ΜΗΝΑΣ ΛΕΚΚΑΣ: «Φως από τη φλόγα μας»

ΜΗΝΑΣ ΛΕΚΚΑΣ: «Φως από τη φλόγα μας»
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

(Συνέντευξη)

Ζηλεύαμε  τη μόνιμη στήλη με ποιήματα του Μηνά Λέκκα, «Της Αθήνας τα παράξενα» που κράτησε ζωντανή για αρκετό καιρό την εφημερίδα του χώρου μας, «Λαϊκό Βήμα». Σκόρπια ποιήματά του συναντήσαμε κάποτε, όταν ήμασταν συντάχτης στο «Λαϊκό» και στον ελεύθερο χρόνο μας ξεφυλλίζαμε ταχτικά τη σκονισμένη συλλογή της ίδιας εφημερίδας. Όμως, καλύτερα, γνωρίσαμε τον ποιητή, όταν πήραμε στα χέρια μας και μελετήσαμε τις δυο ποιητικές του συλλογές, οι αξίες των οποίων μας «έφτασαν» στη συνέντευξη που ακολουθεί.

Ερ: Πώς βλέπετε το παρελθόν από το ύψος των δύο δεκαετιών που πέρασαν;

Απ: Έτσι όπως ήταν. Μουντό και ανατριχιαστικό. Χωρίς, βέβαια, να αρνηθώ και κάποια θετικά του στοιχεία. Σε μένα, πάντως, φέρθηκε βάναυσα. Η πανούκλα, που πέρασε πάνω σε αυτόν τον τόπο και που λέγονταν «ταξική πάλη», με χτύπησε αλύπητα με όλη της τη μανία. Ολόκληρη η ζωή μου, είναι μια πικρή και πονεμένη ιστορία, που προσπαθώ να την ξεχάσω. Εξάλλου, δεν είναι ούτε εύκολο, ούτε και ωραίο να  μιλάει κανείς για τον εαυτό του. Από τα 12 μου χρόνια έτυχα ορφανός. Η μάνα μου από το σόι των Πρατσικαίων – το σπίτι του παππού μου επισκέφτηκε ο πρώην πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, κύριος Στεφανόπουλος – πεθαίνει από εγκεφαλικό. Ο πατέρας μου, παπουτσής στο Αργυρόκαστρο, πάλευε σκληρά να μεγαλώσει τα τέσσερα ορφανά. Έφερε και τη γιαγιά από τη Δρόβιανη, για να μας συγυρίσει.   

Ερ: Η φτώχεια είχε μπει στο σπίτι σας με το τσουβάλι.

Απ: Δεν αρκούσε η ορφάνια, άρχισε και το κυνηγητό. Αφορμή έγινε το προπολεμικά εμπορικό κατάστημά μας. Πάλεψαν τον πατέρα μια – δυο φορές, να τον ρίξουν στα δίκτυα τους. Να τον κάνουν καταδότη. Με την υπόσχεση ότι θα του χαρίσουν τους φόρους, θα του προσφέρουν κι άλλες διευκολύνσεις. Αφού δε δέχτηκε, τον φυλάκισαν. Μείναμε ολομόναχοι. Η κατάσχεση, κινητής κι ακίνητης περιουσίας, μας απογύμνωσε εντελώς. Η πάλη των τάξεων – μεγάλο τροχισμένο τσεκούρι – άρχισε να πέφτει αλύπητα πάνω στο κεφάλι μας.

Ερ: Όπως πολλές γενιές, ερχόσασταν κι εσείς να μάθετε γράμματα στο σχολείο του χωριού μου.  

Απ: Στο χωριό σας έβγαλα το 7τάξιο.  Δεν θέλω να παινευτώ αν πω ότι στην τάξη ήμουν από τους καλύτερους μαθητές. Με την πάνινη σάκα, ριγμένη στην πλάτη, διαπερνούσαμε με δυσκολία όλο το χειμώνα τα αφρισμένα νερά του Χάβου, της Δολιανής, του Ζεστού, των Μεραίων… Ολόκληρη ιστορία ήταν τα τρία χρόνια στη Δερβιτσιάνη. Σταματούσαμε, χαιρετούσαμε ολοένα τον μακαρίτη τον πατέρα σας, εκεί στα μαντέμια, μετά στις μυλόπετρες, που έριχνε και σκάλιζε έξω από την πόρτα του Ντάκου. Ήταν γιγαντόσωμος κι είχε μια έκφραση έτσι χαρωπή. Θυμάμαι και τον πάππο Τζότε στον πλάτανο, που πουλούσε το κρέας. Έναν Καρδάση, το Γκόλε Λίτσιο, όλους τους ραφτάδες του χωριού. Τους τσαγκάρηδες, από την άλλη μεριά, που τους καλημερίζαμε με ευγένεια.  

Ερ: Είπατε ότι τότε ήσασταν από τους καλύτερους μαθητές στην τάξη. 

Απ: Όσο μεγάλωνα, τόσο περισσότερο αύξαινε μέσα μου ο ζήλος για τα γράμματα. Βρήκα τότε μια παλιά σκισμένη ανθολογία Ελλήνων ποιητών. Θυμάμαι τη φωτογραφία του Βαλαωρίτη, του Παλαμά, του Δροσίνη… Τους θαύμαζα, τους έκανα Θεούς στη μνήμη μου. Μας μάθαιναν καλά ελληνικά τότε οι δάσκαλοι στο σχολείο της Δερβιτσάνης: ο Μενέλαος Πασκόπουλος, ο Γιάννης Σιούκουρας, ο Σπύρος Ντρίτσος, ο Σταύρος Γκιόκας, ο Θωμάς Φωτίου… Όλοι κουβαλούσαν την Ελλάδα μέσα τους, άλλο αν δεν μπορούσαν να το πουν.  

Ερ: Εκείνα τα δύσκολα χρόνια πότε νιώσατε πιο πικραμένος; 

Απ: Όταν πήγα με παρέα να εγγραφώ στο γυμνάσιο του Αργυρόκαστρου, εμένα, υιό φυλακισμένου, δεν με δέχτηκαν. Το χειρότερο είναι που με ρώτησαν κιόλας να τους πω, πού είχε κρυμμένα τα φλουριά ο πατέρας μου. Αυτά συνέβησαν τον καιρό που  πεθαίναμε της πείνας. Κατέβασα το κεφάλι και καταπικραμένος γύρισα σπίτι. Με την ιδέα ότι από δω και πέρα, δεν υπάρχουν πια γράμματα, μα χρειάζονται πλάτες για δουλειά. Με πήρε κοντά του δικός μου άνθρωπος, άντρας της αδερφής μου, ο Κίτσιος Κάτσης. Ένας πολιτισμένος άνθρωπος. Για λόγους που δεν γνωρίζω, άφησε στη μέση τις σπουδές του στην Κέρκυρα και γύρισε στο χωριό. Ήταν ο πρώτος λογιστής στο νεοσύστατο γεωργικό του χωριού μας. Ένας καλοσυνάτος άνθρωπος, που τα είχε με όλους καλά. Ένας χρυσοχέρης πολυτεχνίτης: Παπουτσής, μαραγκός, λογιστής, μελισσοκόμος, ζευγίτης… Εκείνο το διάστημα εργάζονταν μαραγκός και με πήρε κοντά του. Όταν έκλεισα ηλικία φαντάρου, μου κρέμασαν στην πλάτη ξυλοντούφεκο.  Με εντάξανε σε τάγμα εργασίας. Στο Ντούσκου της Λιούσνιας, σε απέραντο αμπελώνα, σκαλίζαμε, ραντίζαμε, φροντίζαμε τα κλήματα. Στην επιστροφή ενέκριναν την αίτησή μου γι’ απομάκρυνση από το χωριό. Στόχος μου το Τεπελένι, όπου βρήκα αποκούμπι σε έναν ξάδερφό μου, το Σπύρο Λύτη, τότε πρόεδρος δικαστηρίου. Ήταν κι άλλοι πολλοί δικοί μας σε σημαντικές θέσεις στην πόλη των ανέμων. Λειτουργούσε μια ισχυρή μειονοτική κοινότητα στο Τεπελένι. Εκεί γνώρισα και το γιατρό, το Μάσσιο – την ξεδίπλωτη ελληνική σημαία. Έπιασα δουλειά σε μηχανο – τρακτερικό σταθμό. Ταυτόχρονα ξεκίνησα και νυκτερινό σχολείο. Καθώς το βγάζω με άριστα, με βάζουν πρώτο λογιστή. Κι αφού εξυπηρετούσα κάλλιστα, για  μονιμοποίηση στη δουλειά, με βοηθάει η επιχείρηση να συνεχίσω ανώτατη οικονομική σχολή με αλληλογραφία. Μακριά από το χωριό, όσον αφορά την πάλη των τάξεων, είδα να φυσάει άλλος άνεμος εκεί. Στον τόπο σου σε είχαν μπροστά στα μάτια, σε θυμούνταν, σε χτυπούσαν. Οι αμόρφωτοι, οι κακόψυχοι σου έσκαβαν το λάκκο. Καθόταν τη νύκτα και ξερνούσαν σε επιστολές το φαρμάκι της χολής. Όχι μονάχα για το Μηνά Λέκκα. Και για άλλους της τάξης του, της ίδιας μοίρας του, αράδα. 

Ερ: Προσπαθούσατε να γλιστρήσετε, δουλεύοντας μακριά και βγάζοντας σχολές τη νύκτα. Όμως, σας παίρνουν πρέφα… 

(γέλια).

Απ: Γνωστό είναι το κυνηγητό, αλίμονο. Κρατούσα μυστικό τις σπουδές, γιατί ήξερα ότι σε κάποιους στο χωριό δεν θα άρεσε η επάνοδός μου και θα έκαναν τα τέρμενα. Με τη γνωστή μορφή των φαρμακερών επιστολών, που κεντούσαν τη νύκτα κάποιοι επιτήδειοι, κακόψυχοι. Μετά από την ένατη εξέταση – με τη φούρια που είχα πάρει θα τελείωνα γρήγορα και εύκολα το πανεπιστήμιο – με καλούν στο Πρυτανείο και μου ανακοινώνουν το μαντάτο: το και το. Μου έδωσαν τη χαριστική βολή. Αν με έκοβες, δεν θα έβρισκες κόμπο αίμα πάνω μου. Μου κόπηκαν τα όνειρα. Τα ξενύχτια πάνω σε σχολικά βιβλία τελείωσαν. Έπεσα με τα μούτρα πάνω σε χαρτιά του λογιστή. Άλλο γράμμα – βαρύ μολύβι κι αυτό – με ξαπέστειλε στη μαραγκοσύνη. Αργότερα με εκτόπισαν κι από κει. Με έπαψαν τελείως. Τότε γυρίζω στο χωριό. Εκεί δεν είχα κανέναν. Εκτός από το ερημωμένο σπίτι. Με έβλεπαν απογοητευμένο από όλες τις μεριές, πάνω στην τρέλα μου και υποπτεύονταν ότι κάτι μπορεί να συμβεί με αυτόν. Με φυλάγανε. Να ήμουνα στην Ελλάδα, το επιθυμούσα πολύ, όμως ποτέ δεν μου πήγε ο νους να δραπετεύσω. Με πλησιάζει συνομήλικός μου, συγγενής μου – δεν θα πω όνομα – και μου λέει: Φύγε από το χωριό, γιατί είσαι υπό παρακολούθηση. Θα σε χώσουν μέσα. Τον ευχαρίστησα θερμά για την μεγαλοψυχία του, για τη λεβεντιά και πάνω απ’ όλα για την τόλμη του, που ήρθε και με βρήκε και σκέφτηκα: Τι μέσα, τι έξω μεθυσμένος ήμουν πια. Οι στίχοι μέσα μου δούλευαν πάλε. Δεν σταματούσανε ποτέ.  

Ερ: Μας κάνει εντύπωση. Ενώ σας κατατρέχουν, εσείς γράφετε στίχους. Πού βρίσκατε τη δύναμη;  

Απ: Είχα δύναμη. Περπατούσα στο δρόμο και στο νου μου ερχόταν στίχοι. Τη νύχτα το ίδιο. Δεν ήταν στίχοι χαράς. Ήταν στίχοι αγανάχτησης. Λόγου χάρη. (Ξεφυλλίζει ποιητική συλλογή να βρει το ανάλογο ποίημα) Λέγω εδώ σε μια μεριά: «Ο ανήφορος της ζωής». 

Είναι τρανός, κοπιαστικός ο ανήφορος της ζήσης,

με χίλια δυο γυρίσματα, με χίλια δυο καγκέλια.             

Κι αναγκασμένος, άνθρωπε, είσαι ν’ ανηφορίσεις

Χύνοντας πότε δάκρυα, σκορπώντας πότε γέλια.

Είσαι αναγκασμένος να τραβήξεις τον ανήφορο της ζωής. Δεν γίνεται διαφορετικά. Ή εδώ πιο πέρα  «Η θύελλα» γράφω:

Κι εγώ κοιτώ με ασάλευτο το βλέμμα μου τη φύση.

Πώς μαστιγώνει ο άνεμος και μας χτυπάει η βροχή,

Ω! πόσες τέτοιες θύελλες δεν πέρασε στη ζήση

και δεν ηττήθηκε ποτέ η ανθρώπινη ψυχή.

Συμβολικοί στίχοι. Θυμωμένοι. Όχι. Δεν στείρευε η έμπνευσή μου ποτέ. Αυτές τις δύσκολες στιγμές έγραφα τα «Φυλακισμένα τραγούδια».

Ερ: Ποια είναι η πρώτη σας «συνάντηση»  με τη λογοτεχνία;

Απ: Σας ανάφερα πρωτύτερα την παλιά ανθολογία με τους Έλληνες κορυφαίους ποιητές. Έπειτα στο χωριό μου ήταν ένας καλοσυνάτος γέρος, ο Κίτσιος Κίκης, που τον φώναζαν Κίτσιο Λιώλη. Αυτός έραβε δίμιτα. Τις κιλότες, τα μάλλινα ρούχα των βοσκών. Κεντούσε νυφικές ενδυμασίες: διπλάρια, γελέκια, ρουτιά… ένας χρυσοχέρης  δημιουργός της  λαογραφικής μας παράδοσης. Τον έβαλαν κι έραψε κάποτε – όταν επισκέφτηκε την Αλβανία – και την κάπα – δώρο, του Χρουστσόφ. Ήταν μελετηρός τύπος. Το καλό του ήταν, ότι διάβαζε δεν το κρατούσε για τον εαυτό του. Το έλεγε και σε άλλους. Ακόμα και σε μικρά παιδιά. Ξεκοκάλιζε το «Γερό Στάθη» με πολύτιμες συμβουλές. Μου δάνειζε βιβλία, όπως  «Οι τυφλοί», «Οι μέλισσες»… Βρήκα και κάποια βιβλία από τον πατέρα μου, που τα είχε από το σχολείο. Διάβαζα και το «Λαϊκό Βήμα». Μου άρεσαν τα ποιήματα του Πάνου Τσούκα, του Παύλου Σιούτη.     

Ερ: Ποιο είναι το πρώτο ποίημα, που είδε το φως της δημοσιότητας;  

Απ: «Στον κάμπο». Το πρωί με τη φρεσκάδα … δεν το θυμάμαι και καλά. Ήταν ρομαντική περιγραφή που έλεγε πώς ξεκινούσαν οι ζευγολάτες για τον κάμπο για να οργώσουν με τα βόδια το χωράφι. Δημοσιεύτηκε το ‘58 στο «Λαϊκό Βήμα». Η δημοσίευση με ενθάρρυνε. Μου έδωσε μια παρόρμηση. Την εφημερίδα με το δημοσίευμα την κρατούσα κάτω από το μαξιλάρι. Στο καφενείο του χωριού με πλησιάζει ο Ανδρέας Ανδριάδης, προϊστάμενος στο τμήμα παιδείας του Αργυρόκαστρου και με συνεχάρη. Ένοιωσα πράγματι ωραία. Μου ζέστανε την καρδιά. Υπάρχει κάποια αχτίνα φωτός, είπα μέσα μου. Κι έτρεξα να τη βρω. Να τη συναντήσω. Άρχισα να γράφω περισσότερα ποιήματα. Έσχιζα, έγραφα… Με κάποιες περικοπές, πέρασαν στη λογοτεχνική σελίδα του «Λαϊκού» κάπου σαρανταριά ποιήματα. Ο Δροβιανίτης Παύλος Σιούτης, που με  είχε κι από το χωριό του, με κρατούσε πιο κοντά. Ο Πάνος Τσιούκας ήταν ο υπεύθυνος της σελίδας. Μάθαινα ότι του άρεσαν τα ποιήματά μου, όμως δεν μου εκφράστηκε ποτέ ανοικτά. Δεν τον είχε εύκολο τον καλό λόγο. Σαν μοντέλο, δείγμα της ποίησης τότε, ήταν επιφυλακτικός. Κάποια στιγμή το όνομά μου μπήκε σε κόκκινο κύκλο και δεν μου δημοσίευαν πια. Αργότερα, όμως, μετά την μεταπολίτευση, ο Πάνος μου είπε: «Έπρεπε να σε είχα βοηθήσει περισσότερο». Αυτή ήταν μια αυτοκριτική. Εννοείται, το ξεκίνημά μου ήταν μια απλή μίμηση του Κρυστάλλη. Του ποιητή του βουνού και της στάνης, που κουβαλάει την Ήπειρο. Του πατριδοψάλτη, όπως τον αποκαλούσε ο Παλαμάς.      

Ερ: Τι επηρέασε για να μετατραπείτε από λυρικός σε σατιρικός ποιητής;

Απ: Δεν μετατράπηκα. Αυτή είναι απλά μια τάση που φαίνεται ανοικτά στη συλλογή «Της Αθήνας τα παράξενα». Με κέντρισε, με προβλημάτισε η στάση μερικών δικών μας ανθρώπων εδώ στην τσιμεντούπολη κι αηδίασα. Είπα να τους σατιρίσω, βοηθώντας τους συνάμα. Δεν ταιριάζει σε δικό μας άνθρωπο που κόσιζε χόρτο,  περνούσε καπνά, πότιζε τα καλαμπόκια, βοσκούσε τα πρόβατα… να προσποιείται τώρα τον Αθηναίο. Να μας πουλάει χοντρές καληώρες στην Αθήνα. Αυτή, θα πεις, είναι εξαίρεση. Όμως, δεν μας ταιριάζει ούτε η εξαίρεση. Στον κόσμο αρέσει περισσότερο το καλαμπούρι γι’ αυτό και επέλεξα τη σατιρική μορφή για να τους τα ψάλω. Μην και καταλάβουν. Και αλλάξουν.     

Ερ: Τι είναι τα «Φυλακισμένα τραγούδια;».  

Απ: Αυτά που δεν είδαν το φως της δημοσιότητας. Που ήταν φυλακισμένα μέσα μου. Κρυμμένα βαθιά στην ψυχή μου.

Φυλακισμένα ήταν τα τραγούδια μου,

Μεσ’ στης ψυχής τα τρίσβαθα κλεισμένα,

Γεννήθηκαν αυτά σε χρόνια δίσεκτα,

Μεγάλωσαν σε χρόνια οργισμένα.

Όλα είναι γραμμένα σε δύσκολες ψυχικές διαταράξεις. Μέσα τους είναι και κάποιοι ερωτικοί στίχοι. Των παιδικών μου χρόνων τα σκιρτήματα. Στο βιβλίο αυτό είναι κι ένα ποίημα με τον τίτλο «Η καμπάνα». Το ποίημα αυτό κρύβει μια ολόκληρη ιστορία, μια ηρωική πράξη των νέων της Καλογοραντζής, αντί να εορτάζονταν σαν ημέρα της νέας Ανάστασης. Ήταν Δεκέμβριος του 1990 όταν διαλεχτά παιδιά του χωριού μας αψηφώντας κάθε κίνδυνο, με τη δύναμη μόνο των χεριών και της ψυχής τους, σήκωσαν πάνω στο ψηλό καμπαναριό την καμπάνια, που για 23 ολόκληρα χρόνια σιγούσε πεταμένη από το καθεστώς σε κάποια αποθήκη, που για άγνωστους λόγους πέρασε στη λήθη. Νύχτα. Κρύο. Σκοτάδι. Η καμπάνα ήταν βαριά και το καμπαναριό ψηλό. Μες στο σκοτάδι παραμόνευαν οι μπράβοι κι ο κίνδυνος ήταν εφικτός από παντού. Η καμπάνα, όμως ανέβηκε και στάθηκε στη θέση της. Στο χτύπημά της αγαλλίασε ολόκληρο το χωριό. Ήταν ένα  «Χριστός Ανέστη» το Δεκέμβρη, προοίμιο λευτεριάς. Για το καθεστώς σήμαινε το θάνατό του. Μόλις ξημέρωσε μέσα σ’ ένα κλίμα σύγχυσης, ταραχής, απειλών και ύβρεων οι «επίσημοι» την ξανακατεβάσανε από το καμπαναριό. Τη νύχτα, όμως, η καμπάνα ήταν  πάλι στη θέση της και οι ήχοι  σκόρπιζαν στον αιθέρα μηνύματα αγάπης και λατρείας. 

Ανέβαινε, κατέβαινε, βροντούσε και σιγούσε,

Μερόνυχτα η καμπάνα.

Να σταματήσει εκεί ψηλά πάσχιζε, πολεμούσε,

Μέσα στην τραμουντάνα.

Και στάθηκε! Και στέκεται! Κι ήχους γλυκούς σκορπίζει,

Η καμπάνα τις γιορτές

Και τι σκληρό, τι σκοτεινό, τι άδικο θυμίζει

Ήταν για μας το χθες.  

Το πρώτο βιβλίο πέρασε σχεδόν απαρατήρητο. Δεν θέλησαν να το δουν κάποιοι. Να το παρουσιάσουν. Να ευχηθούν τουλάχιστον. Τι στάση είναι αυτή; Μου κάνει εντύπωση. Ο Κώστας Νάτσιος έγραψε κριτική για τη βορειοηπειρωτική λογοτεχνία. Έψαξε το έργο μου και σκάλωσε μόνον σε ένα ποίημα. Στην «Ουντάρνικη Λενιώ». Την πρωτοπόρα Λενιώ. Την αγροτοπούλα. Άλλο τίποτε. Η ανευθυνότητά του με τοποθετεί στη γενιά του Πάνου Τσιούκα, του Γιάννη Πάνου κι άλλων. Με ένταξε στους ποιητές που ύμνησαν το καθεστώς. Πρώτον εγώ δεν είμαι της ηλικίας τους. Και δεύτερον η ποίησή μου είναι άλλη. Σαν καθηγητής, κριτικός της λογοτεχνίας, πρέπει να πει ότι η λογοτεχνία της Βορείου Ηπείρου είναι αυτή. Με τους στυλοβάτες, που είναι οι κυριότεροι που κρατούν το δέντρο της λογοτεχνίας ορθό, αλλά υπάρχουν και οι άλλοι. Υπάρχουν και οι πιο κάτω. Υπάρχουν κι  οι νεότεροι, που είναι η ελπίδα. Όπως ο Σπύρος Χρήστου, ο Αλέκος Παππάς. Το ίδιο κι ο Παναγιώτης Μπάρκας. Λέει στο βιβλίο του: «Είναι και κάποιοι άλλοι λογοτέχνες…» βάζοντας καπάκι. Πες ότι έκδωσε δύο – τρεις συλλογές κι αυτός ο άνθρωπος, που «τροχίζει» τη μύτη του μολυβιού από το ‘50. Την αλήθεια θα πεις. Κι ότι έχει κι άλλες τρεις συλλογές ανέκδοτες…

Ερ: Μιλάτε ελεύθερα. Λέτε την αλήθεια, όπως είναι κι ας πονάει.  

Απ: Λέγω ανοικτά τη γνώμη μου για να βοηθήσω μια κατάσταση. Διότι δεν είναι σε όφελος της βορειοηπειρωτικής λογοτεχνίας η κουτσουρεμένη εκπροσώπησή της. Στο λογοτεχνικό μας δέντρο υπάρχουν οι κορυφές, που όλοι τις γνωρίζουμε και τις εκτιμούμε. Υπάρχουν, όμως, και τα κλαδιά και τα χαμόκλαδα. Χωρίς αυτά το δέντρο δεν μπορεί να αναπτυχθεί, δεν χορταίνει οξυγόνο. Στο κάτω – κάτω της γραφής σου χρειάζεται και σημείο αναφοράς για να φανείς ότι είσαι ο καλύτερος. Βλέπω ανθολογίες Ελλήνων, του Κοκκίνη π.χ., και άλλες, που συμπεριλαμβάνουν ποιητές ακόμα και μ’ ένα ποίημα, που λέει ο λόγος. Εμείς είμαστε τόσοι πολλοί που περισσεύουμε (;!) Δεν λέω να πιάσουμε σβάρνα τον κάθε στιχοπλόκο. Μιλώ γι’ αυτούς που ο λόγος τους έχει κάποιο βάρος και αυτοί είναι αρκετοί. Και ο καθένας είναι ο εαυτός του. Ο Γεώργιος Δροσίνης έγραφε:

Δεν θέλω του κισσού το πλάνο ψήλωμα, 

Σε ξένα αναστυλώματα πιασμένο,

Ας είμαι ένα καλάμι, ένα χαμόκλαδο, 

Αλλά όσο ν’ ανεβαίνω, μόνος μου ν’ ανεβαίνω. 

Δεν θέλω του γιαλού το λαμπροφέγγισμα, 

Που δείχνει τ’ άστρα με του ηλίου τη χάρη,

Θέλω να δίνω φως από τη φλόγα μου 

Κι ας είμαι ένα ταπεινό λυχνάρι…

Κι εγώ, ο Μηνάς ο Λέκκας, είμαι ένα ταπεινό λυχνάρι. Έχω μια φλόγα μέσα μου. Προσπάθησαν αγέρηδες κι αγέρηδες να τη σβήσουν. Δεν έσβησε, πώς να το κάνουμε. Και συνεχίζει ακόμα να καίει. 

Ερ: Πώς οραματιζόσασταν την Ελλάδα και πώς τη βρήκατε;  

Απ: Να σας πω πρώτα ότι πριν φτάσω στην Αθήνα εργάστηκα μαραγκός στα Γιάννενα. Μετά, για τρία τέσσερα χρόνια, εκτέλεσα χρέη συντάκτη στο «Λαϊκό Βήμα». Προΰπαρχε με εκατοντάδες κείμενα η δημοσιογραφική μου δραστηριότητα. Δεν ξέρω ποιος έβαλε στο νου του εκδότη της την πένα μου. Εμείς πιστεύαμε ότι πηγαίνοντας στην Ελλάδα θα βγουν όλοι στο δρόμο και θα μας χειροκροτήσουν. Θα ρίχνουν πάνω μας λουλούδια. Θα μας περιμένουν σαν ήρωες. Ποιος ήθελε να ξέρει ποιος ήταν ο πατέρας μου. Τι έκανε και πώς πέθανε με την Ελλάδα στο στόμα. Και τι τράβηξα εγώ από τον πατέρα μου και για την Ελλάδα. Κι εδώ κι εκεί αισθανθήκαμε υποταγμένοι. Τιποτένιοι. Εδώ σε πιέζει ο αγράμματος, που δεν γνωρίζει ακόμα ούτε την ιστορία του. Άλλα τα ενδιαφέροντά τους, άλλα τα δικά μας. Τελείως διαφορετικά. Αυτοί μιλάν για κτήματα, για οικόπεδα, για σπίτια συνέχεια. Ενώ εμείς μιλάμε για πατρίδα, για αγάπη, για επιβίωση. Τι να μας ενώσει με αυτούς; Ποιο σημείο; Όμως, είναι κάποιοι δικοί μας που προσαρμόστηκαν πολύ εύκολα σε αυτό το περιβάλλον. Κι έγιναν ίδιοι κι απαράλλαχτοι με τους ντόπιους. Πιο εκφραστικοί μάλιστα κι από τους ίδιους τους Αθηναίους. Άντρες και γυναίκες. Η κουβέντα τους αρχίζει και τελειώνει με το «γαμώτο» και με άλλες τέτοιες «σύγχρονες» αθηναϊκές αρλούμπες. Κάτι τέτοιοι τύποι με ανάγκασαν με τη σάτιρα για να απαντήσω και στο παραπάνω ερώτημά σας. Και λίγη διακόσμηση:  

Κάποιες δικές μας μάθαν και το λένε,

Πιο δυνατά και από τις αθηναίες. 

Ίσως να δείξουν πιο «πολιτισμένες»,

Να δείξουν «σύγχρονες και ωραίες».  

Ερ: Πώς σας φαίνεται το πολιτικό τοπίο: στον τόπο μας χωριστήκαμε σε ομονίτες και σοσιαλιστές, ενώ εδώ στην Ελλάδα, επί το πλείστων, τρέχουμε προς τα μεγάλα κόμματα. 

Απ: Με θλίβει αφάνταστα η επικρατούσα κατάσταση. Έλληνες εναντίον Ελλήνων. Μια μακρόχρονη εποχή ενδοφυλετικής διαμάχης μας κόστισε και μας κοστίζει ακριβά. Μια διχόνοια που κάθε άλλο παρά τα συμφέροντα του ελληνισμού εξυπηρετεί. Εμένα μου αρέσει να είμαστε ο εαυτός μας. Βορειοηπειρώτες, Έλληνες της Αλβανίας. Παντού, όπου κι αν είμαστε, να εκφραζόμαστε σαν μια ενωμένη δυνατή κοινότητα. Αν χωριστούμε εδώ σε Τρικουπιώτες και Ριγιλιώτες, γράψε αλίμονό μας. Βλέπω έχουν ενταχθεί κάποιοι στο ΠΑΣΟΚ και βγαίνουν φωτογραφίες με τον έναν ή με τον άλλο. Μην βιάζεστε ρε παιδιά, γιατί θα σκοντάψετε. Πού πάτε τάχα έτσι;! Από κει τρέξανε Ρόσης, Ζέρης να μπουν στο Δημοκρατικό, Αγγελής, Τάβος στο Σοσιαλιστικό. Αν είναι δυνατόν! Είναι άξια, δυνατά παιδιά, αλλά δεν μπορούν να εκπροσωπήσουν την Ελληνική Μειονότητα. Μπορεί να έχει τα λάθη του ο Μπάρκας, όμως η λογομαχία του με τον ακροδεξιό Μπαλέτα, ένα σου και ένα μου, στο Αλβανικό Κοινοβούλιο, λέγοντας ο ένας είστε τσιφτσίδες, φερμένοι από τον Αλή Πασά, ενώ ο άλλος είμαστε Έλληνες στον τόπο μας εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια, είναι παράδειγμα προς μίμηση. Είπα: να η αυθεντική φωνή μας, της Ομόνοιας. Με ανέβασε ηθικά εκείνη η αντίσταση. Εκεί ήταν και οι άλλοι βουλευτές, που από μέσα τους θα είπαν: «Καλά τα λέει». Όμως, οι ίδιοι άχνα δεν έβγαλαν. Από τότε δεν άκουσα πια άλλη τόσο δυνατή φωνή. Όταν είσαι σε άλλο κόμμα, κακά τα ψέματα, είσαι αναγκασμένος να υποκύψεις στη γραμμή του. Με άγγιξαν και κάποιες ομιλίες του βουλευτή Βαγγέλη Ντούλε, που ως δεινός ρήτορας,  αναφερόμενος σε ζωτικά προβλήματα της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας, τα λέει έξω από τα δόντια. 

Ερ: Έχουμε δικό μας κόμμα, αλλά όταν συνεργάζεται με οποιαδήποτε κυβέρνηση χάνεται η φωνή του. Πώς το βλέπετε αυτό;  

Απ: Κι αυτό είναι λίγο παράξενο, περίεργο. Αυτό το κόμμα να το παλέψουμε. Να το κάνουμε καλύτερο. Όχι με πέτρες όμως. Πολεμώντας ο ένας τον άλλο. Άλλοι να μπαίνουν στο ΠΑΣΟΚ κι άλλοι στη Νέα Δημοκρατία. Στο Σοσιαλιστικό ή το Δημοκρατικό Κόμμα        Αλβανίας. Αυτό θα πει να τελειώσουμε. Να μην υπάρχουμε. Να γίνουμε σκορποχώρι. Να μην ξέρουμε πού να ακουμπήσουμε, πού να πιαστούμε. Ναι. Κι η Ομόνοια να είναι υπαρκτή, όχι ανύπαρκτη.

Ερ: Όλοι πρέπει να αγωνιστούμε, για να αλλάξει η κατάσταση. Ποιητές, δημοσιογράφοι… πρέπει να είναι αγωνιστές σε πρώτη γραμμή…

Απ: Για να αντισταθούμε, πρέπει να είμαστε ενωμένοι. Γιατί οποιαδήποτε κυβέρνηση σε ακούει όταν φωνάζεις. Μάλιστα δυνατά. Δεν ακούει ψιθύρους. Και το χειρότερο ακόμα είναι όταν πηγαίνουν διάφοροι κι ο καθένας λέει τα δικά του. Η κοινή φωνή – κραυγή λέει ότι αντιμετωπίζουμε προβλήματα: οι κυβερνήσεις δεν σέβονται τα ανθρώπινα και μειονοτικά μας δικαιώματα. Σχετικά με τα παραπάνω γράφω στο ποίημα «Το βουλοκέρι»:  

Εκείνοι διαδηλώνανε, κάνανε φασαρία,

Οι άλλοι καμαρώνανε στα τρανταχτά υπουργεία.

Κείνοι φωνάζαν δυνατά για τα δικαιώματά τους,              

Οι άλλοι βούλωναν καλά, ερμητικά τ’ αφτιά τους.          

Κείνοι σηκώναν τη φωνή, μπας κι ακουστούν λιγάκι,

Οι άλλοι σπρώχναν πιο βαθιά, στ’ αφτιά τους

το βαμπάκι.

Κάποτε ενοχληθήκανε, κάτι άκουσαν; Ποιος ξέρει…!

Και το βαμπάκι βγάλανε κι έβαλαν βουλοκέρι.

Να μας τρέφουν με ψεύτικες υποσχέσεις και με κούφια λόγια, μπουχτίσαμε πια. Μαραζώνει ο τόπος. Φεύγει ακόμα κόσμος. Κλείνουν τα σχολεία… Τέτοια αδιαφορία δεν έχουν δει τα μάτια μου. Ούτε μπορώ, ούτε θέλω να το καταλάβω. 

Ερ: Τα μελλοντικά σχέδια σας;  Θα έχετε ποίηση – σάλπισμα ή στίχους του γλυκού νερού;

Απ: Εμένα μου αρέσει το σάλπισα. Το πόσο το πετυχαίνω, είναι άλλη υπόθεση. Πιστεύω στην ένωση και στον κοινό στόχο. Πώς πετυχαίνεται δεν ξέρω. Βλέπω ότι έχουμε μπει σε αδιέξοδο. Η Ελλάδα είναι απούσα. Κι είναι αίνιγμα αυτό. Γράφω για τη Βουλή:   

Πέρασ’ η ώρα. Πήγε τρεις,

Κοντεύει πια να φέξει…

Και για τη Βόρεια Ήπειρο,

Κανείς ούτε μια λέξη!…

Περιμένετε λέει ο υπουργός, όμως ως πότε. Στην ποιητική μου συλλογή «Στης Αθήνας τα παράξενα» σατιρίζω συγκεκριμένα φαινόμενα και καταστάσεις. Δεν είμαι όμως και αχάριστος. Στην Ελλάδα βρήκαμε άσυλο, ανθρώπινη ζεστασιά και φροντίδα, παίρνουμε συντάξεις του ΟΓΑ, δωρεάν ιατρική περίθαλψη και φάρμακα, υποτροφίες και άλλα. Πολλοί δικοί μας αγόρασαν σπίτια, μαγαζιά. Να μην τα κάνουμε όλα μαύρα… Ότι έπρεπε να κάνει περισσότερα, άλλη υπόθεση αυτή. Γιατί εμείς γίναμε ολοκαύτωμα γι’ αυτή. Τώρα φωνάζουμε: «Γιατί να πάνε στρατιώτες τα παιδιά μας;!». Τα θέλουμε όλα δικά μας, βλέπω. Γυρεύουμε καμιά φορά στάχια στο χιόνι. Παίρνοντας την ιθαγένεια, θα έχεις δικαιώματα, μα θα έχεις και υποχρεώσεις. Όπως όλοι οι Έλληνες. Στη συλλογή «Ανήσυχοι περίπατοι» ρίχνω ιδέες, φως σε κοινωνικά θέματα. Χτυπώ δυνατά την καμπάνα στον τόπο μου. Στο «Όνειρο», το μεγάλο ποίημα για τον πατέρα μου, καταλήγω:

Και μη ξεχάσετε ποτέ τη ρίζα, το χωριό σας,

Τα πατρικά τα χώματα, τους τάφους των δικών σας,

Στο πατρικό το σπίτι σας που άδειο περιμένει,    

Ποτέ μην επιτρέψετε να κατοικήσουν ξένοι.

Ενώ σε άλλο ποίημα λέγω με πόνο:

Κι ένας ακόμη πέθανε εδώ στην ξενιτιά,

Κι ένας ακόμα θάφτηκε μακριά από την πατρίδα     

Και η πληγή μας έγινε ακόμα πιο βαθιά,

Κι έγινε ακόμα πιο μικρή του γυρισμού η ελπίδα.

Ερ: Σχετικά με την παιδεία στον τόπο μας, τι έχετε να μας πείτε;

Απ: Στο πρώτο σας ερώτημα, για το παρελθόν, ανάφερα πως δεν μπορώ να αρνηθώ και ορισμένα θετικά του στοιχεία. Ένα απ’ αυτά ήταν και η παιδεία μας. Μολονότι πολιτικοποιημένη, στηρίζονταν πάνω σε γερές μεθοδο-διδακτικές και εκπαιδευτικές βάσεις. Δάσκαλοι και μαθητές, μ’ όλες τις ελλείψεις και τις αντίξοες συνθήκες εργασίας, δούλευαν σκληρά, με υψηλή συνείδηση και με μεγάλο πάθος. Και τα αποτελέσματα ήταν χειροπιαστά. Όλοι οι βορειοηπειρώτες  μαθητές, που εγγράφηκαν και φοίτησαν στα εδώ σχολεία, ήταν και είναι από τους καλύτερους μαθητές και φοιτητές. Τι πιο πειστική απόδειξη;  

Ερ: Σήμερα όμως…; 

Σήμερα η κατάσταση έχει αλλάξει ριζικά, προς αρνητική, βέβαια, κατεύθυνση. Η μαζική φυγή των δασκάλων και των μαθητών προς την Ελλάδα, κατάφερε το μεγαλύτερο πλήγμα στη παιδεία μας. Είναι κωμικοτραγικό να βλέπεις τελειόφοιτους μεσαίων επαγγελματικών σχολείων ή και 8ταξίων ακόμα, να διδάσκουν σε μεσαία σχολεία του χώρου μας. Και σαν να μη φτάνουν όλα αυτά, παρατηρείται και μια κομματική πολιτική επιβολή πάνω στην παιδεία μας. Φαινόμενο που θυμίζει αλλοτινούς καιρούς. Η εκλογική διαμάχη μεταξύ των παρατάξεων, με μια εγκληματική ανευθυνότητα, μεταφέρεται και στον ζωτικό και ευαίσθητο τομέα της παιδείας. Ας πάψουμε να αυτοκτονούμε με τα ίδια μας τα χέρια και ας προσπαθήσουμε όλοι μαζί να δημιουργήσουμε τις ανάλογες προϋποθέσεις για μια βαθμηδόν επιστροφή των ανθρώπων μας στα πάτρια εδάφη. Αυτού κρύβεται το μυστικό της επιτυχίας σε όλους τους τομείς και ειδικά στην παιδεία.

Πρέπει να προβληματιστούμε.  

Ερ: Με τι επιθυμείτε να κλείσετε τη συνέντευξη;

Απ: Με δύο σκέψεις:

Η πρώτη είναι για τα βιβλία που δεν πέρασαν στα κομμωτήρια της λογοτεχνίας. Αυτά της ανατριχιαστικής αλήθειας. Όπως είναι οι ζωντανές μαρτυρίες από ανθρώπους που τις έζησαν μέσα στην κόλαση. Όπως του Μηνά Πάρα, που «σαράντα έξη χρόνια σέρνει στα σακούλια του τα κουρέλια μιας ζωής». Έργο που άφησε βαθιά ίχνη σε  όσους το διάβασαν. Μαζί και  με πολλά άλλα, του Κώστα Κυριακού, του Ανδρέα Τσάκα… είναι ένα κομμάτι της δικής μας σεμνής προσπάθειας. Πρέπει να προσέξουμε κι αυτές τις απίστευτες αλήθειες. Που όποιος δεν τις έζησε λέει: «Δεν είναι δυνατόν». Ο κόσμος δεν έχει ήρωες και τους φτιάχνει. Εμείς έχομε ήρωες και τους πετάμε στην άκρη.

Η δεύτερη σκέψη είναι  για την ανοδική πορεία που πήρε τα τελευταία χρόνια η βορειοηπειρωτική λογοτεχνία. Δημοσιεύτηκαν έργα αξιόλογων λογοτεχνών, που τα υποδέχτηκε θετικά η ελληνική κριτική. Επαινέθηκαν έργα των: Τηλέμαχου Κώτσια, Φώτου Κυριαζάτη, Νίκου Κατσαλίδα, Πέτρου Τσερκέζη… Η βορειοηπειρωτική λογοτεχνία έχει όλες τις δυνατότητες να γίνει εφάμιλλη της ελληνικής λογοτεχνίας κι όχι μόνο. Εκείνο που απαιτούμε είναι αυτό που λέει ο Παλαμάς βλέποντας τα μεταφρασμένα ποιήματά του στη γαλλική με άλλη μορφή και χροιά. Μέσα στα οποία έμειναν «…άσβηστα της μάνας τα γνωρίσματα/ και του σπιτιού τα πρώτα παραμύθια». Έτσι κι η λογοτεχνία μας να κρατήσει άσβηστα τα γνωρίσματά της. Εμείς, όλοι μαζί, όπου κι αν πάμε, πρέπει να κουβαλάμε τη βαριά μυρωδιά του τόπου που μας γέννησε. Τότε θα είμαστε αντάξιοι να εκπροσωπήσομε αυτό που λέγεται Πατρίδα. Ιδιαίτερη Πατρίδα.

Γιώργος Μύτιλης