Την ελληνικότητά μας εμείς οι Βορειοηπειρώτες δεν την πουλήσαμε γι’ αυτό και δεν πρέπει να την αγοράζουμε.

Την ελληνικότητά μας εμείς οι Βορειοηπειρώτες δεν την πουλήσαμε γι’ αυτό και δεν πρέπει να την αγοράζουμε.

Του Θεοφάνη ΜΠΟΥΖΗ

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει (αν και αρκετοί το προσπαθούν) το γεγονός πως εμείς οι Βορειοηπειρώτες (έτσι μας βάπτισαν στην αυγή του 20ου αιώνα οι Μεγάλοι Νονοί), από αρχαιότατους χρόνους είμαστε Έλλη­νες. Παραμείναμε Έλληνες από γενιά σε γενιά, πάππο – προσπάππου, διατηρώντας μέσα μας την φλόγα της αγάπης για κάθε τί ελληνικό.

Προσπάθησαν κατά καιρούς εχθροί και «φίλοι» να μας αφομοιώσουν, να μας αλλάξουν ιδανικά και πίστη. Δεν το πέτυχαν.

Δεν πουλήσαμε τίποτε

Οι Βορειοηπειρώτες ποτέ στην μακρά ιστορία τους, δεν πρόδωσαν τα ιδανικά τους, ξέρουν να αγωνίζονται για τα πιστεύω τους, έζησαν υπό σκλη­ρή καταπίεση, δεν πούλησαν όμως το έθνος τους. Δεν αρνήθηκαν ότι είναι Έλληνες, απεναντίας ήταν και είναι υπερήφανοι γι’ αυτό.

Γνωρίζουν ότι είναι ένα γνήσιο κομμάτι του ελληνισμού, ίσως από τα πιο πληγωμένα, πιο παραμελημένα, αυτό όμως δεν τους εμποδίζει να αγω­νίζονται. Το γεγονός ότι έζησαν ή ζουν έξω από τα σημερινά σύνορα της Ελ­λάδος, δεν είναι δική τους επιλογή, ούτε δικό τους θέλημα, ωστόσο το γεγονός αυτό δεν έκαμψε την αφοσίωσή τους στον ελληνισμό, αντιθέτως τους έκαμε πιο έντονο το ενδιαφέρον για προβολή της ελληνικότητάς τους, αν και πολλές φορές χρειάστηκε να πληρώσουν ακριβά αυτήν την προβολή. Είμαστε Έλληνες με τα όλα μας, ήθη και έθιμα, γλώσσα και ορθόδοξη πίστη, και το σπουδαιότερο με πλήρη ελληνική συνείδηση. Τίποτε από αυτά δεν πουλήσα­με. Το διαφυλάξαμε ως κάτι ιερό.

Χωρίς να χρειαστεί να αναφερθώ σε δεκάδες χιλιάδες παραδείγματα, που αποδεικνύουν το πώς μπόρεσαν οι συμπατριώτες μου, με αυτοθυσία και παλικαριά να παραμείνουν Έλληνες στους δύσκολους καιρούς που πέρασαν, θέλω να πιστεύω πως κανείς από τους αναγνώστες (καλό θα ήταν να συμβεί αυτό και με τους υψηλά ισταμένους) δεν θα αμφισβητήσει το αναμφισβήτητο: Πως εμείς οι Βορειοηπειρώτες ποτέ δεν πουλήσαμε την ελληνικότητά μας. Για τον σκοπό του άρθρου, το πρώτο αυτό συμπέρασμα μου αρκεί. Για αυτούς που έχουν αμφιβολίες είμαστε εδώ να τους πείσουμε με παραδείγματα και επιχειρήματα γι’ αυτά που γράφουμε.

Πρέπει να πολιτογραφηθούμε

Σήμερα, επισήμως (με χαρτιά) οι Βορειοηπειρώτες θεωρούνται αλβανοί υπήκοοι. Με ψυχή και καρδιά ήταν, είναι και θα παραμείνουν Έλληνες. Ανεξαρτήτως της επισημότητας (των χαρτιών) δεν άλλαξε και δεν πρόκειται να αλλάξει η αγάπη τους για το ελληνικό έθνος, ο σεβασμός τους για τον ελ­ληνικό πολιτισμό, η πίστη τους για την ορθοδοξία. Την τελευταία 10ετια, η πλειοψηφία των συμπατριωτών μου έχει εγκατασταθεί στην Μάνα Ελλάδα και ζουν με την ελπίδα και εύχονται να γίνει πραγματικότητα το όνειρό τους, να γίνουν και επισήμως (με χαρτιά) Έλληνες.

Προσωπικά, όπως άλλωστε έχω διατυπώσει και σε προηγούμενο άρθρο μου, πιστεύω πως οι Βορειοηπειρώτες θα πρέπει να αποτελέσουν όχι μόνο το πρώτο αλλά και το πιο σίγουρο ανθρώπινο δυναμικό που θα πρέπει να πολιτογραφηθεί στην Ελλάδα. Αυτό γιατί οι συμπατριώτες μου είναι προικι­σμένοι με κάτι ξεχωριστό από τους άλλους. Έχουν πλήρη ελληνική συνείδηση.

Η αλήθεια είναι πως η πολιτογράφηση των βορειοηπειρωτών στην Ελλά­δα έχει αρχίσει εδώ και δύο χρόνια. Δυστυχώς η διαδικασία αυτή προχωρά πολύ αργά. Έχουμε καταθέσει χαρτιά με το «τσουβάλι» και περιμένουμε την πολυπόθητη απάντηση. Ας ελπίσουμε … Έχουμε μάθει άλλωστε να είμαστε υπομονετικοί.

Δεν αγοράζουμε την ελληνικότητά μας

Το τελευταίο χρονικό διάστημα, η διαδικασία πολιτογράφησης εκ μέρους των Βορειοηπειρωτών έχει παγώσει. Αυτό γιατί στις Δημαρχίες που κατατί­θενται αρχικά τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για χορήγηση της ελληνικής ιθαγένειας, ζητείται επί πλέον παράβολο των 500.000 δρχ. για κάθε άτομο. Ποσό αυτό πολύ μεγάλο για την δική μας μικρή τσέπη. Μία 5μελής βορειοηπειρωτική οικογένεια, θα πρέπει να «επενδύσει» το εισόδημα ενός έτους για να αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια, την στιγμή που πιστεύει πως ανήκει στην μεγάλη οικογένεια των Ελλήνων. Παράλογο … κι όμως αληθινό.

Ειλικρινά, ποτέ δεν φανταζόμουν μία τέτοια εξέλιξη των πραγμάτων. Μας ζητούν ούτε λίγο ούτε πολύ να αγοράσουμε την ελληνικότητά μας. Μας ζήτη­σαν να την πουλήσουμε και δεν δεχθήκαμε, υποφέραμε αλλά δεν πουληθή­καμε. Οι καιροί άλλαξαν και τώρα θα πρέπει να αγοράσουμε αυτό που πι­στεύω μας ανήκει. Τί να πει κανείς; Δεν ξέρει πια τί να πιστέψει.

Οι υπάλληλοι στα Δημαρχεία δεν κάνουν ούτε καν τον κόπο να μας εξη­γήσουν γιατί πρέπει να πληρώσουμε. Σε περιμένουν και σε κοιτάζουν με αυ­στηρό βλέμμα, λες και αυτοί κάθονται στην κορυφή του Ολύμπου και εμείς σβαρνιζόμαστε στα βάθη του Άδη.

Οι δικοί μας εκπρόσωποι (βουλευτές, ηγέτες της Ομόνοιας, τοπικοί άρ­χοντες, προεδρία συλλόγων κ.λ.π.) για το εν λόγω θέμα είναι σε πλήρη λή­θαργο. Για αυτούς λες δεν συμβαίνει τίποτε. Οι απλοί άνθρωποι, οι απλοί βορειοηπειρώτες περιμένουν τον λόγο των δικών τους ηγετών. Πώς σκέπτε­ται λοιπόν η ηγεσία της Ομόνοιας; Πρέπει να πληρώσουμε την πολιτογράφη­σή μας; Ναι ή όχι; Πώς πρέπει να κινηθούμε;

Όταν στην Αλβανία γινόταν η απογραφή του πληθυσμού χωρίς την παρά­μετρο της εθνικότητας, η ηγεσία της Ομόνοιας σωστά μας κάλεσε να απέχου­με από την απογραφή. Ακολούθησε τον λόγο της 95% των Βορειοηπειρωτών. Ξαναρωτώ λοιπόν, ποιος είναι ο λόγος της Ομόνοιας για την πληρωμή του πα­ράβολου για την πολιτογράφηση στην Ελλάδα;

Ο απλός άνθρωπος, όταν του λείπει η απάντηση από τους αρμοδίους, κά­θεται και σκέπτεται δικές του απαντήσεις και λύσεις. Προσωπικά πιστεύω πως αυτοί που είχαν την εξυπνάδα να προσδιορίσουν το παράβολο των 500.000 δρχ. για πολιτογράφηση των Βορειοηπειρωτών στην Ελλάδα είχαν ως στόχο:

Πρώτον, να παγώσουν την διαδικασία πολιτογράφησης, γνωρίζοντας το οικονομικό και αισθηματικό πρόβλημα των Βορειοηπειρωτών και δεύτερον βρήκαν έναν άμεσο τρόπο για να πληρώσουμε εμείς η νεότερη γενιά των Βορειοηπειρωτών την σύνταξη που παίρνουν μέσω του Ο.Γ.Α. οι ηλικιωμένοι βορειοηπειρώτες. Το δεύτερο συμπέρασμα μην το παίρνετε στα σοβαρά. Πε­ριμένουμε ωστόσο από τους αρμοδίους την δική τους απάντηση.

Στο εξώφυλλο: Δερβιτσώτες υπερήλικες στις σκάλες του Μεγάρου Πολιτισμού του χωριού.

«Ομογενής», Οκτώβριος 2001

«Ρωμιοσύνη», Νοέμβριος 2001

Γιώργος Μύτιλης