ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΣΙΑΤΗΣ: «Στον πατέρα μου χρωστάω αυτό που είμαι»

ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΣΙΑΤΗΣ: «Στον πατέρα μου χρωστάω αυτό που είμαι»
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

(Συνέντευξη)

Δεν μπορούσαμε, με τίποτε, να αφήσουμε έξω από αυτή τη συλλογή με συνεντεύξεις τον μοναδικό άνδρα του χώρου μας που ασχολείται με το κέντημα.

Τον τσακώσαμε στο Περιστέρι, στο σπίτι του γιου του, όταν είχε κατέβει στην Αθήνα, για να λύσει δύο προβλήματα: να κάνει έναν γενικό έλεγχο της υγείας του και να πάρει την ελληνική ταυτότητα. Βάλαμε το ψηφιακό μαγνητόφωνο πάνω στο τραπέζι και ξεκινήσαμε την κουβέντα:

Ερ: Ξέρουμε ότι μένετε στο Αργυρόκαστρο, την καταγωγή όμως, όμως δεν την ξέρουμε. 

Απ: Να τη μάθετε κι αυτή. Είμαι από τη Σωτήρα. Από το ωραίο χωριό κι ας βλέπει έναν κόσκινο ουρανό. Ο πατέρας μου ήταν εργάτης κι είχε μια έμμονη ιδέα. Να με πάει σε σχολή καλών τεχνών. Ο τελειόφοιτος του γεωργικού σχολείου της Πάτρας, έγινε αιτία που ο γιος του έφτασε για σπουδές στα Τίρανα.

Ερ: Τι έβλεπε συγκεκριμένα σε σας κι ήθελε να το προωθήσεις; 

Ότι μου έπιανε το χέρι. Χαιρόταν που, από μικρόν με έβλεπε να ζωγραφίζω. Να τραβώ γραμμές πάνω σε λευκό χαρτί. Να ξεφυλλίζω το μικρό σχολικό περιοδικό Φατόσι και να κοιτώ με περιέργεια διάφορες φιγούρες. Όσες μου άρεσαν, τις έκοβα με προσοχή και τις κρατούσα ατσαλάκωτες.   

Ερ: Η μάνα σας; 

Απ: Άλλη ιστορία η μάνα μου. Είχε βγάλει μόνο το δημοτικό και δεν πολύ σκοτίζονταν για το μέλλον μου. Έλεγε συχνά: «Δεν έχει κανέναν ο Θεός για χάσιμο. Ο καθένας, με το τακάτι που έχει, το βγάζει το κομμάτι του. Τη σπρώχνει τη ζωή».  

Ερ: Κι έτσι μια μέρα σηκωθήκατε από το χωριό και πάτε στην πόλη. Και μάλιστα στην πρωτεύουσα. 

Απ: Το χίλια εννιακόσια πενήντα πέντε πήγα στα Τίρανα. Στο μεσαίο σχολείο καλών τεχνών. Θυμάμαι, εκείνη τη χρονιά από τους 300 μαθητές που διαγωνίστηκαν, πέτυχαν μόνο 50. Μέσα κι εγώ. 

Ερ: Εκείνη τη χρονιά πέτυχαν άλλοι Έλληνες Μειονοτικοί; 

Απ: Και μια κοπελιά, η Παναγιώτα από τα Σωφράτικα, καθώς κι ένα αγόρι, ο Αριστείδης Λιώλης από  τη Βάνιστα. Ήταν και ο Θοδωρής Μπέης, αλλά δεν διαγωνίστηκε.  

Ερ: Ποιες ήταν οι πρώτες δυσκολίες, που αντιμετώπισε το χωριατόπουλο στα Τίρανα; 

Απ: Φαντάσου, να φύγεις από το ελληνικό χωριό σου και να πας στα Τίρανα, που άκουγες μόνον αλβανικά, ήταν σαν να βρισκόσουν σε άλλον πλανήτη. (Τότε δεν ήξερα ούτε το ψωμί πως το λένε). Για καλή μου τύχη, έπεσα σε χέρια καλοσυνάτου διευθυντή, του Ανδροκλή Πάτσιου, (Αδερφός του γνωστού γλύπτη, Γιαννάκη Πάτσιου). Ο άνθρωπος είχε σπουδάσει στην Ελλάδα. Μου μιλούσε ελληνικά, όταν εγώ δεν άρθρωνα ούτε λέξη στην αλβανική. Με κράτησε κοντά. 

Ερ: Πώς σας βοήθησε ο Ανδροκλής; 

Απ: Θα σας πω μόνον ένα παράδειγμα: Ενώ τον παρακαλούσα να με αφήσει να βγάλω εισιτήριο και να την κοπανήσω για το χωριό, μου τα μάζευε ρούπι. Μου έδινε άδειες εξόδου στην πόλη, για να εξοικειωθώ μ’ αυτή.

Ερ: Δηλαδή, ο καθηγητής ήταν αυτός που σας έπεισε να μείνετε;  

Απ: Ακριβώς. Αυτός με έπεισε, για να μην φύγω. Επίσης, συμφώνησε με τους δασκάλους για ένα εξάμηνο να μη με σήκωναν στο μάθημα. Αυτό όσο να μάθαινα τα αλβανικά. Η γλώσσα με εμπόδιζε ακόμα και στην ιχνογραφία και στην γλυπτική. Όμως, το μοντέλο που μας έβαζαν μπροστά, το έκανα κι εγώ. Την ίδια χρονιά με μένα ήταν και ο Ξενοφών Κωστάκης.  

Ερ: Αν σας παρέδιδαν μάθημα γνωστοί καλλιτέχνες εκείνης της εποχής.

Απ: Σχεδόν όλοι ήταν γνωστοί. Σε μάθαιναν τέχνη. Ο Αμπντουραχμάν Μπούζα έδινε την ακουαρέλα, ο Αχιλλέας Παπαδημητρίου την ξυλογλυπτική, το «σκάλισμα της πέτρας» μας το δίδασκε ο Λαζάρ Νικόλα. Η γενιά μου πήρε μαθήματα από μεγάλους καλλιτέχνες. 

Ερ: Διαπιστώθηκαν από τότε κάποια δείγματα γραφής για τη μελλοντική σας πορεία; 

Απ: Καθώς «μετρούσα το μπόι μου», έβρισκα τον εαυτό μου ανάμεσα στους καλούς μαθητές. Το πάλευα, κιόλας, για να βγω στην κορυφή. Το τι θα γινόμουνα αργότερα, ούτε μπορούσα να το φανταστώ.   

Ερ: Μετά το σχολείο, ποια ήταν η συνέχεια της πορείας σας; 

Απ: Διορίστηκα δάσκαλος χειροτεχνίας, ζωγραφικής και καλλιγραφίας στο μεσαίο παιδαγωγικό σχολείο του Αργυροκάστρου. Στη χειροτεχνία μάθαινα στους μαθητές πώς να  κάνουν διάφορες εργασίες με ξύλο, με πηλό, κλπ. Στην ώρα της ιχνογραφίας τους διάβαζα, π.χ., το  κείμενο «Η αλεπού και το λελέκι» και τους έβαζα καθήκον να το αναπαράγουν με εικόνες. 

Ερ: Πώς τη βρήκατε την μέση παιδαγωγική σχολή; 

Απ: Αρκετά ποιοτική. Ετοίμαζε με αφοσίωση τον μελλοντικό δάσκαλο. 

Ερ: Είχατε τότε, όλα τα ανάλογα εφόδια, για να παραδίνατε ποιοτικό μάθημα σε μεσαίο σχολείο; 

Απ: Μου έλειπαν πολλά. Καταλάβαινα τις αδυναμίες μου, μα είχα εμπιστοσύνη ότι με σκληρή δουλειά θα τις απέφευγα. Όπως και τις απέφυγα. Άλλο είναι η θεωρία που μαθαίνεις στο σχολείο κι άλλο η εφαρμογή της στην πράξη.  

Ερ: Πάτε φαντάρος…; 

Απ: Φόρεσα το χακί μετά την παιδαγωγική σχολή. Στα δύο χρόνια της στρατιωτικής θητείας άδειασα πολλές καραβάνες, όμως σφυρηλάτησα και την υπομονή.  

Ερ: Μετά τη στρατιωτική θητεία, τι ακολούθησε…; 

Απ: Μου ανάθεσαν να κάνω, στο Μουσείο του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα της πόλης του Αργυροκάστρου, κάποιες ανακαινίσεις. Τελειώνοντας τις εργασίες, επισκέφτηκε το Μουσείο ο Αρχηγός. Βρήκε αλλαγμένα τα πάντα: τα ταβάνια, τα πατώματα… Μόνο τα παλιά κάγκελα ήταν στη θέση τους, πάνω στα οποία, μικρός καθώς γλιστρούσε, τις μάζευε από τους γονείς του. 

Ερ: Ήσουν δάσκαλος, μα ταυτόχρονα και καλλιτέχνης;

Απ: Πάλεψα, ταυτοχρόνως, σε δύο ευαίσθητα μέτωπα. Μάλιστα με πλήρη ικανοποίηση και ευθύνη. 

Ερ: Πως μπορούσες να προβληθείς τότε, π.χ., σαν ζωγράφος ή σαν γλύπτης; Και κάποια στιγμή να επωφελούσουν και άδεια δημιουργίας;  

Απ: Σου δινόταν η ευκαιρία να παρουσιάσεις τα έργα σου σε εκθέσεις. Να προβάλεις το επίπεδό σου, το ταλέντο σου. Αν το άξιζες, το κράτος, κάποια επιτροπή τέλος πάντων, σου παρείχε, βάσει κάποιων κριτηρίων που σε καθιέρωναν ως καλλιτέχνη, την άδεια δημιουργίας.  

Ερ: Πότε πήγατε στο Πανεπιστήμιο; 

Απ: Αργά, πολύ αργά. Ήμουν παντρεμένος και είχα δημιουργήσει και οικογένεια. Είχα αποχτήσει δύο παιδιά. Διαπίστωνα αδυναμίες στα  έργα μου και έβλεπα αναγκαία την ανώτερη μόρφωση, την ανώτερη σχολή. Από μόνος μου, ερασιτεχνικά, ήταν αδύνατο να αποχτήσω τα στοιχεία που μου έλλειπαν.   

Ερ: Κι όλη εκείνη την περίοδο, χωριστήκατε από την οικογένεια;

Απ: Ούτε ένα, ούτε δύο, μα τέσσερα ολόκληρα χρόνια έμεινα μακριά της. Την επισκεπτόμουν σαν κλέφτης. Παράτησα δουλειά και οικογένεια. Ο πατέρας μου βοηθούσε και επέμενε: «Ή τον φτιάχνω σωστό καλλιτέχνη ή…». Αυτός για μένα έκανε πάρα πολλά. Στον πατέρα μου χρωστάω αυτό που είμαι.  

Ερ: Πότε διαπιστώσατε ότι είστε κι εσείς ολοκληρωμένος καλλιτέχνης; 

Απ: Στην έκθεση, που άνοιξε με την ευκαιρία των 30χρονων της απελευθέρωσης. Τότε απονεμήθηκαν αρκετά βραβεία. Το Αργυρόκαστρο, τότε πήρε είκοσι εφτά: στη ζωγραφική, στην γλυπτική και στο κέντημα. Στο κέντημα το πήρα εγώ, ο τελειόφοιτος λυκείου. Μόνο με  δύο χρόνια εξάσκηση. 

Ερ: Γιατί επιλέξατε το κέντημα; Ποιος ο λόγος;

Απ: Επειδή το είχα μέσα μου. Μετά, μου δόθηκε και η ευκαιρία να εργαστώ στην επιχείρηση παραγωγής παραδοσιακών προϊόντων, αυτού έμαθα και τον αργαλειό. Καθόμουν ανάμεσα σε δύο γυναίκες και δούλευα μαζί τους μια με δυο ώρες την ημέρα. 

Ερ: Γιατί απορρίψατε τον διορισμό σας ως, καθηγητής, στο σχολείο που σπουδάσατε; 

Απ: Απλά, γιατί δεν ήθελα να χάσω τη ζωή μου σε χαμοκέλες. Εγώ κι όλη η οικογένειά μου. Γιατί, εκείνη την περίοδο, ήταν μεγάλο βάσανο το ζήτημα της στέγασης. Με βοήθησε για να γυρίσω πίσω, στο Αργυρόκαστρο ο Μουντάζ Δράμι. «Σοβαρολογείς (;!) μου λέει όταν τον παρακάλεσα να με βοηθήσει να φύγω από τα Τίρανα. Όλοι αναποδογυρίζουν τα βουνά για να ‘ρθουν στα Τίρανα και εσύ θέλεις να φύγεις;!». 

Ερ: Γυρίσατε στο Αργυρόκαστρο. Μετά; 

Απ: Με διόρισαν να εργασθώ στην επιχείρηση Παραγωγής Καλλιτεχνικών Προϊόντων με 1400 εργάτες, στην οποία γινόταν δουλειά με δυο βάρδιες. Παράγαμε διάφορα εξαγώγιμα προϊόντα: μάλλινα κιλίμια, κουβέρτες, κάλτσες, φλοκάτες, παραδοσιακά σακούλια, κεντημένα τσαντάκια, πλεχτά καλάθια με βέργες ιτιάς και με φύλλο από καλαμπόκι. (Μας έφερναν ξένοι τις παραγγελίες). Σκαλίζαμε, επίσης και το ξύλο. Φτιάχναμε κάπου 40 είδη χειροποίητων βαρελιών. Έφτιαχναν τα μοντέλα πέντε νεαροί, που είχαν βγάλει τη σχολή καλών τεχνών. Εγώ ήμουν γενικός «ντερβέναγας». Όσο και τα οικονομικά έλεγχα: νόρμες, πληρωμές, εξαγωγές, ποιότητα. Έβρισκες το μπελά σου τότε, αν  κάτι πήγαινε στραβά. 

Ερ: Έτυχε να βγείτε κι εσείς στο εξωτερικό για να δείτε από κοντά τι θέλανε οι ξένοι;  

Απ: Πού τέτοια τύχη!!! Εμείς ποτέ δεν πήγαμε. Μόνον αυτοί ερχότανε. 

Ερ: Η παραπέρα σταδιοδρομία σας; 

Απ: Μετά από δέκα χρόνια σκληρής δουλειάς στην επιχείρηση, μετατέθηκα στο Σπίτι Πολιτισμού της πόλης. Σκηνογραφούσα αποκλειστικά τις θεατρικές παραστάσεις και επιθεωρήσεις των κρατικών βιομηχανικών και γεωργικών επιχειρήσεων. Τότε, χώριζα τον παραγωγικό χρόνο στη μέση. Τον μισό τον έβαζα στη διάθεση του Σπιτιού Πολιτισμού και τον άλλο μισό στην καλλιτεχνική δημιουργία μου. Προφανώς και στο κέντημα.

Ερ: Ασχοληθήκατε και με την παράδοση. Με την λαϊκή ενδυμασία… 

Απ: Ήρθα σε επαφή με ηλικιωμένους, που ήξεραν από λαϊκή ενδυμασία. Μου μιλούσαν για τα παλιά παρατημένα πρότυπα. Βάσει των αφηγήσεών τους, έφτιαχνα σχέδια, που τα εφάρμοζε με ακρίβεια μετά, μια ομάδα από κορίτσια και γυναίκες. Από τους ηλικιωμένους μάθαμε, επίσης, τον τρόπο πώς να παράγουμε τις μάλλινες κλωστές, πώς να τις βάφουμε, να κεντούμε με αυτές, κλπ. Τα κουστούμια τα έδινα για ραφή στο Στέφο Παππά, που γνώριζε καλά από παράδοση, από λαϊκή ενδυμασία.       

Ερ: Υπήρχαν πολλές έτοιμες παραδοσιακές ενδυμασίες, για το Εθνικό Λαογραφικά Φεστιβάλ;  

Απ: Θα σας αναφέρω μόνο ένα γεγονός, που για τα σημερινά δεδομένα, είναι απίστευτο: Μόνο στο κονσέρτο του καλωσορίσματος, που διοργανωνόταν στο στάδιο, φορούσαν παραδοσιακή ενδυμασία κάπου στα 2 χιλιάδες άτομα. Όλα, τα κουστούμια αυτά, τα είχε στη διάθεσή του το Σπίτι Πολιτισμού της πόλης. 

Ερ: Σοβαρά…; Ποιος να χωνέψει σήμερα αυτό το γεγονός; 

Απ: Κάπου στα 27 ή 28 κουστούμια, δεν αγγιζόταν τότε καν με το χέρι. (Μόνον μπορούσες να τα δεις). Προστατευόταν, με τα πυρπιρίκια τους, κλπ, μέσα σε προθήκες μουσείου. Όλα φτιαγμένα από γιαννιώτες χρυσοχέρηδες τεχνίτες. Με την ετικέτα ραμμένη στα αστάρια τους, κλπ, κλπ.  

Ερ: Δηλαδή…; 

Απ: Για να αποδείξω ότι δεν υπάρχει σύνορο στη λαϊκή ενδυμασία, ετοιμάζω μια μελέτη. Δίνει και παίρνει η κάθε φορεσιά. Στο διάβα του χρόνου εξελίσσεται, αλλάζει. (Έχω το λόγο περισσότερο για τις εθνολογικές ζώνες). Για τα κοινά και τις διαφορές ανάμεσά τους. Π.χ., αν ρίξουμε μια προσεχτική ματιά στο πυρπιρί των Γιαννίνων και του Αργυροκάστρου, θα δούμε ότι είναι σχεδόν ίδιο. Ενώ, διαφέρει πολύ, του Πωγωνιού από της Δρόπολης. 

Ερ: Θυμάμαι, ότι τότε διαγωνίζονταν και τα παραδοσιακά κουστούμια στο Λαογραφικό φεστιβάλ… 

Απ: Το καλύτερο έπαιρνε και βραβείο. Γινόταν τεράστια δουλειά, για να πετύχουμε το διαφορετικό κουστούμι. Το ψάχναμε σε αφηγήσεις παρήλικων, μέσα στα σεντούκια των σπιτιών. Ανακαλύπταμε και αποδίδαμε πιστά τα νέα στοιχεία, από την ελλανοδίκη επιτροπή.  

Ερ: Με τι είχε σχέση ένα παραδοσιακό  κουστούμι;

Απ: Με το  ύφασμα, με το κόψιμο, με το ράψιμο, με το κλίμα. Με την οικονομική κατάσταση (άνεση) και την ομορφιά που έχει πάνω του.  

Ερ: Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στις λαϊκές ενδυμασίες; 

Απ: Μεγάλη. Η ενδυμασία δεν αλλάζει μόνο από περιοχή σε περιοχή, αλλά και από χωριό σε χωριό, ακόμα και μέσα στην ίδια οικογένεια.  

Ερ: Η δροπολίτικη παραδοσιακή ενδυμασία παλιά ήτανε βαριά, δηλώνουν, και κούραζε πολύ τη νύφη.  

Απ: Την παραλλάξαμε τη δροπολίτικη παραδοσιακή ενδυμασία. Τη μπασταρδέψαμε και στο μοτίβο και στο υλικό. Μπήκε μέσα το νάιλον, το πλαστικό, οι λάμπες, που ήρθαν το 36 – 40 από την Αμερική. Η εξέλιξη της παραδοσιακής ενδυμασίας δεν  γίνεται με το υλικό, μα με το μοτίβο, με το χρωματισμό, με άλλα πράγματα. 

Ερ: Αλλού πού μπήκε λανθασμένα το χέρι; 

Απ: Παντού. Όπου θες. Να σας πω μόνο ένα παράδειγμα και πάρτε με το νου σας μετά και άλλες παρόμοιες περιπτώσεις: Η Δρόπολη, είχε σαν μοτίβο την κληματσίδα που σκαρφαλώνει στα δέντρα. Την κληματσίδα τη συναντάμε, ζωγραφισμένη ή σκαλισμένη, συνήθως σε παλιά πέτρινα δοχεία… Στοιχείο αυτό που μαρτυρεί ότι στα  μέρη μας η κύρια απασχόληση του κόσμου ήταν η αμπελοκαλλιέργεια. Στη θέση αυτής της ωραίας κληματσίδας, στα μαντίλια, στις ποδιές κεντούμε πουλιά, που δεν βρίσκονται καν στον τόπο μας. Και δεν ξέρουμε καν σε ποιους αιθέρες πετούν…!!!  

Ερ: Η σκούφια πότε εμφανίστηκε; 

Απ: Αργά στόλισε η σκούφια το κεφάλι της νύφης. Παλιότερα είχαμε το φακιόλι, που δενότανε με τη μονέτρα. 

Ερ: Κι ήταν κι αυτή μέρος της προίκας; 

Απ: Ασφαλώς κι ήταν μέρος της προίκας. Μαζί και με τα φλωριά της τραχηλιάς. Με το γιούκο, τα κουστούμια, κλπ. Η Λιουντζιώτισσα νύφη, όταν παντρεύονταν, έπαιρνε  περισσότερα κουστούμια προίκα από τη Δροπολίτισσα νύφη. Κάπου στα 6 – 7. Έπαιρνε ακόμα και το κουστούμι που θα της το φορούσαν όταν θα πέθαινε.  

Ερ: Σε τι άλλο διαφέρει η σημερινή νυφική μας στολή από την παλιά;   

Απ: Η παλιά παραδοσιακή ενδυμασία, έδειχνε τη θηλυκότητα της νύφης. Τώρα η νύφη χάνεται μέσα στην ενδυμασία. Επειδή την ενδυμασία τη δανείζεται. Τη φοράει κι ας δεν της κάνει. Η σημερινή παραδοσιακή ενδυμασία είναι πλέον αυτή των φεστιβάλ.   

Ερ: Τώρα με τι ασχολείστε;  

Απ: Μελετάω τους μποξάδες. Με αυτούς κάποτε τυλίγαμε τα πάντα: τα ψώνια, τη μπουγάτσα, κλπ. Τους κεντούσε ο κόσμος με μεγάλη προσοχή, γιατί τους είχε καθημερινά στα χέρια. Σε αυτούς βλέπεις λογής – λογιών μοτίβα και χρωματισμούς, διαπιστώνεις την ανώτερη λαϊκή τέχνη. Και λες: «αλήθεια να τα έκανε άνθρωπος αυτά τα πράγματα;!»   

Ερ: Με την πρώτη μελέτη τι γίνεται; Πού έχει σκοντάψει;  

Απ: Η μελέτη για την παραδοσιακή ενδυμασία της Δρόπολης, του Πωγωνιού, της Λιούντζης και του Αργυροκάστρο, είναι τελειωμένη. Κι εμπλουτισμένη, μάλιστα, με σκίτσα και με φωτογραφίες. Όμως, μένει στο ράφι. Δεν στηρίχθηκε από κανέναν, για να δει το φως της δημοσιότητας.  

Ερ: Συγκεκριμένα για ποιο  χώρο γράφετε;

Απ: Η κάθε μελέτη μου ξεκινάει από τη Σωτήρα, κατεβαίνει στο Γεωργουτσάτι, δεν ρίχνεται στο Βούρκο, δεν ξεπερνάει το Τεπελένι.

 Ερ: Γιατί δεν ρίχνεστε στο Βούρκο; 

Απ: Αλλάζει η φορεσιά του. Και μετά, για να πεις κάτι, πρέπει να γνωρίζεις το αντικείμενο. Εγώ δεν το γνωρίζω. 

Ερ: Ας επιστρέψουμε λιγάκι ξανά στο κέντημα. Ποια σειρά ακολουθείς σε ένα  κεντητό έργο; 

Απ: Πρώτα το ζωγραφίζεις κανονικά το έργο. Λύνεις το θέμα με τη ζωγραφική. Μετά πιάνεις και το κεντάς με νήμα. Βγαίνει από τα χέρια σου έργο της προκοπής, όταν κατέχεις καλά τη ζωγραφική και το κέντημα. Γνωρίζεις, προφανώς, καλά και τη λαϊκή τέχνη. 

Ερ: Είστε ο πρώτος άνδρας κεντητής; 

Απ: Φοβάμαι, μήπως είμαι ο πρώτος και ο τελευταίος!!!  

Ερ: Τι ζητάει το κέντημα; 

Απ: Υπομονή και μεράκι. Η σημερινή εποχή, όμως, είναι της ταχύτητας και των μηχανοποιημένων προϊόντων. Των προϊόντων της πλάκας.

Ερ: Κάποιο κεντητό έργο σας που βραβεύτηκε;

Απ: «Το όπλο και το στάχυ». Οι ιδέες και το θέμα, ήταν του συστήματος. Το όπλο «φύλαγε» το στάχυ, την  παραγωγή μας, από τους «εχθρούς» που μας περιτριγύριζαν. Μετά από μένα, εκείνη την εποχή, ασχολήθηκε με το κέντημα κι ένα κορίτσι από την Κορυτσά. Σε μια έκθεση, αφού ήταν ωραία τα κεντήματά μας, η επιτροπή έδωσε πρώτο βραβείο και στους δύο. Πήρα μέρος σε διάφορες εκθέσεις και με συνθέσεις, με τοπία, με πορτραίτα. 

Ερ: Τα βραβεία συνοδεύονταν και από κάποιο χρηματικό ποσό;

Απ: Το πρώτο βραβείο σε κέντημα, μου έδωσε το ένα τρίτο των χρημάτων που ξόδεψα για να αγοράσω το νήμα. Έφερα αντίρρηση και ζήτησα να μου πληρώσουν επιτέλους και το μαλλί που αγόρασα.  Μου έκλεισαν το στόμα με τα χρήματα της άδειας δημιουργίας, που αντιστοιχούσαν με το μισθό του δάσκαλου. Τραβούσα της ελιάς στο σπίτι, για τα έξοδα.  

Ερ: Με το «τραβούσα της ελιάς» τι εννοείτε;

Απ: Τσακωνόμουνα στο σπίτι (σε μόνιμη βάση) για τα οικονομικά, επειδή χαλούσα συνέχεια λεφτά για χρώματα, για νήματα… Κατάκατσε κάπως ο καβγάς, όταν άνοιξε ο δρόμος κι έφυγαν στην Ελλάδα τα παιδιά μου και μου έμεινε μόνο η γυναίκα απέναντι.  

Ερ: Κυκλοφορεί και κάποιο «ανέκδοτο» στην πόλη… 

Απ: Να σας το πω εγώ. (Γελάει). Κάποτε την ιδέα  του κόμματος, για τη σπορά του καλαμποκιού με κυβίσκους την έριξα σε έργο. (Με προορισμό την έκθεση που θα άνοιγε στα Τίρανα). Ενώ καθόμουνα στο παράθυρο και το κεντούσα με κέφι, τυχαία, περνώντας για το σπίτι του, με βλέπει ο πρώτος Γραμματέας της Κομματικής Επιτροπής της Επαρχίας (ο Αλί από το Τεπελένι) κι απορεί. Την επόμενη καλεί κάποια στελέχη στο γραφείο του και τα ρωτάει:

– Μήπως ξέρετε, στην πόλη μας,  ποιος είναι ο άνδρας που κεντάει;

 – Ο Σταύρος Τσιάτης – πρόλαβε να πει ένας ινστρούχτορας.

– Μπράβο! Δεν το ήξερα. Τώρα που το έμαθα, θα τον επισκεφτώ.

Ήρθε το ίδιο βράδυ σπίτι μου. Ιστορίες μετά και τα λοιπά. 

Ερ: Άλλο περιστατικό; 

Απ: Στη Σκόδρα διοργανώνονταν, συνήθως, το φεστιβάλ λαϊκών ενδυμασιών. Εκθέτονταν εκεί και διάφορα παλιά αντικείμενα. Σαν Αργυρόκαστρο, τότε, παρουσιαστήκαμε με ένα τεράστιο πήλινο βαγένι και μερικές σκαλιστές πέτρες από τον τάφο της αδερφής του Αλί Πασά, της Χαϊσέ, που είναι θαμμένη στο Λιμπόχοβο. Επισκέφτηκε την έκθεση και ο Σπύρος Κολέκας, μέλος του Πολιτικού Γραφείου. Μόλις με αντίκρισε μου λέει: «Ρε Σταύρο κι εδώ με κεντήματα ήρθες;». «Όχι, σύντροφε Σπύρο, με πήλινα τούτη την αράδα, του απάντησα».

Ερ: Μετρούσα κάποτε στο Αργυρόκαστρο 64 ζωγράφους και γλύπτες. 

Απ: Το χωριό σας, η Δερβιτσιάνη, είχε τους περισσότερους. Τραβούσε ο ένας τον άλλο στη ζωγραφική. Απ’ όλους, δεν το κρύβω, εγώ προσωπικά, το Γιάννη Γκούτζο γουστάρω. Είναι σπουδαίο το πινέλο του. 

Ερ: Μήπως είναι ψιλοεπηρεασμένος, κυρίως στο χρώμα, από το Μπασκίμ Αχμέτι;

Απ: Ο Γιάννης είναι αυτούσιος. Το χρώμα του το ζηλεύει κι ο ίδιος ο Μπασκίμ Αχμέτι. Εκτιμάω και το Μπασκίμ. Αν δεν είχε φύγει από την Αλβανία αυτός ο άνθρωπος, θα ήταν άλλος τόσος στη δημιουργία του. Έχασε πολύτιμο χρόνο. Έρχεται από την Αμερική κι ανοίγει πότε – πότε εκθέσεις και στο Αργυρόκαστρο. 

Ερ: Τι προσέφερε σε σας, τον καλλιτέχνη, το νέο ελεύθερο δημοκρατικό σύστημα;

Απ: Πάρα πολλά. Μου έδωσε την ευκαιρία, την ελευθερία να γνωρίσω περισσότερο και καλύτερα το χώρο που δουλεύω. Τώρα, συγκεκριμένα, ανακαλύπτω κι άλλα μυστικά, που δεν τα ήξερα νωρίτερα. Για όλα είναι απαραίτητη κάποια βάση. Δεν είναι τυχαίος ο Πικάσο, ο Ελ Γκρέκο…! Τίποτε δεν είναι τυχαίο.    

Ερ: Πουλάτε έργα; 

Απ: Λίγα. 

Ερ: Γιατί λίγα;

Απ: Γιατί τα περισσότερα έργα μου τα πονάω και δεν τα αποχωρίζομαι εύκολα. Μετά, το ένα έργο δένει με το άλλο. Κι όταν πουλάς το ένα χαλάς τη συνοχή. 

Ερ: Τα βλέπει ο κόσμος, τουλάχιστον, σε εκθέσεις; 

Απ: Τα βλέπει. Ακόμα και στη Μύκονο άνοιξα έκθεση με σχεδόν εξήντα έργα. Όλα με μοτίβα από τη Δρόπολη. Την ημέρα που τα φόρτωνα στο καράβι με προορισμό την Κύπρο, έσκασε το επεισόδιο της Επισκοπής το 1994 και τα γύρισα πίσω στο Αργυρόκαστρο. 

Ερ: Καλά που δεν μεταναστεύσατε; 

Απ: Από τότε που ανεξαρτητοποιήθηκαν τα παιδιά μου, το παπούτσι δεν μου σφίγγει πλέον πολύ το πόδι. Η κόρη μου έχει τη δουλειά της, στο Αργυρόκαστρο, ο γιος μου τη δική του, στην Αθήνα. Εγώ παιδεύομαι ακόμα στο σχολειό. Μόνο που τώρα, από έλλειψη υπομονής, δεν στρώνομαι στο κέντημα. 

Ερ: Χθες γίνατε Έλληνας; Αποχτήσατε την ελληνική ιθαγένεια;

Απ: Ναι, έγινα. 

Ερ: Δεν ήσασταν; 

Απ: Με τα έργα που έχω κάνει – μπορώ να ανοίξω άνετα τρεις εκθέσεις την ίδια στιγμή – νιώθω περισσότερο Έλληνας κι από πολλούς Ελλαδίτες.  Θα μείνει κάτι από μένα. Κάποιο σκίτσο, κάποια ακουαρέλα, μια φωτογραφία.  

Ερ: Το ταλέντο ή η επίμονη δουλειά σας βοήθησε που φτάσατε μέχρι εδώ;  

Απ: Πρώτα η πολλή δουλειά κι έπειτα και το ταλέντο. Πάνε μαζί αυτά τα δύο. 

Ερ: Τι εννοούμε ταλέντο;  

Απ: Και στρατιωτικός να γίνεις, πρέπει να έχεις κάποια κλίση, κάποια χαρίσματα, που επιβάλλουν στον άλλο την τάξη. Που σε βάζουν στη γραμμή. Έχεις κάποιο ύφος, που ο άλλος ή το φοβάται ή το σέβεται.  

Ερ: Ασχολείστε  και με την εικονογραφία;

Απ: Μάλιστα. Και προπάντων με την αναπαλαίωση εικόνας. Στην εκκλησία της Βραχογοραντζής, πάνω στη δουλειά βρήκα και κάνα δύο εικόνες του Ονούφριου του Κυπριώτη. (Σε αυτή την εξαίρετη εκκλησία, δυστυχώς, δεν γίνεται σωστή δουλειά). Αν δεν δουλέψει χριστιανός εκεί, είναι μεγάλο πρόβλημα.

Ερ: Εικονογράφηση θα πει  «αντιγραφή», αν δεν λαθεύομαι;! 

Απ: Είναι τέχνη και η αντιγραφή. Κι ο Ονούφριος αντέγραφε. Ο καθένας έχει τον δικό του τρόπο αντιγραφής. 

Γιώργος Μύτιλης