Το αίμα της αγάπης

Το αίμα της αγάπης

Από το βιβλίο: ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ, του Ανδρέα ΖΑΡΜΠΑΛΑ

Λαογραφικές διαδρομές στη Βόρεια Ήπειρο

Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί πως ο τραγουδιστός χορός «Του Δήμου» γεννήθηκε και πρωτοχορεύτηκε σε κάποιο από τα πολλά χοροστάσια του μικρού μας τό­που. Ο μοναδικός λόγος που συνηγόρησε στο να συμπεριληφθεί στο ταπεινό τούτο βιβλιαράκι είναι η μεγάλη του διάδοση στο χώρο μας, η «κατάληψη» που είχε κά­νει αιώνες τώρα στα χοροστάσια, η πλήρης ταύτισή του με τον ψυχισμό των ανθρώπων μας.

Ήρωας πιο τραγικός απ’ ό,τι ο Δήμος σίγουρα δεν υπάρχει σε όλη τη Λαογραφία. Ένα παλικάρι που περιφέρεται ακόμα στα χωριά και στα βιλαέτια κρατώντας στα χέρια ένα μαντίλι ματωμένο είναι ο Δήμος. Κι αν στα χωριά και τα βιλαέτια που τριγυρνάει τύχει και τον ρωτήσουν «Δήμο μ’ τι έχεις αυτού;», τους απαντάει με βαριά καρδιά:

– Το αίμα της αγάπης!

Τόσο τραγικός ήρωας ίσως να μη βρίσκεται στη Λαογραφία μας, αλλά και μαντίλι σαν το δικό του πά­λι δε βρίσκεται.

Στα ηπειρώτικα δημοτικά τραγούδια, δύο είναι οι πρωταγωνιστές οι οποίοι φέρουν μαντίλια στη τσέπη ή στα χέρια τους. Ο ξενιτεμένος Γιάννος και ο ερωτευμέ­νος Δήμος. Το μαντίλι του Γιάννου το λέρωσαν οι καη­μοί τόσο που έβαψαν και τα πέντε ποτάμια τα οποία προσπάθησαν να το πλύνουν. Το μαντίλι του Δήμου στάζει αίμα – και δεν είναι οποιοδήποτε αίμα, αλλά της ίδιας της αγάπης του. Σίγουρα, όλα τα ποτάμια του κόσμου κι αν μαζευτούν να το πλύνουν, θα κοκκινίσουν. Γιατί το αίμα, προπαντός αυτό που χύνεται άδικα, ούτε νερό το πλένει, ούτε η γη το καταπίνει, ούτε ο ήλιος το ξεραίνει.

Τόσο βαθιά ριζωμένη είναι η αντίληψη αυτή, που οι ηλικιωμένοι στα μέρη μας, άμα βράδιαζε απόφευγαν να περνάν από κάποια στενά και χαράδρες, γιατί δεν ήθε­λαν, λέει, να ακούνε το αίμα των σκοτωμένων, που βογκούσε και ζητούσε εκδίκηση.

Στο βιβλίο του Αντώνιου Μανούσου με τίτλο Τραγούδια εθνικά, που τυπώθηκε στην Κέρκυρα το έτος 1850 (και επανεξεδόθη υπό του Ηλία Ρίζου το 1969), αναφέρεται και το τραγούδι του «Δήμου».

Στη σύντομη εισαγωγή του, ο συλλέκτης λέει: «Ί­σως να είναι ιστορικό [τραγούδι], αλλά όπως και να εί­ναι υπάρχει εις αυτό μέσα στην άκρα απλότητά του βα­θύτατο πάθος αγάπης και σφοδρότατου αίσθημα. Αυτό τραγουδιέται χορεύοντας σε διάφορα μέρη της Ελλάδος και πολύ περισσότερο στην Αιτωλία και Θεσσαλία». Και στην Ήπειρο, θα προσθέταμε άφοβα, αφού δεν υπήρχε γιορτή όπου να μη χορευόταν ο εν λόγω χορός.

Το έτος έκδοσης του βιβλίου (1850) δίνει κατά κάποιον τρόπο και τη χρονική διάσταση του τραγουδιστού χορού, η οποία σε οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η γέννη­σή του ανάγεται σε πολύ προγενέστερο χρόνο.

Ο χορός «Του Δήμου» απαιτεί από τους κορυφαίους να βρίσκονται σε ψυχική ανάταση, στην καλύτερη στιγμή τους. Αλλιώς ας μην τολμήσουν να τον ρίξουν, γιατί δε θα μπορέσουν να σηκώσουν το μεγάλο δράμα, και πολύ περισσότερο να το ερμηνεύσουν. Γιατί, αν απο­φασίσεις να ρίξεις το χορό αυτό, δεν είσαι πια εσύ ο ίδιος, αλλά κατά κάποιον τρόπο υποδύεσαι τον Δήμο, πράγ­μα που δεν είναι καθόλου εύκολο.

Λίγοι είναι στα χωριά μας εκείνοι που κατορθώνουν να περάσουν με επιτυχία τη δοκιμασία της ερμηνείας του και να πάρουν έτσι το «πιστοποιητικό» του αληθι­νού χορευτή. Οι περισσότεροι δοκίμασαν, απέτυχαν και τελικά αρκέστηκαν σε ρόλο υποδεέστερο, δηλαδή απλώς συνόδευαν και καμάρωναν τον κορυφαίο.

Παρ’ όλα αυτά, και μόνον η συμμετοχή σε έναν τέ­τοιο χορό τούς κάνει να νιώθουν πως κάτι δένει μέσα τους, κάτι στεριώνει, γιατί αξιώθηκαν να βιώσουν, έστω και μέσα από έναν χορό, τα μεγάλα διλήμματα και τις μεγάλες ευθύνες της ζωής.

Μια εικόνα πρωταγωνιστή του χορού διατηρώ ανεξίτηλα στη μνήμη μου από λαογραφική δραστηριότητα στο χωριό Αλήκο του Βούρκου. Οι Βουρκάρηδες έχουν κάτι το βαρύ στην εμφάνιση και γενικά στη συμπεριφο­ρά τους. Περισσότερο, το στοιχείο αυτό εκδηλώνεται όταν μπαίνουν στο χορό. Ο κορυφαίος, ένας άντρας με αδρά χαρακτηριστικά, γεροδεμένος και με μέτριο ανά­στημα, έριχνε το χορό του «Δήμου» με λιτές κινήσεις, και τέτοια σοβαρότητα, που δεν επιδέχονταν ούτε την ελά­χιστη αμφιβολία ότι εκείνη τη στιγμή δεν βρίσκονταν σε χοροστάσι, ούτε στην άπλα του μεγάλου κάμπου του. Με ζωσμένο το σπαθί, είχε πάρει δίπλα τα βουνά και τα κορφοβούνια για να σκοτώσει ελάφια, να ημερέψει αρκούδια και να κάνει πολλά άλλα ανδραγαθήματα.

Οι άλλοι χορευτές, πάνω από τριάντα άτομα, κάτι αυστηρές και ανένδοτες υπάρξεις, ενώ τραγουδούσαν με την μπάσα φωνή τους φοβερούς στίχους, και προπαντός την επωδό «Γεια σ’ αγάπη μου» και «Σε κλαιν τα μά­τια μου», έκαναν τους λόφους της Τρέμουλης και της Ραχούλας να αντιλαλούν και να δονούνται σύγκορμα.

Ήταν και κάτι άλλο που εντυπωσίαζε κατά την ερμηνεία του χορού. Στον Θεολόγο, στη Δρόπολη ή και στο Πωγώνι, όταν χορεύουν τον «Δήμο» αρχίζουν κανονικά, δηλαδή «Αυτά τα μάτια τα ’μορφα, τα φρύδια τα γραμμένα». Οι Βουρκάρηδες ίσως να ένιωθαν στενά μέσα σε μια τέτοια μορφή, τη βρίσκανε κάπως μαλθα­κή. Έτσι, για να απαλλαγούν από τις αγκούσες πρόσθεσαν και τη συλλαβή «μπρε». Ο κορυφαίος, μόλις κινάει το χορό, αρχίζει με τον διαφοροποιημένο πια στίχο: «Μπρ’ αυτά τα μάτια τα ’μορφα…»

Ήταν μια αναγκαία «επισκευή», διότι μια τέτοια λεπτότητα είναι εντελώς ξένη προς το ύφος και το δυναμισμό τους.

Στον τόπο μας, ο μόνος χορός που μπορεί να παραβγεί

και να χτυπήσει στα ίσια εκείνον του «Δήμου» είναι ο χορός «Να ’μουν μια πετροπέρδικα». Ο χορός αυτός έχει ως πρωταγωνιστή τον Ήρωα του Λαού Λευτέρη Τάλλιο. Με μικρές, σχεδόν ασύλληπτες διαφορές ως προς τη μελωδική γραμμή και το ρυθμό του, αλλά το ίδιο βαρύς και επικός, τόσο που μόνον μουστακαλήδες άντρες τολμούν να τον χορέψουν. Οι περιστασιακοί και ερασιτέχνες χορευτές δεν μπορούν να αντικρίσουν στα μάτια τον ήρωα, και πολύ περισσότερο να του αποταθούν με την επωδό «Μωρέ Λευτέρη Τάλλιο». Το μάτι τους θα τρεμοπαίζει από το άγχος και τα γόνατά τους θα λυγίσουν σα να βρέθηκαν ξαφνικά σε μάχη όπου «πέφτουν ντουφέκια σα βροχή και βόλια σα χαλάζι».

Οι πρωταγωνιστές του χορού για τον οποίο κάνομε λό­γο είναι δύο: ο Δήμος και η αγαπημένη του. Ο Δήμος εμφανίζεται μόνον στους δυο πρώτους στίχους, την ώρα που εκδηλώνει την αγάπη του μέσα από τους ανεπανάληπτους δεκαπεντασύλλαβους:

«Αυτά τα μάτια τα ’μορφα, τα φρύδια τα γραμμένα
Αυτά με κάνουν κι άρρωστου, με κάνουν κι απεθαίνω».

Η κόρη εμφανίζεται και στους εφτά υπόλοιπους στίχους, από τους εννιά στο σύνολο, που έχει η ηπειρώτικη παραλλαγή.

Κι όμως, πρωταγωνιστής είναι ο Δήμος.

Δεν είναι ούτε ο χώρος ούτε το φύλο που σε κάνουν πρωταγωνιστή. Και οι δυο ερωτευμένοι είναι μαχητές, που δίνουν τη μάχη για την αγάπη τους πάνω στο κοι­νωνικό αλώνι και πέφτουν μέσα στην άνιση σύγκρουση με το κατεστημένο της εποχής τους. Εν τω μεταξύ εί­ναι εντελώς μόνοι απέναντι σε σκληρούς -και αρματω­μένους με τις πιο αυστηρές αντιλήψεις περί αγάπης- αντιπάλους. Γι’ αυτό και η κόρη, μέσα στην απελπισία της, για να μη χαθεί, προσπαθεί να πιαστεί από το όνο­μα του αγαπημένου της, φωνάζοντας «Δήμο μου». Την ίδια απόγνωση δοκιμάζει και ο Δήμος, αλλά προσπαθεί να δώσει κουράγιο και να στηρίξει την αγαπημένη του με τις σπαραχτικές κραυγές «Γεια σ’ αγάπη μου» και «Σε κλαιν τα μάτια μου».

Ως εδώ και οι δύο μάχονται το ίδιο, βρίσκονται στην ίδια μοίρα. Απ’ εδώ και πέρα, όμως, τα πράγματα αλλάζουν. Η κόρη, μέσα στην απελπισία της παρακαλάει τον αγαπημένο της να ρίξει τουφεκιά και να τη σκο­τώσει, να βγάλει το σπαθί του και να της κόψει το λαι­μό. Απελπιστική, αλήθεια, η θέση της, αλλά ακόμα πιο απελπιστική είναι η θέση του Δήμου, που καλείται να κάνει πράξη την αβάσταχτη επιθυμία της αγαπη­μένης του.

Στο ερωτικό δράμα προστίθεται τώρα και μια άλλη διάσταση, η ηθική. Ο Δήμος πρέπει να πάρει το σπαθί, να κόψει το λαιμό της αγαπημένης του, να μαζέψει το αίμα της και να το σκορπίσει στάλα-στάλα πάνω από τη χώρα. Ως μαχητής κατά της συντηρητικής κοινω­νίας και του μεσαιωνικού σκοταδισμού καλείται πια να συνεχίσει τον αγώνα μόνος, διότι η αγαπημένη του έπε­σε στον αγώνα αυτό. Το όπλο του πια δε θα είναι ούτε το ντουφέκι ούτε το σπαθί, ούτε ο λόγος. Με αυτά τα όπλα ένας άντρας είναι εξοικειωμένος, μπορεί να τα χει­ριστεί. Τι γίνεται, όμως, όταν ως όπλο έχει μόνον ένα μαντίλι με το αίμα της;

Αυτή η νέα διάσταση είναι που τον κάνει πρωταγωνιστή.

Η δομή του τραγουδιστού μας χορού είναι χτισμένη σε μορφή διαλόγου:

-Αυτά τα μάτια, Δήμο μ’ τα ’μορφα,
Τα φρύδια τα γραμμένα, γεια σ’ αγάπη μου
Αυτά με κάνουν, Δήμο μ’ κι αρρωστώ,
Με κάνουν κι απεθαίνω, γεια σ’ αγάπη μου.

-Για πάρε δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια,
Κι αν εύρεις λάφια σκότωσ’ τα κι αρκούδια ημέρεψε τα
Κι αν εύρεις την αγάπη σου, ρίξε και σκότωσέ τη.
Για βγάλε το σπαθάκι σου και κόψε το λαιμό μου
Και μάσε και το αίμα μου σ’ ένα φτενό μαντίλι
Και σύρ’ το στα εννιά χωριά, στα δέκα βιλαέτια,
Κι αν σε ρωτήσουν τι έχεις αυτού, το αίμα
της αγάπης.

Στη Λαογραφία μας, ο χώρος στον οποίο διεξάγεται συνήθως ο διάλογος των ερωτευμένων είναι η βρύση. Ο χώρος της βρύσης ξέφευγε από την αυστηρή επιτήρη­ση του πατριαρχισμού. Τα πράγματα εκεί ήταν λιγότε­ρο παρεξηγήσιμα, αν και όλοι το γνωρίζανε πως κατά τη διαδρομή προς τη βρύση ο έρωτας έστηνε τις παγί­δες του.

Ζερβιά μεριά είν’ το χωριό, κι αριστερά η βρύση,
Παν τα κορίτσια για νερό, γυρίζουν φιλημένα,

λέει ένα δημοτικό τραγούδι, που συχνά τραγουδιέται στο χώρο μας, όπως συχνά τραγουδιέται και εκείνο της «Μάρως», η οποία παρακαλούσε τις φίλες της να την καρτερέσουν, γιατί «φοβάται», λέει, μην της βγει ο Πλανόγιαννος και την πλανέψει. Ο φόβος της, όμως, εκδηλώνεται με τέτοιον τρόπο, που περισσότερο αποκαλύπτει τη βαθιά επιθυμία της Μάρως να της συμβεί κάτι τέτοιο, παρά την πρόθεσή της να το αποφύγει. Από τους ωραιότερους διάλογους που έγιναν ποτέ στη βρύση είναι κι αυτός του παρακάτω τραγουδιού:

Θέλω να σου πω, κόρη μ ’ κι αντρέπομαι,
τι έχει το χειλάκι σου και σε πονεί;
Μην αρρώστησες, μήνα θερμάνθηκες;
-Ούδε αρρώστησα κι ούδε θερμάνθηκα,
Ούδε αγουροφίλημα εδέχτηκα.
Μ’ έστειλε η μάνα μου στον κήπο μας,
Να βλαστολογήσω το βασιλικό,
Να κορφολογήσω τον αμάραντο
Κι έπεσεν ο κλώνος και με βάρεσε.

Δείξε μου τον τόπο που σε βάρεσε,
Να στο ασημώσω μ ’ ένα φίλημα.

Στην περίπτωση του παραπάνω τραγουδιού ο φτερωτός Έρωτας είχε ρίξει κρασί από της Αγιάς Σοφιάς του Ντερμισιού στα ποτήρια των δύο νέων, εκείνοι το ήπιαν, μέθυσαν και τώρα δεν ξέρουν τι λένε. Έπεσε, λέει, ένας κλώνος βασιλικού, τη βάρεσε και πονάει, ενώ ο νέος είναι έτοιμος να της διώξει τον πόνο. Ασφαλώς, ο κλώνος που έπεσε δεν ήταν καρυδιάς, βασιλικού ήτανε, αλλά οι δυο ερωτευμένοι όχι μόνο το λένε, αλλά και το πιστεύουν, πως έτσι είναι και δε χωράει καμιά αμφιβο­λία. Ο έρωτάς τους ήταν σαν την πρασινάδα την άνοι­ξη, που τα κατακλύζει όλα.

Στην άλλη ακριβώς άκρη στέκει ο έρωτας του Δή­μου και της αγαπημένης του. Η αγάπη τους είναι βα­θιά και δυνατή και δε βρίσκεται ούτε καν στο φθινό­πωρο, μπήκε στον βαρύ χειμώνα. Είχε βγει από την καρδιά τους, όπου ήταν κρυμμένη, και την πληροφορηθήκανε οι οικογένειές τους. Είχε βγει από τα σπίτια τους και την πληροφορηθήκανε τα χωριά και τα βιλαέ­τια. Τα θεμέλια της κοινωνίας κλονίστηκαν. Το κατε­στημένο οργίστηκε, τη φοβήθηκε, έβγαλε τα μαχαίρια. Γιατί οι δυνατές αγάπες, αν και μόνες και αβοήθητες, είναι πάντα ισχυρές και ανένδοτες. Η «ζημιά» που μπορούν να προκαλέσουν στις δομές του είναι μεγάλη.

Τέτοια ήταν και η αγάπη του Δήμου. Το μεγαλείο της το φανέρωσε κατά την τελευταία πράξη, την ώρα, δηλα­δή, της αυτοθυσίας. Η κόρη πείστηκε ότι δεν μπορεί να νικήσει μια κοινωνία ολόκληρη. Δεν ήθελε, όμως, να σκύψει το κεφάλι, γι’ αυτό και πήρε τη μεγάλη απόφα­ση: να εγκαταλείψει τον κόσμο και να πάει να ζήσει στα άγρια όρη. Έτσι, στο αλώνι των εννιά χωριών κι ακόμα ευρύτερα, στα δέκα βιλαέτια, η αγάπη ηττήθηκε μεν, αλλά δεν προσκύνησε. Πάνω σ’ αυτό το σκαλί πάτησε αργότερα η «όμορφη, η ψηλή», η γνωστή στο πανελλή­νιο Μαρία Πενταγιώτισσα με τα «μακριά μαλλιά», που αγάπησε και πάλεψε για την αγάπη της, αν και συκοφαντήθηκε από την αντίζηλό της, την Τασούλα.1

Ποτέ χείλη ερωτευμένης κόρης δεν ξεστόμισαν τέ­τοια τραγική έκκληση προς τον αγαπημένο της: να πά­ρει τα βουνά και τα κορφοβούνια, να βρει εκεί πάνω την αγάπη του, να βγάλει το σπαθί και να της κόψει το λαι­μό. Θα μπορούσε να πει στον αγαπημένο της πως φεύ­γει, πάει να γίνει καλογριά σε μοναστήρι. Θα μπορούσε ακόμα να του πει πως πρέπει να φύγουν και οι δυο, να πάνε στα βουνά, μακριά από τον σκληρό αυτό κόσμο.

Οι μεγάλες αγάπες, όμως, ποτέ δεν δίνουν μεσοβέζι­κες λύσεις. Αν θα πήγαινε σε μοναστήρι, η τραγική της ιστορία θα χάνονταν κάτω από το μαύρο ράσο. Αν τραβούσαν και οι δυο κατά τα βουνά για να κατοικήσουν στην ερημιά μαζί με τα αρκούδια και τα ελάφια, σίγου­ρα θα ερχότανε μια στιγμή που, για την ιστορία τους, όσο τραγική κι αν ήταν, η λησμονιά θα περνούσε από δίπλα και θα της έριχνε το πέπλο της.

Μόνον το αίμα μπορούσε να εγγυηθεί τη διάρκεια της ιστορίας τους.2

Αν χυνόταν αίμα, κανένας δε θα μπορούσε να βρει την ηρεμία του. Το αίμα είναι σα βρυσούλα, που στάζει και κοκκινίζει τη μνήμη της κοινωνίας. Εν τω μεταξύ, καθώς θα στάζει στάλα-στάλα από το φτενό μαντίλι, θα χαράζει ταυτόχρονα και το μοναδικό μονοπάτι προς το φως. Έτσι, τα ερωτευμένα ζευγάρια στους επόμε­νους αιώνες θα έχουν ένα μονοπάτι να διαβούν.

Τίποτα δεν προχωράει χωρίς θυσία.

Παραμένει, όμως, μια απορία: Την εκτέλεσε ο Δήμος την επιθυμία της αγαπημένης του;

Αν ο μεγάλος τεχνίτης μάς εμφάνιζε τον Δήμο, κά­τω από ένα δέντρο ή έξω από μια σπηλιά, να κόβει το λαιμό της αγαπημένης του, τότε θα είχαμε την αίσθη­ση ότι, πέρα από τις σκληρές μεσαιωνικές συνθήκες που υπαγορεύουν την πράξη αυτή, έχομε να κάνομε με ένα έγκλημα. Ο μεγάλος μάστορας, όμως, όπως και σε δεκάδες άλλες περιπτώσεις, κατόρθωσε να αποφύγει τέτοιες κακοτοπιές. Σε διαφορετική περίπτωση, το έργο του θα είχε να πληρώσει βαρύ χαράτσι, όσον αφορά την αισθητική πλευρά. Μόνον έτσι μπόρεσε ο Δήμος να μεί­νει άφθαρτος από το χρόνο και να γίνει ο αγαπημένος πρωταγωνιστής στα χοροστάσια μας.

Οι στίχοι με την απαράμιλλη παραστατική δύναμη, τις τολμηρές εικόνες, τη σπάνια μουσικότητα, το μα­στορικό λάξευμα και τη σοφία τους, τοποθετούν το τραγούδι αυτό ανάμεσα στα καλύτερα σε πανελλήνια κλίμακα. Όταν τους διαβάζεις, γίνονται τραγούδι. Όταν τους τραγουδάς, γίνονται συμφωνία. Μια συμφωνία πένθιμη με ηρωικούς τόνους, που την ακούς και μέσα σου αρχίζουν και τρίζουν όλα. Τη μια πέφτουν και σω­ριάζονται, την άλλη συγκροτούνται και στεριώνουν ακόμα περισσότερο. Και πάλι από την αρχή.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Από την εκπομπή «Σαν παραμύθι» της ΕΤ1, Ιούλης 2005.
  2. Στο βιβλίο Τα λαογραφικά της Κέρκυρας του Γερ. Χυτήρη, σελ. 114-115, αναφέρεται ένα τραγούδι με μοτίβο παρα­πλήσιο εκείνου του τραγουδιού του «Δήμου». Τα αδέρφια της ερωτευμένης κόρης, σαν μάθανε το γεγονός «πολύ τους κακοφάνη» και πήραν στα χέρια τα σύνεργα του θανάτου. Τα χαράματα η κόρη ψυχομαχούσε. Η μητέρα, που είχε πά­ρει το μέρος των γιων της (μόνον με την εξόντωση της κό­ρης θα μπορούσαν να ξαναβρούν στην κοινωνία «τη χαμένη υπόληψη»), λέει στην κόρη της αν επιθυμεί να της φορέ­σουν «βελουδένια» τώρα που πάει στον άλλο κόσμο. Κι η κόρη της απαντάει:

Θα πάω με τούτα που φορώ, τα ματοκυλισμένα
να πάει το στόρισμα στη γης και τ’ άκουσμα στον κόσμο,
όπου με θανατώσατε για μια καημένη αγάπη.

Γιώργος Μύτιλης