούτε αισθητική…, προωθούνταν σαν ζωγράφοι. Είχαν πτυχίο κι έπρεπε να πάρουν τον μισθό. 

Ερ: Αν θεωρείτε κάποιον πετυχημένο ζωγράφο.

Απ: Αμέ. Π.χ., το Γιάννη Γκούτζο, που είναι τόσο ευαίσθητος στο χρώμα. Σαν πετυχημένος ζωγράφος, με αναγκάζει, τον ωραίο του πίνακα να τον δω με τα μάτια, μα και με την ψυχή. Η τέχνη του δείχνει ότι ο καλλιτέχνης αγαπάει τον άνθρωπο. Έχει κάποια χαρίσματα ο Γιάννης, που δεν τα έχω ούτε εγώ. Γιατί εμένα με πνίγει η υποκρισία και η διαβολιά. Μου λέει συχνά η γυναίκα μου: «Αν σε γνωρίσουν καλά, τόσον θα βρουν τον γάτο μέσα σου. Μαύρον, πίσσα!».

(Γελάμε)

Ερ: Αφηγηθείτε μας ένα δύσκολο περιστατικό από την περίοδο που ήσασταν εκπαιδευτικός.

Απ: Ένα ήταν το πιο δύσκολο. Την περίοδο που είχαν ξυρίσει τους παπάδες κι είχαν κλείσει τις εκκλησίες, εγώ δίδασκα στο καλύτερο γυμνάσιο της Αυλώνας. Μια μέρα οι μαθητές μού προτείνουν: «Δάσκαλε, ας συνομιλήσουμε μαζί ελεύθερα σήμερα και το επόμενο μάθημα θα το μάθουμε μόνοι μας στο σπίτι». Μετά από την ωραία συμφωνία που κάναμε, θέτουν το ερώτημα: «Θέλουμε να μας πείτε την αλήθεια όμως, υπάρχει  ή δεν υπάρχει Θεός;!».

Ερώτημα πολύ επικίνδυνο για εκείνη την εποχή.

Με στρίμωξαν άσχημα. Πρώτα «γέλασα» και μετά τους λέω: «Δεν ξέρω πώς νιώθετε εσείς. Εγώ, προσωπικά, νιώθω σαν το πουλάκι που είναι μέσα στο αβγό. Και δεν ξέρω πως είναι ο ουρανός. Από μέσα, σαν πουλάκι, βλέπω μόνον τι χρώμα έχει το τσόφλι. Άλλο τι να σας πω;!».

Ερ: Ξεμπερδέψατε μια χαρά.   

Απ: Αυτή η απάντηση ήρθε εκείνη τη στιγμή στο χαζό μυαλό μου και αυτή τους είπα.

Ερ: Ποια ύλη διδάξατε ως εκπαιδευτικός;

Απ: Σχεδόν όλες: Γεωγραφία, Φυσική, Χημεία, Μαθηματικά, Αστρονομία, Βιολογία… Αναπληρωτής ήμουν. Δηλαδή στο μπάγκο, σε ετοιμότητα. Μου έριχνε πότε – πότε μια φωνή ο διευθυντής του σχολείου και αντικαταστούσα όποιον εκπαιδευτικό έλειπε.

Ερ: Πτυχιούχος ποιας σχολής είσαστε; 

Απ: Δεν πήρα ποτέ πτυχίο, γιατί αν το έπαιρνα θα με είχαν σήκω – κάτσε, μπαλάκι, στρατιώτη του κόμματος.

Ερ: Γιατί το λέτε αυτό;

Απ: Γιατί ο πατέρας μου ήταν σημαδεμένο πρόβατο! Φευγάτος από την Παλάσσα από δέκα χρονών παιδί και μεγαλωμένος στην Πάτρα. Ήξερε μόνον  τρεις λέξεις στην αλβανική. «Mut», «aga» και κάποια άλλη. (Δεν μου έρχεται στο νου η τρίτη τώρα). Δεν ξέρω γιατί… αλλά με τους Αλβανούς ποτέ δεν τα βρήκε. (Δεν τα είχε στο καλό). Έπαιζε ωραίο μπουζούκι και κιθάρα, σαν να ήταν επαγγελματίας. Σου έφτιαχνε τουφέκι στο εργαστήριο, που είχε στήσει μόνος του στο σπίτι. Είχε κι αναπτυγμένο εμπορικό πνεύμα. Κονομούσε, δηλαδή. Αγόραζε ελαιοτριβεία από την Ιταλία και τα πουλούσε στα μέρη μας.

Ερ: Σας άκουσα να λέτε ότι ένας καλλιτέχνης είναι σε θέση να τα κάνει όλα. 

Απ: Να σας εξηγήσω: «Όποιος γράφει ξέρει και να ζωγραφίσει. Για μένα δεν υπάρχει όριο, σύνορο ανάμεσα στους καλλιτέχνες. Αυτού μέσα μπαίνει και η μουσική. (Ένας μουσικοσυνθέτης δεν κάνει τίποτε άλλο, παρά μόνο ανηφορίζει και κατηφορίζει αρμονικά. Συχνά όταν διαβάζεις τον πεζό λόγο και τον αφουγκράζεσαι, ακούς ήχο).

Ερ: Ποιο είναι το πιο πρόσφατο έργο σας; 

Απ: Μια Μακεδόνισσα, που μένει στο πάνω διαμέρισμα και χτυπάει συνέχεια με το τακούνι της το κρανίο μας, δεν μου έλεγε ούτε καλημέρα. Αφού με ήξερε Οθωμανό. Μια από όλες τις μέρες αποφάσισε και ήρθε κάτω με δύο καλοψημένους καφέδες πάνω στην απλάδα: «Αλέξανδρε, μου λέει, μπορούμε να πιούμε έναν καφέ μαζί;!». «Αμέ, της λέω, γιατί, όμως, τόσο αργά;». «Σας ήξερα Οθωμανό και δίσταζα να σας μιλήσω…». Μετά από αυτό το περιστατικό έγραψα: «Ο Θεός έχει δύο πρόσωπα». Ο Θεός πρέπει να έχει δύο πρόσωπα, όχι όμως και δώδεκα.

Τη στιγμή που σπρώχναμε την εξώπορτα για να μπούμε στο προαύλιο του σπιτιού, μας παρέσυρε την προσοχή ένα γλυπτό που είναι στημένο στον κήπο. Ο Αλέξανδρος το δουλεύει καιρό. Μας εξηγεί τι μήνυμα θέλει να περάσει με αυτό στον κόσμο:

Το έργο είναι ένας άνθρωπος που περπατάει χωρίς κεφάλι. Κλωτσάει το κεφάλι του με το πόδι, το χτυπάει δυνατά με το ραβδί για να του ανοίξει δρόμο. Με το έργο αυτό θέλω να πω ότι η κοινωνία μας σήμερα είναι ακέφαλη. Έτσι, ακριβώς, όπως μας θέλει το σημερινό καθεστώς. Όμως, πού πάμε χωρίς κεφάλι, χωρίς άποψη, χωρίς σκέψη; Σε έναν καιρό που χρειαζόμαστε τόσο πολύ την ποιότητα της σκέψης;

Ήταν απαραίτητη η ανάπαυλα. Την κάναμε ρίχνοντας μια προσεχτική ματιά στους κρεμασμένους πίνακες. Ο ζωγράφος σχολιάζει:

Αν δεν ήμουν Αλέξανδρος, θα ήθελα να ήμουν Διογένης, λέει αυτό το έργο.

Ερ: Το άλλο στο πλάι του…; 

Απ: Είναι η Κίρκη, η στρίγγλα μάγισσα, που παραμόρφωνε τους άνδρες σε γουρούνια. Όσες γυναίκες βλέπουν τον πίνακα αυτό, φεύγουν τρεχάτες.    

Πιο πέρα το έργο της ψυχής του Αλέξανδρου. Ο Χριστός που κουβαλάει ζαλωμένο τον σταυρό. 

Μου έχουν πει να τον ξανακάνω αυτό τον πίνακα και δεν μπορώ. Δίνω φωτογραφίες σε διάφορους για αντιγραφή και δεν τον πετυχαίνουν τον Χριστό μου. Δεν αντιγράφεται εύκολα.  

Και μετά, ο Αλέξανδρος, μιλάει στη γυναίκα του…  

-Έλλη, σε παρακαλώ έλα εδώ! 

Η Έλλη παρατάει τις δουλειές του σπιτιού κι έρχεται κοντά μας.

Της λέει ο Αλέξανδρος:  «Θυμάσαι  το Δημήτρη το γιατρό, που ήθελε να αγοράσει το Χριστό μας;». 

 -Αλίμονο, ξεχνιέται εκείνο το περιστατικό;!

Απ: Μου λέει κάποτε η Έλλη: «Τι τους κρατάς  εδώ! Βγάλτους στο παζάρι τους πίνακες, να τους πουλήσεις!». Της απαντάω: «Τι είναι τα έργα, λάχανα, για να τα βγάλω στην αγορά;». Συνεχίζει αυτή: «Έμεινες μια ζωή ιδιότροπος. Σάμπως δεν βλέπεις που ζοριζόμαστε για λεφτά». Ήταν εκεί παρούσα η Έλλη, όταν ένας οδοντίατρος μαζί με τη γυναίκα του ήρθαν για να αγοράσουν το Χριστό που κουβαλάει το σταυρό μας. «Τσούζει η τιμή του πίνακα γιατρέ μου, του λέγω». «Έχω πολλά λεφτά, μου απαντάει όλο ευφορία». Και βγάζει ένα μάτσο από τη τσέπη. «Γιατρέ, δεν φτάνουν αυτά». Ρίχνεται η γυναίκα του, που της είχε σφηνωθεί ο πίνακας στο μάτι: «Έχουμε κι άλλα λεφτά στο σπίτι. Να πεταχτούμε να τα φέρουμε;». Γυρίζω και ρωτάω τη γυναίκα μου: «Να τον πουλήσουμε τον πίνακα;». Να έβλεπες την Έλλη, είχε παραλλάξει, είχε γίνει πτώμα. «Κάνε ότι νομίζεις, μου λέει και πάει στο άλλο δωμάτιο». Από τότε η Έλλη δεν βγάζει τον πίνακα από το σπίτι. Τον πήγα κάποτε μόνο για λίγες μέρες σε έκθεση και ένιωσε μέσα της κενό. 

Ερ: Τι σας έμπνευσε, για να πετύχετε τον σπουδαίο πίνακα; 

Απ: Ο Χριστός του μεγάλου ζωγράφου, Ελ Γκρέκο. «Ο Χριστός μου, που κουβαλάει το σταυρό» αν τον προσέξεις καλά δεν δείχνει ότι είναι εικόνα. Ήρθε στο σπίτι μου μια γριά, γονάτισε μπροστά Του κι έκανε το σταυρό της: «Χριστέ μου!», είπε και γέμισαν τα μάτια της. Έκλαψα κι εγώ μαζί της. 

Ο Αλέξανδρος περνάει από το ένα περιστατικό στο άλλο με μεγάλη άνεση, όπως περνάει από τη ζωγραφική στη γλυπτική, στην πεζογραφία, στην ποίηση:

«Μια μητέρα κάποτε ήταν πλούσια. Κι όμως ο γιος της μπλέχτηκε με ναρκωτικά. Όσο έβγαινε από τη φυλακή, τον μαζεύανε ξανά κι όμως, δεν έβαζε μυαλό. Όλη η πολυκατοικία γύρισε τις πλάτες στην πονεμένη μάνα. Την παράτησε ακόμα και η κόρη της. Κοίτα τι δράμα;! Μόνον εγώ της είπα: «Να έρθεις στο σπίτι μου όποτε θες κι όποτε έχεις ανάγκη. Χτύπα την πόρτα μου και τα μεσάνυχτα ακόμα». Η κάποτε ωραία κυρία κατάντησε μη χειρότερα. Για να επιβιώσει έφτασε να γίνει σκουπιδιάρα. 

Σταματάει για λίγο την αφήγηση ο Αλέξανδρος, ανάβει το τσιγάρο με το πάσο του, το βάζει στα χείλη και συνεχίζει:   

«Εγώ, σαν Αλβανός (κατά την ιδέα της) μπορούσα να σκοτώσω. Γι’ αυτό κατεβαίνει ένα μεσημέρι στο σπίτι μου και με παρακαλάει: «Αλέξανδρε, μου υποσχέθηκες ότι θα με βοηθήσεις». «Μα… αφού σου το είχα πει, τι άλλο τώρα! Πες μου τι θέλεις;!». «Θέλω να αυτοκτονήσω!». Κι ήρθε σε μένα τον «Αλβανό». Κοίτα τι περίεργο, τι τρομερό πράγμα. Σήκωσα το κεφάλι να τη δω καλά, να την ψυχολογήσω. Και άρχισα να σκέφτομαι, να ψάχνομαι μέσα μου, για να βρω τι να της πω. Ο Θεός με φώτισε να της πω λόγια καρδιάς. Για να την ηρεμήσω.  

Ερ: Για πείτε μας, με ποιον τρόπο την ηρεμήσατε…;!

Απ: Της λέω: «Ήξερες που θα γεννηθείς;» «Όχι». «Και με τέτοιο πεπρωμένο;». «Όχι, λέει ξανά.» «Μα οι γονείς σου ήξεραν;». «Ούτε αυτοί». «Τότε ποιος ήξερε, παράξενο δεν είναι;». «Μόνον ο Θεός τα ήξερε όλα». «Ας μην τον πούμε Θεό, μα Δημιουργό Αυτόν που έφτιαξε τον άνθρωπο, το καμάρι του. Λες τώρα εγώ να έχω το δικαίωμα να εκτελέσω αυτό τον άνθρωπο;! Θα με βάλεις σε μεγάλη εχθροπάθεια». «Μα… δεν αντέχω άλλο, ρε Αλέξανδρε!». «Έλα να πάμε στην εκκλησία». «Φοβάμαι». «Έλα να πάμε μαζί και να γονατίσουμε μπροστά στο Χριστό, και αυτός θα μας σώσει». 

Και συνεχίζει την συγκλονιστική αφήγηση ο Αλέξανδρος: 

Ακόμα συζητούσαμε όταν ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα στο σπίτι ο φίλος μου ο οδοντίατρος. Αφού μαθαίνει όλη την ιστορία και ψυχοπονάει την κυρία, γυρίζει και μου λέει: «Να της δώσω λεφτά Αλέξανδρε». «Μην το κάνεις αυτό, γιατρέ μου, γιατί μετά θα βγει να ζητιανέψει. Και η ζητιανιά, αργότερα, αυτόν τον καλό άνθρωπο θα τον οδηγήσει στην αυτοκτονία». 

Μου καρφώθηκε στο μυαλό η κακόμοιρη μητέρα, που ήθελε να αυτοκτονήσει. Για να ξεκολλήσω από αυτή αλλάζω θέμα: 

Ερ: Πού πήγε ο νους σας όταν πατήσατε για πρώτη φορά ελληνικό έδαφος; 

Απ: Είπα μέσα μου: «Πού θα βρω τον Αχιλλέα, τον Πάρη, την Ελένη της Τροίας…». Ακόμα και ως το Σεφέρη έφτασα. Όταν ο Σεφέρης ήταν Πρόξενος στην Κορυτσά, επισκέπτονταν συχνά και την Αυλώνα. Είχε το γραφείο του κοντά στο σπίτι μας. Μου είπε ο θείος μου κάποτε: «Ήταν φίλος του Σκιφτέρη ο πατέρας σου». «Τι ήταν αυτός…;». «Πρόξενος». Ξεφυλλίζω βιβλία, ψάχνω να βρω το όνομα. Τίποτα. Και είπα: «Έχει σπαράξει ο άνθρωπος». Όταν ήρθα στην Ελλάδα έμαθα ότι ο Σεφέρης υπηρέτησε πρόξενος στην Αλβανία. Πιάνω το θείο μου ξανά και τον ρωτάω: «Σεφέρης ή Σκιφτέρης λεγόταν ο φίλος του πατέρα μου;». «Σεφέρης ρε γαμώτο». 

Ερ: Έχετε φίλους Ελλαδίτες; 

Απ: Ένα σωρό. Να σας μιλήσω μόνο για έναν. Για τον Κώστα Μπακάλη, που τον γνώρισα τυχαία κι είδα να είναι προικισμένος με την ευαισθησία του πραγματικού Έλληνα. Τον τοποθετώ ανάμεσα στον Αγαμέμνονα και τον Πάτροκλο. Μας έφερνε τρόφιμα στο σπίτι, φρόντιζε τα παιδιά μου… Αυτοθυσιάστηκε ο άνθρωπος. Μου έβρισκε συνέχεια δουλειά. Κατεβάζαμε ένα πιάνο από κάποιον όροφο. Με βλέπει να μπαίνω κάτω από το πιάνο και του πιάνεται η ανάσα: «Μα… μην κάθεσαι κάτω ρε γαμώτο;!», ξεσπάει όλο θυμό. Με πονούσε, με προστάτευε!  

Ερ: Άλλος Ελλαδίτης φίλος σας;  

Απ: Γνώρισα κι έναν Μαυρομάτη, ενδοκρινολόγο. Κοντός στο ανάστημα, μα σβέλτος, φωτιά  Αντιμετώπιζα κάποιο πρόβλημα στο λαιμό μου. Μού είχε πρηστεί ένας αδένας από την πείνα κι είχα στηθεί στην ουρά για εξέταση. Βγαίνει ο γιατρός κάποια στιγμή έξω, για να δει την κατάσταση. Το βλέμμα του σκάλωσε σε μένα. Φαίνεται με έκοψε που ήμουν Βορειοηπειρώτης, απλώνει το χέρι και με παίρνει μέσα στο ιατρείο. Μετά, όπου κι αν συναντιόμασταν, μου έβαζε το χέρι στο λαιμό. Για να ελέγξει αν εξαφανίστηκε ο αδένας. Γνώρισα πολλούς Ελλαδίτες. Όμως, όπως ολούθε κι εδώ, δεν είναι όλοι ίδιοι. Όταν σου τυχαίνει να γνωρίσεις, να πλησιάσεις τον πραγματικό Έλληνα, βρίσκεις την ειρήνη, την αγάπη, την αγαλλίαση. Αυτό που λέγεται Ανθρώπινο Μεγαλείο. Συναντάς τον Αχιλλέα, την ωραία Ελένη… Στο γνήσιο Έλληνα αυτά. Όχι, όμως και στο μπασταρδεμένο Έλληνα, που δεν του ανοίγω την πόρτα.  

Ερ: Για κάποιον που σας έβλαψε, που σας πρόσβαλε κάποτε, τρέφετε κακία τώρα;

Απ: Θα απαντήσω και σε αυτό το ερώτημα με ένα περιστατικό: «Κάποτε τσακώθηκα άσχημα με ένα φίλο μου δάσκαλο, επειδή αδίκησε μια κοπελιά του δέκα. Της έβαλε οκτώ στο τέλος της χρονιάς. Έτυχε να αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας ο δάσκαλος και, με την ελπίδα ότι θα τον βοηθούσε κάποιος θείος του, έφτασε στα Γιάννενα. Όμως, ο θείος  δεν του άνοιξε την πόρτα κι έμεινε στους τέσσερις δρόμους. Δεν ξέρω που είχε  βρει το τηλέφωνό μου και με παίρνει: «Αλέκο, συγνώμη…, έχω μείνει στο έλεος της τύχης. Με δώδεκα χιλιάρικα δραχμές στη τσέπη… έπεσα στα χέρια σου». «Εσύ στα χέρια μου;! Τι είναι αυτά;! Άφηνε τα λόγια κι έλα σπίτι!». Έρχεται. Τον πηγαίνω στο Μαυρομάτη. Ο γιατρός τον βοηθάει σαν φίλο μου. Του κάνει τις εξετάσεις αφιλοκερδώς και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν πάσχει από καρκίνο. Φτερούγισε από ασυγκράτητη χαρά ο φίλος μου. «Αυτό που μου έκανες, μου λέει, δεν θα το ξεχάσω ποτέ». «Γιάννη,  του απαντάω, εγώ δεν σου έκανα τίποτε. Ο Έλληνας σου έκανε». Μόνο τέτοιου είδους «κακία» έχω μέσα μου. 

Τώρα, αφήστε με ελεύθερο για λίγο, να σας μιλήσω για τη διγλωσσία μιας Αλβανίδας μας λέει ο Αλέξανδρος.  

«Θα ήταν αρχές του χίλια εννιακόσια ενενήντα ή ενενήντα ένα, όταν βρέθηκα στο ληξιαρχείο της Αυλώνας για πιστοποιητικά. Μετά θα προσπαθούσα να βγάλω τη θεώρηση για την Ελλάδα. Πλάι μου ήταν και μια γυναίκα του πεζοδρομίου, διωγμένη από την       οικογένεια. Φαινόταν πολύ ταλαιπωρημένη κι ομολογούσε πώς είχε μπει παράνομα δύο φορές στην Ελλάδα. Μπροστά της έτυχε να με ρωτήσει γνωστός μου, που είχε κι αυτός το ίδιο πρόβλημα με μένα: «Αλέξανδρε, εσύ που μιλάς και ελληνικά ίσως να ξέρεις πώς είναι η Ελλάδα και οι Έλληνες;». «Μασκαράδες, πετιέται και λέει αυτή. Άνθρωποι χωρίς αφαλό». Δηλητήριο έβγαλε από το στόμα της. «Καλή μου, της λέγω, όταν μείναμε μόνοι μας, τώρα που δεν μας ακούει κανείς για πες μου πώς στέκει το πρόβλημα, γιατί δεν ξέρω καθόλου από κόσμο!». Την είδα να συμμαζεύεται. Μου λέει, με εντελώς διαφορετική γλώσσα από την προηγούμενη: «Εγώ όλους τους δικούς μου ανθρώπους τους έχω εδώ. Αυτοί με έδιωξαν, με πέταξαν στο δρόμο. Στην Ελλάδα όλοι μου συμπεριφέρθηκαν σαν αδέρφια. Μου γέμισαν τις τσέπες με λεφτά». Και βγάζει ένα μάτσο από τη τσέπη. «Αυτός είναι ο Έλληνας, αυτή είναι η αλήθεια και μην ακούτε τι λένε πέρα – δώθε».  

Ερ: Παρακολουθείτε το «Αλ Τσαντίρι» του Λαζόπουλου στην τηλεόραση;

Απ: Ναι. Είναι καλός ο Λαζόπουλος. Χειρίζεται ωραία τη σάτιρα. Καυτηριάζει με τόλμη τα πάντα… Όπως οι αρχαίοι Έλληνες σατιρικοί. Αλλά… το πρότυπό μου, σας το ξαναλέω, είναι ο Χατζηχρήστος. Κι εκατό φορές να τον δω σε ταινίες, δεν τον χορταίνω.  

Ερ: Τον Κανταρέ πώς τον σχολιάζετε; 

Απ: Ο Κανταρέ, αναμφισβήτητα, είναι το καμάρι της αλβανικής λογοτεχνίας, Χωρίς τον Κανταρέ δεν θα είχαμε αληθινή λογοτεχνία. Όλοι μας, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, παίρνουμε από τον Κανταρέ. Ζωγραφίζει με την πένα, με τα γράμματα, ασυνήθιστους πρωτότυπους πίνακες. Μα, από τον τρόπο πώς βλέπει τον άνθρωπο, φαίνεται να είναι λίγο κυνικός. Αυτό που δεν μου αρέσει στον Κανταρέ, είναι ότι δεν λατρεύει τον άνθρωπο. Όμως, το έργο του είναι γιγαντιαίο κι αναγνωρισμένο παγκοσμίως.    

Ερ: Πήρατε θέση μόνο για το Γιάννη Γκούτζο. Δεν μας είπατε κάτι και για άλλους ζωγράφους;

Απ: Ήμουν ο καλύτερος φίλος του Νεστόρ Γιονούζι. Κρατώ το άλμπουμ του στη βιβλιοθήκη μου, επίσης και του Σκεντέρ Καμπέρι. Ο Νέστορας είναι γνώστης και καλός χειριστής του χρώματος. Στο κάθε έργο του αισθάνεσαι το χορό και τον απόηχο του τραγουδιού που λένε κάποιες αόρατες νύμφες, που σήμερα βγαίνουν από το ποτάμι, την επόμενη ροβολούν από το βουνό. Ο Σκεντέρ είναι ένας υπέροχος ζωγράφος, που παίζει με τα χρώματα. Πολλές φορές τον βλέπω σαν τοκογλύφο που κρατάει στα χέρια μια πλοχεριά διαμάντια και τα ρίχνει. Είναι ο καλλιτέχνης των αντιθέσεων. 

Ερ: Από τους Έλληνες σύγχρονους ζωγράφους ποιον αρέσετε περισσότερο;  

Απ: Μου αρέσει πολύ ο Παρθένης, ο οποίος κάθεται ανάμεσα στον ποιητή και το ζωγράφο. Εκτιμώ και πολλούς άλλους, όμως η ψυχή μου βρίσκεται πιο κοντά στην ψυχή του Παρθένη. Τα πορτρέτα του δεν είναι αγγελικά. Είναι πραγματικά, γήινα. 

Ερ: Αν διαβάζετε ελληνική λογοτεχνία. 

Απ: Πολύ. Και μου αρέσει αφάνταστα. Με εντυπωσίασε ο Καζαντζάκης με το Ζορμπά. Για μένα αυτός είναι κορυφαίος, άφταστος γίγαντας. Κυρίως με το ωραίο λάξευμα του ήρωα. Με το αληθινό ζωγράφισμα του κοινωνικού περιβάλλοντος. Με την ατόφια περιγραφή της κοινωνικής ψυχολογίας.    

Ερ: Για τον εαυτό σας μιλήσατε ελάχιστα. 

Απ: Τι να σας πω για τον εαυτό μου, αφού δεν τον γνωρίζω ακόμα. Δεν ξέρω τι έχω μέσα μου. Καμιά φορά σκέφτομαι: Μήπως έχει δίκιο η Έλλη που μου λέει: «Έχεις το γάτο μέσα σου».

(Γελάμε και οι δύο).

Να σας πω: εγώ όταν σας ρίχνω μια ματιά, να ξέρετε ότι σας βλέπει και ο συγγραφέας και ο ζωγράφος και ο δάσκαλος και… και… και… Το κάθε πρόσωπο έχει μια συμμετρία. Όποιο τη χαλάει αυτή τη συμμετρία, πρώτα κάτι έχει χαλάσει μέσα του.

Ερ: Αμφιβάλετε στον εαυτό σας;

Απ: Μόνο…;! Είδα πρόσφατα στην τηλεόραση έναν φτωχό, που κέρδισε το λαχείο. Σε συνέντευξη, που τον ρώτησαν τι θα τα κάνεις τώρα όλα αυτά τα λεφτά, ο καημένος απαντάει: «Εγώ στη ζωή μου ποτέ δεν είχα τόσα πολλά λεφτά. Να όμως, που ο Θεός μου τα έδωσε. Οι συγχωριανοί μου χάρηκαν πολύ που κέρδισα το λαχείο. Γι’ αυτό θα τα μοιραστώ με τους συγχωριανούς μου, που χάρηκαν πολύ». Κοίτα τι όμορφα!

Ερ: Θα μπορούσατε εσείς να κάνατε το ίδιο;

Απ: Μπα, με τίποτα. Αυτή είναι η διαφορά! Πού τη βρήκα εγώ τόση δύναμη για να πατήσω πάνω στα λεφτά;! Τα λεφτά με πατούν εμένα. Σε μια νουβέλα: «Το αγρίμι που σκότωσε τον άνθρωπο» γράφω: «Μέσα μας υπάρχουν αγρίμια. Το ξέρουμε δεν είναι εύκολο να προστατευτούμε από αυτά τα αγρίμια, γιατί γεννηθήκαμε μαζί με αυτά». Συνοψίζουμε στη νουβέλα: «Ο καθένας μας χρειάζεται τεράστια δύναμη, για  να τα βάλει με τον εαυτό του».

Με τα ερωτήματα που του απευθύνω, είναι σαν να τον πετάω από μιαν άκρη στην άλλη, από την απλή αφήγηση περιστατικών στο φιλοσόφημα, στην ανάλυση έργων ζωγραφικής, γλυπτικής, πεζογραφίας.   

Να και η ξυλογλυπτική…

Ερ: Τι θέλετε να πείτε με αυτό το ξυλόγλυπτο έργο; 

Απ: Είναι «Το παράξενο βλέμμα». Το βλέμμα μου, το μάτι μου. Θέλω να πω με αυτό: «Τι κάνετε άνθρωποι του Θεού; Γιατί φωλιάζει τόσο πολύ μίσος μέσα σας;! Τι κάνεις εσύ, κοινωνία, όταν η ζωή είναι τόσο μικρή;!» Κι όλοι συνεχίζουμε να τρώμε ο ένας τον άλλο με μανία. 

Ερ: Συναντήσατε, αντιμετωπίσατε δυσκολίες στην Ελλάδα;

Απ: Όσες θέλεις. Με το φόρτωμα. Όλοι, στην οικογένειά μου, πήραμε την ειδική κάρτα ομογενούς. Η δική μου κάτω γράφει: «Ομογενής από τη γυναίκα του».  

Ερ: Γιατί; 

Απ: Πείτε μου εσείς γιατί. Ο πατέρας μου, οι αδερφές μου, έχουν γεννηθεί στην Παλάσσα. Μόνον εγώ γεννήθηκα στην Αυλώνα. Του λέγω του διευθυντή της αστυνομίας: «Με ένα χαρτί θα με κάνεις εσύ εμένα Έλληνα; «Με τι άλλο να σε κάνω;! μου απαντάει χαμογελώντας». Πολύ καλός κι ευγενικός ο άνθρωπος. «Με τραγούδι. Βάλε με να σου τραγουδήσω το: «Για δες καιρό που διάλεξε, ο χάρος να με πάρει,/ τώρα π’ ανθίζει το κλαρί, και βγάζει η γης χορτάρι». «Μόνον αυτό;! – λέει ξανά χαμογελώντας». «Θα σου πω κι άλλα. Θ’ αντέξεις όμως;» «Ναι, αμέ». «Μη με στέλνεις μάνα, στην Αμερική,/ γιατί θα μαραζώσω, και θα μείνω εκεί αμάν, αμάν..». Λέει αυτός: «Σε καταλαβαίνω, Αλέξανδρε, μα η γραφειοκρατία…!!! Όταν θα ξαναγίνουν τα νέα χαρτιά σου, εγώ θα κάνω το καθήκον μου».  

Η γραφειοκρατία είναι η σκάρτα ψυχή του Έλληνα, που ταλαιπωρεί, που πατάει βάναυσα πάνω σε συναισθήματα, χωρίς να υπολογίζει τίποτα.  

Ερ: Για να επιστρέψομε και πάλι στη δημιουργία σας. Ποιο απ’ όλα τα έργα σας  θεωρείτε ότι είναι το καλύτερο;

Απ:Πόσα παιδιά έχετε; Τα καμαρώνετε όλα τα παιδιά, ανεξαρτήτως από το μπόι που έχει το καθένα.

Είδατε που με πάτε…;

Το έργο σου, το κάθε έργο σου είναι το παιδί σου.

Έτσι κι αλλιώς, εγώ επιμένω:

Ερ: Δεν μπορεί να μην ξεχωρίζετε κάποιο… 

Απ: Ναι, ξεχωρίζω. Ρίξτε μια ματιά εκεί!

Βλέπουμε μαζί τον κρεμασμένο πίνακα στον τοίχο. Είναι δύο πρόσωπα σε ένα. Με κοινό δακρυσμένο μάτι. Ο ζωγράφος σχολιάζει: 

Αυτό είναι «Η φάμπρικα των δακρύων», που λέει ότι στο μονοκομματικό καθεστώς εμείς ζήσαμε ο ένας κοντά στον άλλο. Μας χώριζε ένα ρυάκι δακρύων, μας ένωνε ένα ρυάκι δακρύων…

Δεν του διακόπτω την σκέψη, τον αφήνω να αφηγηθεί το περιστατικό που ακολουθεί ως το τέλος. Ανεξαρτήτως αν συμφωνώ ή διαφωνώ μαζί του:

«Πήγα μαζί με τη γυναίκα και την κόρη μου στην Αλβανία για να τακτοποιήσουμε ένα – δυο ζητήματα. Το βράδυ πέσαμε να κοιμηθούμε στο δωμάτιο που κοιμόταν η συχωρεμένη η μάνα μου, που πίστευε πάρα πολύ. Μάνα και κόρη, έπιασε η καθεμιά, τον δικό της καναπέ, ενώ εγώ πλάγιασα στο κρεβάτι που άφησε την τελευταία της πνοή η Μάνα μου. Κατά τα μεσάνυκτα η κόρη μου ακούει βηματισμούς και βλέπει τον ίσκιο μιας ψηλής γυναίκας. (Έτσι ήταν η Μάνα μου: ψηλή, με φαρδύ κόκαλο). Βογκώντας, προχωράει προς το κρεβάτι μου. Εγώ ύπνο. Η κόρη μου καταφοβισμένη σηκώνεται και πηγαίνει και στριμώχνεται στη μάνα της. Την σφιχταγκαλιάζει και της λέει: «Μαμά, βλέπεις τίποτε στο δωμάτιο;!». «Ναι, μα σιώπα εσύ!». Μέχρι τα ξημερώματα ήταν με τη λαχτάρα στην ψυχή, μάνα και θυγατέρα. Με ρωτάνε το πρωί: «Κοιμήθηκες καλά;». «Μια χαρά». «Είδες κανένα όνειρο;» «Όχι, κανένα». Μετά μου εξομολογούνται. Το και το. Γέλασα εγώ. «Ανάψτε την καντήλα, τους λέγω, και τότε θα δείτε…». Άναψαν την καντήλα κοντά στην εικόνα και η Μητέρα μου δεν  ξαναεμφανίστηκε. Μια νύκτα έρχεται μέσα στο δωμάτιο μια άσπρη πεταλούδα. «Έλλη, της λέγω, η Μητέρα μου». «Έλα, τώρα. Μην λες βλακείες». «Έτσι λες εσύ;». Κι απλώνω το χέρι: «Μαμά ευχαριστώ που ήρθες. Είμαι καλά, μην ανησυχείς καθόλου για μένα. Έλα, με έχει πάρει ο πόνος». Κι έρχεται και κάθεται πάνω στην παλάμη μου. «Κάθισε λιγάκι!». Μετά από λίγο της λέγω: «Φύγε τώρα Μαμά, γιατί κουράστηκες! Φύγε να ξεκουραστείς!». Σηκώθηκε από την παλάμη μου και βγήκε από το παράθυρο. Έφυγε η Μητέρα μου – πεταλούδα». 

Ερ: Ποια συμβουλή έχετε σαν οδηγό στη ζωή σας;

Πολλές. Μα, περισσότερο τη συμβουλή ενός νέου ποιητή που δεν έχει και τόσο σιγουριά στο στίχο του. Μου είπε: «Μην ασχολείσαι με αυτούς που δεν θα αφήσουν πίσω τίποτα!».

Γιώργος Μύτιλης