ΑΝΔΡΕΑΣ ΖΑΡΜΠΑΛΑΣ: Η αγάπη πλάτυνε μέσα μου το στενό τόπο, τον έκανε απέραντο

ΑΝΔΡΕΑΣ ΖΑΡΜΠΑΛΑΣ: Η αγάπη πλάτυνε μέσα μου το στενό τόπο, τον έκανε απέραντο
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Συνέντευξη

Ο Ανδρέας Ζαρμπαλάς είναι ο ποιητής του φιλοσοφημένου στίχου, της δυνατής εικόνας και του βαθιού πόνου. Είναι ταυτόχρονα και ταλαντούχος πεζογράφος. Δημοσιογράφος ναι και ναι. 

Στην Βορειοηπειρωτική λογοτεχνία βάζει γωνίες σαν πρωτομάστορας. Περνάει το σπάγκο – οδηγό για να χτίζουν οι άλλοι ενδιάμεσα. Τώρα και αργότερα. Ποτέ δεν κουτσούρεψε. Μια ζωή φυτεύει, σκαλίζει, κλαδεύει, μπολιάζει… για να ρίξουν και τα νέα βλαστάρια ανάστημα. 

Είναι σαν το ποτάμι ο Ανδρέας Ζαρμπαλάς, που πάντα κουβαλάει σπουδαία πράγματα. Επηρεάζει με τη δημιουργία του. Η συλλογή «101 ποιήματα για μια χούφτα τόπο» ίσως να πίστεψε κανείς ότι είναι το καλύτερο έργο του. Η κορυφή του. Κι ότι δεν θα μπορούσε να ανέβει ψηλότερα. Όμως, δεν ήταν έτσι. Γιατί η υπέροχη συλλογή, στην οποία δεσπόζει το ποίημα – ύμνος του τόπου μας – «Είμαστε κι εμείς», ήταν μόνο το μαρμάρινο βάθρο, πάνω στο οποίο σκαρφάλωσε και κάθισε περήφανα ο «Ραβδομάντης». Η επόμενή του συλλογή.

Δεν σωριάζεται με τίποτε το οικοδόμημα του Ανδρέα Ζαρμπαλά (μάταια τον πετροβολούν) γιατί είναι χτισμένο πάνω σε στέρεο έδαφος. Τα θέμελά του είναι γερά. Γύρισε πόντο – πόντο όλο τον τόπο μας και του φτιάχνει την ιστορία. Συνάμα φτιάχνει και την προσωπική του ιστορία.           

Το ‘91 ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές της ίδρυσης και λειτουργίας της ΟΜΟΝΟΙΑΣ, υπηρετώντας από τη θέση του πρώτου Προέδρου και βουλευτή του πρώτου πλουραλιστικού Κοινοβουλίου της χώρας. Είναι πάγια η θέση του για την μειονότητα: «Μια μειονότητα, λέει, βρίσκεται ανάμεσα σε δύο μυλόπετρες. Αν δεν ξέρει να συμπεριφερθεί τη μετατρέπουν σε αλεύρι».

Από τη συνέντευξη αυτή θα πάρετε μόνον μια πρώτη γεύση από τη διπλή ζωή του Ανδρέα Ζαρμπαλά. Του ανήσυχου συγγραφέα μας, που τρέχει διαρκώς να καταγράψει την Ιστορία του μαρτυρικού μας ΤΟΠΟΥ. 

Ερ: Από τότε που ξεκινήσατε να γράφετε  ποιος ήταν ο σκοπός σας;

Απ: Οι Μειονότητες τελούν πάντα υπό καθεστώς αμφισβήτησης. Έτσι μπαίνεις κι εσύ στη μάχη με όσα πνευματικά εφόδια κι αν διαθέτεις. Η τέχνη, σε τέτοιες εποχές, καλείται να συμπαρασταθεί, να στηρίξει την προσπάθεια του συνόλου, χωρίς, βέβαια, να παραμορφώνεται και να μετατρέπεται σε απλή προπαγανδιστική διαδικασία. Αυτό ήταν στοίχημα.

Ερ: Στα έργα σας βλέπουμε χειροπιαστή την ιστορία του τόπου με τις ιστορικές μορφές του.

Απ: Η ιστορία του τόπου μας, ήταν σχεδόν άγνωστη για το ευρύτερο κοινό. Ένα δικτατορικό καθεστώς φροντίζει να την κρύψει, να την αλλοιώσει, να την παραμορφώσει. Σου έλεγε καθαρά ότι εσύ δεν έχεις παρελθόν. Τούτο είναι και μεταφυσικό, αλλά και προσβλητικό. Οι πνευματικοί άνθρωποι το θεωρούν χρέος να ανακαλύψουν και να αναδείξουν την ιστορία και τους πρωταγωνιστές της, οι οποίοι σημάδεψαν την πορεία μας. Τέτοιοι ήταν, λ.χ., ο Θωμάς Σπύρος από το Καινούργιο, ο ηγούμενος της Μονής Θεολόγου Φιλήμονας, ο Θύμιος Λιώλης, ο Λευτέρης Τάλλιος από το Βούρκο, κ.λ.π. Θα ήθελα να προσθέσω εδώ, ότι η ιστορία είναι ενιαία και δεν μοιράζεται, δεν χαρακτηρίζεται πότε καλή και πότε κακή. Η μία εποχή διαδέχεται την άλλη, ο ένας πρωταγωνιστής διαδέχεται και συνεχίζει το έργο του προηγούμενου. Κι ο καθένας με την προσφορά του, μικρότερη ή μεγαλύτερη, συμβάλει στην ανοδική πορεία του τόπου.

Ερ: Μέσα σε μια τέτοια πραγματικότητα ποια είναι η μέριμνα ενός συγγραφέα;

Απ: Η πρώτη του μέριμνα ήταν να ψάξει στη συλλογική μνήμη. Ταυτόχρονα να βρει το νήμα, που τον συνδέει με τους «πνευματικούς του παππούδες»: Μουστακίδη, Ζώτο Μολοσσό, Πετρίδη, Βασίλειο Μπαρά, Θανάση και Μιλτιάδη Οικονομίδη, που ήταν άγνωστοι στη γενιά μας. Αυτοί, οι παππούδες, είχαν καταγράψει πολλές πτυχές της πορείας του τόπου. Τώρα στη δημοκρατία, σ’ αυτούς στηρίχτηκα για τις μελέτες μου. «Το αίμα της αγάπης», λόγω  έλλειψης  στοιχείων, άργησε είκοσι και πλέον χρόνια να ιδεί το φως της δημοσιότητας.  

Ερ: Η κάθε ιστορική περίοδος, λέτε, είχε και τους πρωταγωνιστές της.

Απ: Την περίοδο 1650 – 1750, όπου δίνονταν η μεγάλη μάχη για τη διατήρηση της ορθοδοξίας, πρωταγωνιστές ήταν ο πάπα – Γιάννης Θεμελής από το χωριό Μαχαλάς και ο επίσκοπος Σοφιανός στη μονή Αϊ Θανάση της Πολύτσιανης. Στα 1760 – ‘70, στην αντίσταση κατά των Κοκάτων του Δελβίνου, που έγινε στη Λεσινίτσα, πρωταγωνιστής ήταν ο Δημήτρης Τσιάβος. Στα 1862 – ‘66, κατά την εξέγερση των χωρικών του Βούρκου, πρωταγωνιστές ήταν ο Θωμάς Σπύρος και ο Φιλήμονας. Στα 1912 – 1914 εμφανίζεται ο Θύμιος Λιώλης. Την περίοδο 1942 – ‘44 δεσπόζει η μορφή του Λευτέρη Τάλλιου. Η ικανότητα ενός τόπου είναι όταν από τα προηγούμενα παίρνει το πιο θετικό, το πιο σπουδαίο και το ανεβάζει πιο πάνω.

Ερ: Για την ένταξη της Μειονότητας στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα υπάρχουν διάφορες απόψεις.

Απ: Υπήρχαν από τότε. Πιστεύω ότι, το ένστικτο ή η δημοκρατική αντίληψη, οδήγησαν τη Μειονότητα να ταχθεί στην πλευρά των δημοκρατικών δυνάμεων, που αντιτάχθηκαν στο φασισμό. Πιστεύω ακόμα, ότι όσοι βγαίνουν στο βουνό, δεν πηγαίνουν να χορέψουν, αλλά να σκοτωθούν για ένα ιδανικό.  

Ερ: Δηλαδή συμφωνείτε με τις επιλογές της Μειονότητας;

Απ: Άλλες Μειονότητες, που δεν ακολούθησαν το δρόμο αυτό, χαλάστηκαν. 

Ερ: Μετά το ‘91 πώς είδατε τις ιδεολογίες στο χώρο μας;

Απ: Μια Μειονότητα πρέπει να προτάσσει το εθνικό και όχι το ιδεολογικό.  

 Ερ: Μόνο το εθνικό;

Απ: Κατά τον ισπανικό εμφύλιο 1936 – 1939 οι σκοτωμένοι ενταφιάζονταν χώρια: οι ρεπουμπλικανοί, χώρια οι φρανκικοί. Μετά την επικράτησή του, ο Φράνκο,  έδωσε εντολή να αναμειχτούν τα οστά, να γίνει μια στήλη σε ψηλό μέρος και να γραφτεί πάνω της: «Έπεσαν για την Ισπανία». Το αναφέρει ο Μίκης Θεοδωράκης στη συνέντευξή του, «Άξιον εστί». Αλλά, όπως συνήθως, οι άνθρωποι ακούνε μόνον εκείνα που τους βολεύουν. 

Ερ: Εμείς τι κάναμε;

Απ: Κάναμε το αντίθετο. Την εποχή της δικτατορίας πυροβολούσαμε τους δεξιούς. Την εποχή της δημοκρατίας πυροβολούμε τους αριστερούς. Τώρα στη δημοκρατία είναι η ώρα να ενώσουμε ότι τσαλαπατήθηκε από την αρβύλα της δικτατορίας με τα άλλα και να στήσουμε όρθια την πραγματική μας ιστορία. Τι ήταν, λ.χ., ο Βασίλης Σαχίνης; Ήταν εχθρός ή ήρωας; Πέρασαν είκοσι χρόνια από την ώρα της μεταπολίτευσης κι εμείς ακόμα δεν κατορθώσαμε να τον δώσομε στον κόσμο με τις πραγματικές του αξίες.

Ερ: Πώς την προβάλεις τη Μειονότητα;

Απ: Αν εννοείτε τις λογοτεχνικές μορφές, θα έλεγα πως στην υπηρεσία της μπήκαν και η ποίηση και η πεζογραφία και η λαογραφική μελέτη και η εθνογραφική μελέτη. Πρωταρχική σημασία, κατά την ταπεινή μου γνώμη, έχει η γνώση του αντικειμένου. Και κάτι άλλο: η αγάπη προς το αντικείμενο. Η αγάπη σε σώζει και από την φθοροποιό προσποίηση. 

 Ερ: Πού στηρίζεται το έργο σας;             

Απ: Το ταπεινό μου έργο στηρίζεται μόνο στη λέξη Πατρίδα. 

Ερ: Σε φτάνουν τα εφτά της γράμματα να γράψεις ένα ολόκληρο έργο;

Απ: Όταν την Πατρίδα τη στερείσαι, τότε τα εφτά της γράμματα πληθαίνουν, γίνονται όπως τα μυριάδες χαλίκια σε ένα ποτάμι. Είναι άλλοι, που τα εφτά γράμματα τα βρίσκουν πάμπολλα. Και τα τραβούνε ένα – ένα.  Ακόμα και του Παρθενώνα του τραβούν ένα – ένα τα μάρμαρα.

Ερ: Ας πούμε κάτι άλλο. Τι ήταν η Μαίρη, σχετικά με τη δημιουργία σας;

Απ: Η Μαίρη ήταν η προσωποποίηση του μέτρου και της αυταπάρνησης, ο πρώτος αναγνώστης και ο πρώτος κριτής των ποιημάτων μου, η μόνη που γνώριζε την περιπέτεια της χειρόγραφης ποιητικής συλλογής «101 ποιήματα για μια χούφτα τόπο», η  καλύτερη φίλη των νέων ταλέντων, που κατακλύζανε κυριολεκτικά το σπίτι μας.

Ερ: Πώς αισθανθήκατε όταν ανακαλύψατε ότι είστε Έλληνας μειονοτικός;

Απ: Μειονοτικός σημαίνει περιθωριακός. Στην αρχή τα βάζεις με τη μοίρα, που σε περιορίζει γεωγραφικά, σε περιορίζει πνευματικά. Ύστερα κάνεις έτοιμο το σταυρό σου να τον κουβαλήσεις.

 Ερ: Κι εσείς συγκεκριμένα τι κάνατε;

Απ: Πρώτα βάλθηκα να γνωρίσω τον τόπο. Τον αγάπησα και με αγάπησε. Όταν διψούσα, έβγαζε μπροστά μου μια βρύση κρύα. Όταν με έπιαναν βροχές, μου άνοιγε μια σπηλιά. Όταν κουραζόμουν, μου έφερνε ένα φιλόξενο σπίτι. Όταν ήθελα να ξεδώσω, μου έφερνε ένα πανηγύρι. Όταν ήθελα να γράψω, έβγαζε από τα «σεντούκια» του τα σπάνια γεγονότα, τα σπάνια τραγούδια, τους σπάνιους τύπους ανθρώπων του. Πιστεύω πως η αγάπη πλάτυνε μέσα μου τον στενό τόπο, τον έκανε απέραντο. Τον έκανε, επίσης, σταυρό και τον κουβαλάω μια ζωή. Τούτο το χρωστάω στην εφημερίδα «Λαϊκό Βήμα».

Ερ: Λέτε σε ένα ποίημα: «Αδέρφια, πού είστε; Μούδιασε ο πλάτης μου. Δεν είμαι Τιτάνας./ Πάει να μας σπάσει σα κλάρα τούτος ο άνεμος. Το νου σας!» 

Απ: Ένα βράδυ, στο χωριό, φύσαγε βοριάς σα λυσσασμένος. Κι ενώ οι άλλοι, είχαν πέσει να κοιμηθούν, εγώ ξαγρυπνούσα μπροστά στο τζάκι, κι άκουγα το πώς ο βοριάς χτύπαγε το σπίτι σαν θυμωμένο κριάρι. Το σπίτι κουνιόταν, οι ελιές έξω θα λυγούσαν, τα χορτάρια ισοπεδώνονταν. Ο άνεμος της πιο στυγνής προπαγάνδας ξεπερνούσε σε ένταση και το Βοριά. Εκεί γεννήθηκε το ποίημα «Ο άνεμος», που ήταν έκκληση προς όλους τους ανθρώπους, να βάλουν την πλάτη τους, για να μην σωριαστεί ο τόπος. 

Ερ: Τότε πώς αντιστέκεσαι…;

Απ: Καμιά αντίσταση δεν κερδίζεται από μοναχικούς ανθρώπους. Η περίφημη «Λογοτεχνική Σελίδα του Λαϊκού Βήματος» συν τω χρόνω μετατράπηκε σε ναό, όπου συγκεντρώνονταν οι μέχρι τότε πνευματικές δυνάμεις: Πάνος Τσούκας, Παύλος Σιούτης, Γιάννης Πάνος, Βασίλης Κώτσιας, Μηνάς Λέκκας, Φώτος Κυριαζάτης, Νίκος Κατσαλίδας, Πέτρος Τσερκέζης, Θωμάς Στεριόπουλος, Σπύρος Τζιάς, κ.ά. Από την άλλη μεριά, ενθάρρυνε, τα νέα ταλέντα, που έδειχναν μια κάποια ροπή προς τις τέχνες: Βαγγέλη Μήλο, Σπύρο Λάγιο, Βαγγέλη Ζαφειράτη, Κώστα Νούσια, κλπ. Προετοίμαζε κατά κάποιον τρόπο την επόμενη γενιά.  Μέσω της Σελίδας αυτής, περνούσαν και μηνύματα προς όλους τους ανθρώπους. Έφτανε να βρεις το κατάλληλο κλειδί. Ο Γιάννης Ρίτσος, λ.χ., ήταν αποδεκτός από το τότε σύστημα. Μέσον αυτού μπορούσες να περάσεις τον στίχο «Εδώ σωπαίνουν τα πουλιά, σωπαίνουν κι οι καμπάνες» από τη συλλογή «18 Λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας».

Ερ: Με το γεγονός της ενταφίασης των «101 ποιημάτων» κυκλοφορούν φήμες ότι στην πράξη αυτή μιμείστε το Ρίτσο.

 Απ: Το γεγονός ήταν ίδιο. Τα ποιήματα του Ρίτσου τα κυνηγούσε η δεξιά. Τα δικά μου η αριστερά. Τα μυστικά μας τα εμπιστευόμαστε στη μάνα γη. Εύχομαι να μην συμβαίνουν τέτοιες τελετές ενταφιασμού σε κανένα σημείο της Γης.

Ερ: Στα ποιήματά σας βλέπω ότι το περιεχόμενό τους καίει πολύ.

Απ: Αν είναι έτσι, που λέτε, σημαίνει ότι τα ποιήματα είναι αληθινά, είναι πέρα από κάθε προσποίηση. Είναι βιωμένα. Φυσικά, εδώ χωράει πολλή κουβέντα. Γνωστή Αθηναία ποιήτρια, εξέφρασε την πλήρη απέχθειά της προς τα βιώματα. Γι’ αυτό λέω ότι χωράει συζήτηση. 

Ερ: Πώς επιβιώσατε μέσα σε μια δικτατορία;

 Απ: Για να επιβιώσεις ως άνθρωπος και ως κρυφός αντιφρονούντας ποιητής, φτιάχνεις τον δικό σου Κώδικα με άρθρα, που τα ξέρεις μόνον εσύ και τα εφαρμόζεις με μεγάλη αφοσίωση μόνον εσύ. Ένα από τα άρθρα, λ.χ., ήταν εκείνο, που έλεγε πως «Όλοι μπορεί να είναι καταδότες». Που σημαίνει ότι τραβάς κόκκινη γραμμή. Έτσι έχεις το πλεονέκτημα να επιλέγεις τους φίλους σου. Κι αν μια μέρα καταφέρουν και σε γονατίσουν, είσαι ενσυνείδητος, πως δεν έχεις κάνει καλές επιλογές.

Ερ: Ο αριθμός «101» είναι τυχαίος;

Απ: Έχει σχέση με τον τόπο και με μένα τον ίδιο. Το καθεστώς έπρεπε να δείξει τα δόντια του από την αρχή. Τον τάδε, έλεγαν οι άντρες στην αυλή μου, τον δίκασαν 15 χρόνια, τον τάδε ισόβια, τον τάδε 101 χρόνια. Τα ισόβια, εντάξει. Πόσο ζει ένας άνθρωπος; Γύρω στα 80 χρόνια. Τα υπόλοιπα 20 πού θα τα  εκτίσει ο καταδικασμένος σε 101, στο μνήμα;! Και φανταζόμουν έναν νεκρό, να είναι ταυτόχρονα και καταδικασμένος. Σε μια τέτοια ποινή είχε καταδικαστεί ο τόπος μου. Άρα, έπρεπε να κάνω την προσωπογραφία ενός καταδικασμένου σε 101 χρόνια. 

Ερ: Όλο αυτό το  χρονικό διάστημα δεν διαδόθηκε το μυστικό;

Απ: Το ήξερε μόνον η Μαίρη. Άλλος κανένας. Ήταν, φυσικά και η μάνα, αλλά που τα ποιήματα τα είδε την τελευταία στιγμή, ως παράξενο περιεχόμενο μιας μπουκάλας, την οποία έπρεπε να παραχώσομε μαζί κάτω από τη συκιά. Ήξερε μόνον ότι τέτοια πράγματα δεν είναι για καλό. Έτσι, τα ποιήματα, στα χέρια της Μαίρης, της μάνας και της γης, ένιωθαν σίγουρα.

Ερ: Ταυτοχρόνως με τα δημοσιεύσιμα ποιήματα γράφατε και τα αδημοσίευτα. Πώς είναι δυνατόν (;!)

Απ: Με τα «καλά» δημοσιογραφικά άρθρα και με τα «δημοσιεύσιμα» ποιήματα αγοράζεις έξωθεν καλή μαρτυρία, εικόνα και χρόνο.

Ερ: Πότε δημοσιεύτηκε η συλλογή;

Απ: Τον Αύγουστο του 1991 ήρθε στους Αγίους Σαράντα ο εκδότης του περιοδικού ΑΝΤΙ, κ Παπουτσάκης. Μετά από τη συζήτηση που είχαμε περί ΟΜΟΝΟΙΑΣ και Ελληνισμού, πήρα το θάρρος και του μίλησα για τα ποιήματα. «Τώρα τα έβγαλα από το χώμα». Με το νου του θα ‘λεγε: «Σε φαντασιόπληκτο έπεσα!». Είδε τα χειρόγραφα, τσαλακωμένα, κιτρινισμένα, μελανιασμένα. Πείστηκε ότι φαντασιόπληκτος δεν ήμουν. Το Μάη του 1992 η συλλογή παρουσιάστηκε ενώπιον Ελλήνων ποιητών, συγγραφέων και πολλών δημοσιογράφων στο «Σπίτι της Κύπρου», στην Αθήνα.

Ερ: Έκανε απήχηση η έκδοση της συλλογής;

Απ: Καμία. Η Ελλάδα είναι ένα μεγάλο καμίνι. Εγώ ένα ξυλαράκι. Δεν αποτελεί είδηση η έκδοση ενός βιβλίου μου. Ο κύριος Παπουτσάκης, όταν με παρουσίαζε σε κάποιον δημοσιογράφο ή ποιητή, από τους πολλούς που περνούσαν από το ΑΝΤΙ, έλεγε στα σοβαρά: «Απ’ εδώ ο κ. Ζαρμπαλάς, ποιητής από τη Βόρειο Ήπειρο, του εκδώσαμε μια ποιητική συλλογή, που αποτέλεσε μεγάλο εκδοτικό γεγονός!». Κι έπεφτε γέλιο.

Ερ: Ούτε εκεί πάνω σε μας προέκυψε κάτι;

Απ: Τα «101 ποιήματα για μια χούφτα τόπο» κι εγώ είχαμε κοινή, αλλά ταυτόχρονα και διαφορετική μοίρα. Στο προηγούμενο καθεστώς εγώ ήμουν ο «καλός δημοσιογράφος», ενώ τα ποιήματα ο πρώτος εχθρός. Μετά τη μεταπολίτευση, τα ποιήματα ήταν η σημαία, το σύμβολο της αντίστασης ενάντια στη δικτατορία, ενώ εγώ ο «προδότης» της Βορειοηπειρωτικής υπόθεσης. Ο σύλλογος των Ελλήνων Μειονοτικών Συγγραφέων και Καλλιτεχνών στο Αργυρόκαστρο, σε μια συγκινητική, θα έλεγα, συνάντηση, κατάφερε να ενώσει τα ποιήματα με τον ποιητή τους.

Ερ: Κάποιες αξίες της συλλογής;

Απ: Αξίες; Ξέρω μόνο ότι είναι παιδί της καταιγίδας.

Ερ: Διαβάζοντας την πρόζα  και την ποίησή σας, βλέπουμε με απλές λέξεις να δίνετε βαθιά νοήματα…

Απ: Παρέρχομαι τα «βαθιά νοήματα». Για τη γλώσσα θα πω. Είμαι, φαίνεται, της παλιάς σχολής, όπου πρεσβεύει ότι εκείνο, που γράφεις πρέπει να γίνεται κατανοητό από τον αναγνώστη. Η σύγχρονη σχολή αγνοεί εντελώς τον αναγνώστη και επικεντρώνει την προσοχή στις λέξεις, στη μουσικότητα και στα χρώματά τους. Για τη σύγχρονη σχολή δεν έχει τόση σημασία εκείνο που λες, αλλά πώς το λες. 

 Ερ: Τι πρέπει να προσέξει περισσότερο ένας συγγραφέας, το περιεχόμενο ή τη μορφή;

Απ: Πιστεύω ότι ο συγγραφέας, κερδίζει ή χάνει το παιχνίδι, ταυτόχρονα στο περιεχόμενο και στη μορφή.   

Ερ: Φτιάξατε Ανθολογίες Βορειοηπειρωτικής Ποίησης και Διηγήματος. Τι είναι αυτές οι φωνές γύρω σας;

Απ: Τις απόψεις μου για τις Ανθολογίες τις εξέφρασα καθαρά, στους προλόγους τους.

Ερ: Τι ρόλο παίζει μια Ανθολογία;

Απ: Με τις Ανθολογίες ήθελα να παρουσιάσω στο Ελληνικό κοινό ότι  καλύτερο διαθέτουμε εκεί πάνω ή και εδώ κάτω πια. Μήπως και καταφέρουμε να βελτιώσουμε περισσότερο την εικόνα μας. 

 Ερ: Τότε ποιες είναι και τι θέλουν αυτές οι φωνές;

Απ: Φώναξαν, όσοι είδαν τον εαυτό τους απ’ έξω και τούτο το θεώρησαν ως τη μεγαλύτερη αδικία του αιώνα. Θα μπορούσαν να στραφούν μέσα τους και να αναρωτηθούν αν πληρούν τις προϋποθέσεις να μπουν σε μια Ανθολογία.

Ερ: Μπορείτε να γίνετε πιο συγκεκριμένος;

Απ: Οι ίδιες φωνές και οι ίδιες πένες ανέλαβαν δράση και για «Το αίμα της αγάπης». Είναι αυτοί, που συντηρούν μετά μανίας τον σιχαμερό εμφύλιο στη Μειονότητα. Την ώρα, που στα «101 ποιήματα για μια χούφτα τόπο» και συγκεκριμένα στη σελίδα 66, έγραφα: «Μέσα στην καρδιά μας είναι ένας τόπος που μοσχοβολάει λευτεριά/εκεί αντάμωναν τις νύχτες Διάκος και Θύμιος Λιώλης», κάποιοι, που σήμερα τσιρίζουν, πήγαιναν στα Ληξιαρχεία και άλλαζαν το  επώνυμό τους, για να μην έχουν καμιά σχέση με τον «εχθρό του λαού». Άλλοι, έπαιρναν πρώτοι τις βαριοπούλες και τσάκιζαν τους σταυρούς στα νεκροταφεία μας εκείνο το αντίχριστο έτος 1967.

 Ερ: Τι μήνυμα τους στέλνετε;

Απ: Να σταματήσει, επιτέλους, ο εμφύλιος! Υπάρχουν και έντιμοι τρόποι να βγάλομε το ψωμί μας!

Ερ: Αν θυμάστε, ποιο ήταν το πρώτο βιβλίο που διαβάσατε και έπειτα γίνατε βιβλιοφάγος και σας μπήκε η μανία και να γράφετε;

Απ: Είχε έρθει στο χωριό ένας άγνωστος με μια τσάντα στην πλάτη. Εμείς, τα παιδιά, παίζαμε πλακίτσα  στις σκόνες του μεσοχωριού. Ο ξένος κατέβασε την τσάντα, την ακούμπησε σε μια μεγάλη πλάκα και άρχισε να βγάζει βιβλία και τα κουνούσε μπροστά μας. Αργότερα, όταν ήρθα σε επαφή με αληθινά βιβλία, κατάλαβα ότι το πρώτο μου «βιβλίο» δεν ήταν παρά μια μπροσούρα: «Το ένδοξο παρελθόν του Αλβανικού λαού». Το καθεστώς διαφήμιζε τον εαυτό του. Ήμουν τότε μαθητής της πέμπτης τάξης.

Ερ: Κάποιο άλλο παιδικό σας όνειρο;

Απ: Το όνειρο του στυλογράφου. Στη διαδρομή από το χωριό μέχρι τη Λιβαδειά και από τη Λιβαδειά μέχρι το χωριό, σχεδόν μια ώρα δρόμο, έψαχνα με επιμονή εξερευνητή όλες τις άκρες, μήπως βρω κανέναν στυλογράφο. Χαμένος κόπος! Στο δρόμο αυτό περνούσαν μόνον χωρικοί με ταμπακέρες καπνού, μικρά στουρνάρια, πυριόβολους και ίσκα κι όχι στυλογράφους. Μια μέρα είδα πως, χωρίς να καταλάβω, έχω συγκεντρώσει στο σπίτι μου, στους Αγίους Σαράντα, περίπου 100 στυλό όλων των σχημάτων και χρωμάτων. Θα ‘ταν το απωθημένο.

Ερ: Ποια ήταν η στάση της «Λογοτεχνικής Σελίδας» απέναντι σε συγγραφείς με «χαλασμένη» βιογραφία; 

Απ: Η «Λογοτεχνική Σελίδα», όπως και η εφημερίδα, είχε προκαθορισμένη τη γραμμή: Άνθρωποι με «χαλασμένη» βιογραφία, δεν δικαιούνται να εμφανίζονται στις στήλες της. Τόσο απλά. Την αφέλεια, ότι δηλαδή τη γραμμή τη δίνει ένας συντάχτης και όχι ένα καθεστώς, μπορείς να την περιμένεις από άσχετους, αλλά όχι από συγγραφείς, που υποτίθεται επιχειρούν τομές και ανακαλύπτουν τα ενδότερα των καθεστώτων, των κοινωνιών, των ανθρώπων.

Ερ: Ποιος ήταν ο στόχος με τους νέους;

Απ: «Ο κόσμος, λένε, περπατάει με τα πόδια των νέων». Την δεκαετία του 1960 στην Αλβανική λογοτεχνία ο Κανταρέ, ο Αγκόλι και η παρέα τους, έδιναν σκληρή μάχη με τα στοιχειά της παράδοσης. Στο πλαίσιο αυτό, στη Μειονότητα, έτυχε στη γενιά μου να δώσει τη μάχη με τους φανατικούς εκπροσώπους των παραδοσιακών μορφών τέχνης, οι οποίοι είχαν αποκηρύξει τον ελεύθερο στίχο και τον αποκεφάλιζαν όπου τον έβρισκαν. Οι νέοι μάχονταν να ξεκολλήσουν την ποίηση από τη ρητορικότητα, από το στόμφο, να παραμερίσουν τα «επικά βουνά» και τα «επικά κάστρα», να σπάσουν τις τρουμπέτες και τις σάλπιγγες, που υμνούσαν το Κόμμα, να κατεβάσουν την ποίηση από το «μπαλκόνι»,  να την εξανθρωπίσουν. Και κάτι άλλο, ακόμα πιο σημαντικό ή το σημαντικότερο: Η ποίησή μας έπρεπε να ανακαλύψει τη Μειονότητα, γιατί μέσα στη γενική υμνολογία της «χώρας» και του «σοσιαλισμού», πήγαινε να χαθεί το ξεχωριστό χρώμα της Μειονότητας. Αυτός, λοιπόν, ήταν ο στόχος με τους νέους: να γίνουν όσο πιο πολλοί και να ανακαλύπτουν κάθε μέρα τη Μειονότητα.

Ερ: Πώς, όμως, επιτυγχάνεται αυτό, όταν από το χώρο μας έλειπε το ελληνικό βιβλίο;

Απ: Αν, υποθετικά λέω, στις «αποθήκες» του τόπου, θα έκανες απογραφή, θα έβρισκες μια ποσότητα βιβλίων, που είχαν μπει πριν κλείσουν τα σύνορα. Ο Βαγγέλης Βασιλείου, δάσκαλος και ποιητής από το χωριό μου, που είχε θητεύσει δύο χρόνια στα «Εφτά Παράθυρα» του Αργυρόκαστρου, κρατούσε μερικά βιβλία στη βαλίτσα του με τέτοια φροντίδα και εχεμύθεια, λες και ήταν οι τελευταίοι σπόροι πάνω στη γη. Τη δεκαετία του 1960 ήρθε από τις τότε Λαϊκές Δημοκρατίες μια αρκετά μεγάλη «βαλίτσα» με βιβλία του Λουντέμη, του Πάρνη, του Κορνάρου, του Χατζή, του Φραγκιά και άλλων. Οι διψασμένοι έπεσαν πάνω τους. Ένας τρίτος παράγοντας ήταν το λεγόμενο «Κύκλωμα του βιβλίου». Αν ένα βιβλίο ξεμύτιζε στα Τίρανα, θα κατέβαινε και στους Αγίους Σαράντα, θα κυκλοφορούσε από χέρι σε χέρι. Έτσι, λ.χ., διαβάσαμε την «Αναφορά στο Γκρέκο», τον «Γέρο του Μοριά», τον «Καραϊσκάκη»,  την Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης, τη «Ζωή εν τάφω», τα «18 κείμενα», κ.λ.π.

Ερ: Προχώρησε αρκετά η Βορειοηπειρωτική Ποίηση. Η πεζογραφία, όμως, όχι. Ποιο το εμπόδιο;

Απ: Η ποίηση είναι συμπυκνωμένη, η πρόζα θέλει απλοχωριά. Η εποχή μας σε στένευε ως λογοτέχνη. Κι εσύ, επειδή είχες λίγο τόπο, επέλεγες την ποίηση. Στο μεταξύ, η πεζογραφία θέλει χαρακτήρες. Πού να βρεις τους «ρομαντικούς», «αισιόδοξους» και «ενθουσιώδεις» χαρακτήρες, που ζητούσε η εποχή; Ο  συνεταιριστής μας πήγαινε στον κάμπο και δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί του. Άρα, λες της πρόζας κάτσε στην άκρη, γιατί δεν είναι η εποχή σου.

Ερ: Γράψατε κάποτε το κείμενο: «Ποίηση και προσποίηση». Τι θέλατε να πείτε κι αν είναι ακόμα επίκαιρο;

Απ: Πιο πάνω είπα κάτι για τα βιώματα. Πιστεύω, ότι το ποιητικό εργαστήρι παίρνει την ποιητική ύλη από την ψυχή και όχι από την τσέπη. Είχα ιδεί πολλά  ποιήματα, που προέρχονταν από την τσέπη και όχι από την ψυχή. Αυτός ήταν ο λόγος, που είχα γράψει το άρθρο αυτό. Για να πω την άποψή μου ότι το ποίημα είναι σαν το ψωμί. Το ψωμί φτιάχνεται με αλεύρι, νερό, αλάτι, και φωτιά κι όχι με αγέρα, φιλοδοξία και επίδειξη.  Αυτή δεν είναι ποίηση, είναι  προσποίηση.

Ερ: Για να γράψεις ωραία πρέπει να πονέσεις πολύ. 

Απ: Τίποτα δεν μπορεί να χτιστεί χωρίς αγάπη. Ούτε καλύβα. Στην αντίθετη περίπτωση επικρατεί ο ναρκισσισμός. Έτσι, αντί να ακούμε τη φωνή του έργου, ακούμε τη φωνή του συγγραφέα. 

Ερ: Παρακολούθησα στη «Στοά του Βιβλίου» την παρουσίαση και των δύο πρόσφατων  βιβλίων σας: τις λαογραφικές μελέτες «Το αίμα της αγάπης» και τη συλλογή διηγημάτων «Η μοίρα του Αλκίνοου».

Απ: Η παρουσίαση γίνονταν για τη σειρά «Ηπειρώτες», που τύπωσε το εκδοτικό «Ροές», μέσα στην οποία εντάσσονταν και τα προαναφερόμενα βιβλία μου. Μαζί και η «Ανθολογία Βορειοηπειρωτικού Διηγήματος», που η εφημερίδα τα «Νέα» την είδε ως «εκδοτικό γεγονός». Γενικά, η σειρά, που επιμελήθηκε από τον γνωστό συγγραφέα, Θωμά Στεργιόπουλο, ήταν μια σπουδαία προσπάθεια για την ανάδειξη του απ’ εκεί και του απ’ εδώ ηπειρώτικου λόγου. Κι όπως θα διαπιστώσατε κι εσείς, οι δύο αίθουσες ήταν κατάμεστες. 

Ερ: Όμως, απουσίαζαν από την εκδήλωση αρκετοί συνάδελφοί σας;

Απ: Όλοι ήταν προσκεκλημένοι. Μπορεί να ήταν απασχολημένοι, μπορεί να μάζευαν πέτρες, για να πετροβολήσουν τη σκεπή. Ήταν οι ίδιοι, που  όταν, αργότερα, ήθελαν να ανοίξουν έκθεση με «Βορειοηπειρωτικά Βιβλία» έκαναν τα πάντα να  εξασφαλίσουν και να εκθέσουν τα βιβλία της σειράς αυτής. 

Ερ: Λέτε ότι δεν θέλετε να είστε πια μειονοτικός λογοτέχνης.   

Απ: Είσαι μειονοτικός όταν σου το επιβάλλουν. Οι λογοτέχνες, αφού βρήκαν την Ελλάδα και το ελληνικό κοινό, δεν μπορούν να λειτουργούν ξανά ως μειονοτικοί. Είναι το ίδιο σα να είσαι σκλάβος, που βρίσκεις τη λευτεριά κι εσύ επιμένεις να είσαι σκλάβος. Τώρα έχομε κι εμείς, από άποψη κοινού, χώρα ολόκληρη. Κι όταν γράφομε, απευθυνόμαστε σε κοινό χώρας κι όχι Μειονότητας. 

Ερ: Για τους περιφερόμενους ποια είναι η γνώμη σας;

Απ: Αν εννοείτε τα άτομα, τα οποία περιφέρονται έξω από τα γεγονότα, που επιμένουν να κάνουν επαναστάσεις με σιδερωμένα παντελόνια, που ωρύονται για τα δίκια μας γύρω από μεγάλο ποτήρι μπύρας, ίσως να έχετε δίκιο. Είναι οι κλασικοί περιφερόμενοι, που εμφανίζονται αμέσως μετά τις εξελίξεις. Κι όχι μόνον τόσο, αλλά γίνονται αυστηροί κριτές. «Δεν πράξατε καλά το 1991!», λένε κουνώντας το δάχτυλο. Τότε την Ομόνοια την έβλεπαν ως φωτιά και παραμέριζαν. Αργότερα την είδαν ως καρέκλα κι έκατσαν. Τέτοιοι, για το καλό και τη δόξα της Μειονότητας, υπάρχουν στη Μειονότητα, αλλά υπάρχουν και στην Ελλάδα. Και είναι σε πλήρη κι αγαστή συνεργασία μεταξύ τους.    

Ερ: Ποιοι ενοχλήθηκαν από την ίδρυση της Ομόνοιας;

Απ: Οι τέσσερις καθοριστικοί παράγοντες: Ελλάδα, Αλβανία, Βορειοηπειρωτικοί Σύλλογοι και Αλβανοί εθνικιστές. Όλοι, για δικούς τους λόγους, βρέθηκαν με ένα κλαδί στο χέρι, προσπαθώντας να σβήσουν τη φωτιά, που είχε ανάψει μπροστά στα πόδια τους. Επειδή, όμως, δεν καταφέρανε να αποτρέψουν την ίδρυση και τη λειτουργία της οργάνωσης, ο καθένας ξεχωριστά ή και σε «συνεργασία» μεταξύ τους, προχώρησαν στο επόμενο βήμα, τον πλήρη έλεγχό της. Το πέτυχαν αυτό το Φλεβάρη του δίσεκτου έτους 1992.

Ερ: Τι δεν μπόρεσε να κάνει η Ομόνοια;

Απ: Η Ομόνοια απέτυχε στο μεγάλο στόχο της: να ρυθμίσει συλλογικά τη μοίρα του κόσμου της.

 Ερ: Άλλη αδυναμία, που έφερε τη σημερινή κατάσταση;

 Απ: Η Ομόνοια δεν κατάφερε να γίνει ο νοικοκύρης του τόπου. Ο σχεδιασμός του μέλλοντος έπρεπε να γίνει επί του νέου δημογραφικού χάρτη της Μειονότητας. Οι ηγέτες μας με μεγαλύτερη ευκολία πηγαίνουν στην Αμερική και στην Αγγλία, παρά σε ένα από τα χωριά μας. Αυτό κι αν είναι όραμα! 

 Ερ: Με μεγάλη λύπη διαπιστώνουμε την αδιάκοπη σύγκρουση μεταξύ μας.

Απ: Προσχηματική είναι η «σύγκρουση» κι όχι αληθινή, γιατί όποιες βροντές ακούμε, προέρχονται από μια ομάδα 15-20 ατόμων, που συγκρούονται μεταξύ τους, για θέσεις και οφίκια. Πλασάρεται, όμως, ως φοβερή σύγκρουση στους κόλπους της Μειονότητας.

Ερ: Κάποια από τα μελλοντικά σας σχέδια;

Απ: Όσο γεράζεις, τόσο πιο λαίμαργος γίνεσαι. Ποιήματα, διηγήματα, δημοσιογραφικά βιβλία, μελέτες, ακόμα και σε Εγκυκλοπαίδειες τρέχει ο νους μου. Πρέπει να αποπερατώσω μια τέτοια Εγκυκλοπαίδεια για την Ελληνική Μειονότητα. Με επιτροπή εμπειρογνωμόνων, φυσικά. Αυτό είναι το χωράφι μου.

Ερ: Σοβαρό φύλλο εφημερίδας λέτε να κρεμάσουμε ποτέ κι εμείς σε μανταλάκια στα περίπτερα;

Απ: Πολύ ρομαντικό μοιάζει αυτό. Θα ιδούμε κι άλλα έντυπα να κρέμονται στα περίπτερα, αλλά ενιαίο έντυπο, αντιπροσωπευτικό, σοβαρό, αξιοπρεπές, αδέσμευτο, όχι. Ένα έντυπο, όπως Μία είναι και η Μειονότητα, δεν θα υπάρξει. Μια σοβαρή εφημερίδα μοιάζει στα μάτια πολλών ως επικίνδυνο όπλο. Τι ωραία νιώθουν όταν μας βλέπουν να βαράμε ο ένας το καρφί κι ο άλλος το πέταλο! 

Ερ: Πρόσφατα είδα αφίσα που διαφήμιζε «Πανποντιακόν Πανοϋρ». Μιλάμε για 86 χρόνια Ταφικό Έθιμο στα Σούρμενα. Με ομιλίες, εκθέσεις, τρικούβερτο ποντιακό γλέντι.

Απ: Έχουν πού να κάνουν αναφορές οι Πόντιοι ή ποιον να αναθεματίσουν για τον ξεριζωμό τους. Εμείς φύγαμε μόνοι μας. (Μην κοιτάς, που μερικοί δίνουν και συνεντεύξεις και, κλαίγοντας λένε ότι σώθηκαν την τελευταία στιγμή από τα δόντια του λύκου! Αυτό γίνεται για βιοποριστικούς λόγους). Ίσως, γι’ αυτό είμαστε τόσο ανήσυχοι. Τη σύγκρουση, ίσως την έχομε και σαν άλλοθι για τις τύψεις. Μέσα στην ησυχία, ακούς τις τύψεις σαν σαράκι.

Ερ: Στη σύντομη βουλευτική θητεία ποια ήταν η εικόνα σας στο Αλβανικό Κοινοβούλιο;

Απ: Η εικόνα μας στο Κοινοβούλιο ταυτίζονταν με την εικόνα της Ελληνικής Μειονότητας. Μια καλή σπορά φέρνει καλή σοδειά. Σύσσωμη η Μειονότητα είχε στραμμένα τα μάτια πάνω μας, χαιρότανε ή λυπότανε με την παρουσία μας, με το λόγο μας και  πιο πολύ με το αποτέλεσμα της προσπάθειας.

Ερ: Πώς ήταν το κλίμα απέναντί σας μέσα στη Βουλή;

Απ: Και μόνο η παρουσία μας προκαλούσε. Οι πιο θερμοκέφαλοι ξεσπούσαν και σε παραληρήματα: «Έξω από το Κοινοβούλιο!» προέτρεπε Κορυτσαίος σοσιαλιστής. «Δεν πρέπει να παραχωρήσομε γη στους Έλληνες, γιατί είναι ερχόμενοι και δεν τους ανήκει», έσκουζε Ντιμπράνος δημοκρατικός.

Ερ: Είναι απαραίτητη η παρουσία μας στην Αλβανική Βουλή;

Απ: Το «πρόσωπο είναι σπαθί», λέει ο λαός. Μόλις ο Ντιμπράνος δημοκρατικός βουλευτής  τελείωσε τον ανορθόδοξο λόγο του, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να ρίξει το βλέμμα του στα δικά μας έδρανα και να με ψάξει. Με «βρήκε» και κοιταχτήκαμε βαθιά στα μάτια. Στο καφενείο της Βουλής, ο πρωταγωνιστής έκανε βουτιά μέσα στον εαυτό του. Πλησίασε να πιούμε μαζί τον καφέ μας. Με αναζήτησε ο ίδιος. Ήταν αμήχανος. Μπήκε, κιόλας, στο θέμα: «Ξέρεις, μου βγήκε έτσι, αυθόρμητα. Πως να το πω… Κατάλαβες;». Ήταν ο Υ.Β. Στην πρώτη Κυβέρνηση του Δημοκρατικού Κόμματος, τον Μάρτη του 1992, διετέλεσε Υπουργός Παιδείας.

Ερ: Θα μπορούσατε να αναφέρετε κάποια από τα επιτεύγματά σας στη Βουλή;

Απ: Η ψήφιση του νόμου 7501, που αναφέρεται στη γη. Με το νόμο αυτό, ξεκουμπιζότανε μια και καλή όλοι οι μπέηδες και οι αγάδες από τους κάμπους και τις κοιλάδες μας. Οι Έλληνες μειονοτικοί θα έπαιρναν τίτλους ιδιοκτησίας και θα ένιωθαν ως αιώνιοι ιδιοκτήτες της γης τους, του εδάφους τους. Όταν η γη δεν είναι δική σου, δεν έχεις θεμέλια, ξεριζώνεσαι με το πρώτο φύσημα.

Ερ: Σχετικά με το θέμα της παιδείας;

Απ: Πρωταρχικός στόχος της Ομόνοιας ήταν η διεκδίκηση της διδασκαλίας της μητρικής γλώσσας σε όλη την υποχρεωτική φοίτηση, δηλαδή από την πρώτη μέχρι την όγδοη τάξη. Πράγμα που το πέτυχε.

Ερ: Αυτό δεν ξένιζε τις τότε αρχές; 

Απ: Πάρα πολύ. Κανείς δεν ήταν έτοιμος να δεχθεί κάτι τέτοιο. Χρειάστηκαν αρκετές ακροάσεις από τον Υπουργό Παιδείας, τον Πρωθυπουργό κι ακόμα τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Το όπλο μας ήταν απλό, κατανοητό, συγκεκριμένο, διαφανές: Το λένε οι Διεθνείς Συμβάσεις! Δεν πρωτοτυπεί κανείς αν αποδεχθεί το γράμμα και το πνεύμα των Συμβάσεων.

 Ερ: Ποια ήταν η μετέπειτα πορεία του θέματος;

 Απ: Τις δυο πρώτες εβδομάδες του Σεπτέμβρη του 1991 η Μειονότητα προχώρησε σε απεργία. Τηρουμένων των αναλογιών, θυμηθήκαμε την παλιά απεργία του 1934 με το αίσιο τέλος της. Μετά απ’ αυτό εκδόθηκε το υπ. Αριθ. 17/27.09.1991 Υπουργικό Διάταγμα. Όλη η υποχρεωτική εκπαίδευση γίνεται πια στην ελληνική. Τα αλβανικά θα διδάσκονταν μόνον ως γλώσσα.

 Ερ: Μα, πώς, αφού τώρα…

Απ: Από το Σεπτέμβρη του 1993 καταργήθηκε η πρώτη Οδηγία και τέθηκε σε ισχύ άλλη, η υπ’ αριθ. 19/13.09.1993, η οποία επέφερε την πλήρη ανατροπή στην μέχρι τότε αναλογία, εις βάρος, φυσικά της ελληνικής. Το 64% των μαθημάτων διδάσκεται στην αλβανική και το 36% στην ελληνική. Γιατί ακριβώς αυτή η αναλογία και όχι μια άλλη; Μα έτσι την είχαν σχεδιάσει οι τότε κρατικοί υπάλληλοι του Τμήματος Παιδείας,  Έλληνες γαρ! Είναι, βέβαια και η προσβλητική και εκκωφαντική έλλειψη των σχολικών βιβλίων. Γονείς παίρνουν παραμάσχαλα τα σχολικά κείμενα και ψάχνουν μεταφραστές! Πέρασα μια μέρα από το σχολείο και έφυγα με τη θλίψη, που είχαν στο βλέμμα τους τα ελάφια της Πάρνηθας μετά την μεγάλη πυρκαγιά.

Ερ: Αιωρείται, πάντως μια κάποια περιέργεια για την παραίτησή σας…

Απ: Μια παραίτηση είναι υγεία. Σίγουρα, μετά από μια παραίτηση έρχεται κάτι το καλύτερο. Ή ελπίζεις να έρθει. Ύστερα, όλα έχουν μια βαθύτερη σχέση με την ιδιοσυγκρασία, τις αντιλήψεις, τους ρυθμούς του καθενός. Προσωπικά, όταν βλέπω ότι μια λύση που μπορεί να διαρκέσει 10 λεπτά, παρατείνεται σκοπίμως 100 χρόνια, δένω τα παπούτσια μου και φεύγω.

Ερ: Πώς βλέπετε την Ομόνοια σήμερα;

Απ: Θα ξεχωρίσω δυο στιγμές: Η μια, όταν διαπίστωσα ότι η Ομόνοια αδυνατούσε πια να κάνει εκλογές και κατέφευγε στους διορισμούς. Δεν μπορούσε, δηλαδή, να ανανεωθεί. Το τελευταίο διάστημα η ηγεσία μοιράστηκε στα δυο. Με κλειδωνιές και κατσαβίδια στα χέρια, τα δυο μέρη επιχειρούν εφόδους στα κεντρικά γραφεία για να καταλάβουν την καρέκλα, λες και είναι το περίφημο ύψωμα Τρία Αυγά του Σαράντα. Η άλλη στιγμή ήταν όταν έπεσε στα χέρια μου ένα φυλλάδιο, που με καλούσε να δηλώσω αν θέλω να είμαι μέλος της Ομόνοιας. Μα, δεν είμαι μέλος από την μέρα της ίδρυσης; Μήπως ανεστάλη η λειτουργία της και δεν το πήρα είδηση; Τίποτα απ’ αυτά. Κι άλλες, τόσο φαεινές ιδέες, είχαν βγει από το Υπουργείο Εξωτερικών!

Από το βιβλίο «ΔΙΠΛΗ ΖΩΗ»

Γιώργος Μύτιλης