Το μπαϊράκι της Γορίτσας

Το μπαϊράκι της Γορίτσας

Νικόλαος Κ. Παπαδόπουλος

Από το βιβλίο ΔΡΟΠΟΛΙΤΙΚΑ

Δεύτερο μέρος

Παλιά συνήθεια στην Ήπειρο, και στη Δερόπολη ιδιαίτερα, τη μεγάλη γιορτή των Φώτων κάθε εκκλησιά ύψωνε το λάβαρό της, το μπαϊράκι της, την ώρα πού γένονταν ο Μέγας Αγιασμός. Κι ένας χωριανός, ο πιο πλούσιος, αγόραζε τη μέρα της γιορτής το μπαϊράκι της εκκλησιάς, σαν γίνονταν συναγωνισμός ποιος θα δώκει τα περισσότερα. Αυτός γένονταν ο νουνός της χρονιάς της εκκλησιάς. Το ’παιρνε το μπαϊράκι στο σπίτι του για δεκαπέντε μέρες, το ’βγαζε στο μεσοχώρι ή στ’ αλώνια για το χορό. Κι ήταν μεγάλη χαρά για το σπίτι να μπει το μπαϊράκι της εκκλησιάς και να φιλοξενηθεί δεκαπέντε τόσες μέρες στον οντά.

Κάθε εκκλησιά είχε το δικό της λάβαρο, το δικό της μπαϊ­ράκι, ανάλογα με τα έσοδά της, μικρό, μεγάλο, πλούσια ζωγρα­φισμένο με την εικόνα τ’ Άη Γιώργη στη μέση ή τ’ Άη Δημήτρη. Το πιο πλούσιο και χρυσοστολισμένο ήταν το μπαϊράκι της εκκλησιάς τ’ Άη Γιώργη στο Τεριαχάτι. Αυτό ήταν μεγάλο μπαϊρά­κι με τον Άη Γιώργη στη μέση, καμωμένο στην Πόλη, με πλού­σια διακόσμηση και φανταχτερά χρώματα. Και σαν το έστηναν στης ελιάς τον κορμό, άστραφτ’ όλος ο τόπος γύρω στον αυλόγυρο της εκκλησιάς.

Η μικρή εκκλησιά της Γορίτσας δεν είχε πλούσιο μπαϊράκι.. Ένα μικρό και χρυσοστολισμένο μπαϊράκι, που ’χαν φέρει από την Πόλη ή τη Βλαχία οι Θαναίοι, είχε καεί, όπως έλεγαν οι παλιοί,, το 1906, όταν η εκκλησιά του χωριού, από αμέλεια του Παπατσιάμη από το Τρεχάτι εκάηκε και γίνηκ’ αποκαΐδια. Κι ύστερ’ άργησαν να χτίσουν την καινούρια τους εκκλησιά στη Γορίτσα. Άρχισε στα 1911 και τέλειωσε στα 1920, μεγαλύτερη, στερεότερη, με λιθάρια από τα Μαντέμια της Παλιουρίδας, στερεά και ατράνταχτα από φωτιά. Μπαϊράκι πλούσιο δεν είχε η Γορίτσα. Τα Φώτα ο Παπαθανάσης αντί για μπαϊράκι ύψωνε στη θέση του την Άγια Πύλη, που ’ταν από πανί μεταξωτό.

Τώρα όμως τα πράγματα άλλαξαν. Σε λίγο θα ’ρχονταν το ρωμαίικο, γιατί να μη έχει μπαϊράκι η εκκλησιά της Γορίτσας την ελληνική σημαία! Τρεις τέσσερες μέρες γρηγορότερα αγόρα­σε ο Παπαθανάσης πανί άσπρο και γαλάζιο και το ’δωσε στην Κώτσια Κέντροβα να το ράψει στη μηχανή της. Αυτό κι έγινε. Το μπαϊράκι με την ελληνική σημαία ήταν έτοιμο. Και μαθεύ­τηκε στο χωριό, πως τα Φώτα στην εκκλησιά θα στηθεί και­νούργιο μπαϊράκι.

Έτσι κι έγινε.

Ήταν η ώρα του Μεγάλου Αγιασμού. Ο Παπαθανάσης ντυ­μένος τα πολύτιμα ιερατικά του άμφια, που τα ’χε φέρει από την Πόλη, διάβαζε τις ευχές με δυνατή φωνή, που τραντάζονταν η εκκλησιά ολόκληρη. Κι είχε καλό διάβασμα και καλή φωνή ο Παπαθανάσης ως τα γερατειά του τα βαθιά. Κι ακόμα καλυτέρα διάβαζε την ώρα τούτη τις ευχές του Μεγάλου Βασιλείου, γιατί έβλεπε μπροστά του την Ελλάδα, το Ρωμαίικο – π’ ανά­θεμά του -, κι ήθελε σώνει και καλά να πείσει τους χωριανούς του, πως δεν αργεί η ευλογημένη ώρα. Τι ενθουσιασμός ήταν εκείνος! Μικροί και μεγάλοι, όσοι ακόμα ζουν και θυμούνται την ώρα εκείνη, ριγούν από συγκίνηση. Βρίσκονταν στον οίστρο του ο ΙΙαπαθανάσης τη στιγμή, που διάβαζε δυνατά το: «Τριάς υπερούσιε, υπέρθεε», όταν έφταναν ψιθυρισμοί μέσα στο εκκλησίασμα.

-Έρχονται δύο τζιαντάρηδες από το δρόμο τού Τεριαχατιού.

Κι αλήθεια έρχονταν δύο τζιαντάρηδες. Από το κομάντο του Σωφράτικα ξεκίνησαν πρωί – πρωί, επήγαν στην εκκλησιά του Σωφράτικα, του Τεριαχάταις, είδαν τα μπαϊράκια της εκκλησιάς, δεν τα βρήκαν επιλήψιμα. Είχαν μονάχα τον Άη – Γιώργη στη μέση χρυσοστολισμένο. Κι υστέρα τράβηξαν για τη Γορίτσα. Ντυμένοι με ολοπρόσινη ιταλική στολή, με ιταλική μπέρ­τα κι άρβυλα, που τα χτυπούσαν δυνατά στα λιθάρια και στις σιουπέλλες, με τα ντουφέκια τους κρεμασμένα στην πλάτη και το πηλήκιο με το δικέφαλο αετό κεντημένο στη μέση, κουρντιστοί, κουρντιστοί, έρχονταν στην εκκλησιά του Προφήτη Ηλία της Γορίτσας οι τζιαντάρηδες του Σωφράτικα. Εφάνηκαν στα μαντέμια και την Παλιουρίδα, σαν πέρασαν το λάκκο του Κώτσιου, διάβηκαν τη Σκρίκα, έκοψαν δρόμο, για να μη περάσουν ’πο μέσα το χωριό, κι ήρθαν ίσια στο πλάι της εκκλησιάς. Ανέβηκαν το μικρό ανήφορο, κι ήταν έτοιμοι να περάσουν τη θυροπούλα του αυλόγυ­ρου της εκκλησιάς.

Τα παιδιά, που ήταν μαζεμένα εκεί, άλλα για το «ζέον», κι άλλα να συμπούν τη φωτιά, κοντά στο καμπαναριό, ετρόμαξαν, κι άρχισαν να φωνάζουν, να σκούζουν, σαν να καταλάβαιναν κι αυτά τον κίνδυνο: «Έρχονται τζιαντάρηδες, έρχονται τζιαντάρηδες». Γυναίκες κι άντρες πετάχτηκαν όξω ’πο την εκκλησιά, για να δουν τι τρέχει και γιατί έρχονται οι αντίχριστοι, προς τα που κατευθύνονται, στην εκκλησιά της Γορίτσας ή της Φραστανής τη στράτα. “Όμως αυτοί έρχονταν στον Αηλιά. Πέρασαν τη θυροπού­λα και προχώρησαν στη μεγάλη θύρα της εκκλησιάς, που είχε ψηλά, σαν σε αέτωμα, τον Αηλιά ζωγραφισμένο από το Θεοδόση το ζωγράφο, από το Χλωμό, και μπήκαν μέσα στην εκκλησιά, – που ήταν γιομάτη κόσμο. Φωνές ακούστηκαν. Οι γυναίκες ανη­σύχησαν κι άρχισαν να θορυβούν και να χτυπούν δυνατά τα πόδια τους στο πάτωμα.

Όμως ο Παπαθανάσης δεν έδωκε σημασία κι εξακολούθησε το διάβασμά του με όλη του τη δύναμη, κι ακόμα μεγαλύτερη, για να τρομάξει τους τζιαντάρηδες. Κι ήρθαν ίσια μέσα στο πλήθος. Είδαν την σημαία την ελληνική, που κρέμονταν σαν μπαϊράκι, από το κοντάρι, που το κρατούσε ένας μικρός. Δίπλα του ο νουνός της ημέρας ο Χρ. Κωτσιαρέλλης. Άναψαν από το κακό τους, κοκκίνισαν, άστραψαν τα μάτια τους από οργή. Ξεχύθηκ’ από μέ­σα τους όλο το πείσμα και το πάθος για τη γκραικομάνα Δερόπολη, για τους μισητούς καούρηδες, που ήθελαν σώνει και καλά να φέρουν το ρωμαίικο. Το μπαϊράκι με την ελληνική σημαία τους ετράνταξε. Καιρός για εκδίκηση τώρα. Να αρπάξουν το μπαϊρά­κι, να το ποδοπατήσουν και να φέρουν στο κομάντο του Σωφράτικα όλους τους χωριανούς με τον παπά, να τους βασανίσουν και να τους εξευτελίσουν. Τι ευκαιρία για ταπείνωση της Γκραικομάνας τούτης χώρας! Αυτά διαλογίζονταν την ώρα τούτη τα τσακάλια της Νέας Τουρκαρβανιτιάς, κι όρμησαν να αρπάξουν τη σημαία, χωρίς να περιμένουν να τελειώσει ο παπάς το Μέγα Αγιασμό.

Ο ένας από τους δυο τζιαντάρηδες, ο ψηλότερος και γεν­ναιότερος, όρμησε πρώτος, έδωκε μια κλωτσιά του μικρού που κρατούσε τη σημαία, και την άρπαξε ’πο το χέρι του. Όμως τότες χύνεται απάνω του ο Παπαθανάσης. Χωρίς να αποδειλιάσει ορμάει σαν αετός και την αρπάζει από τα χέρια του σκυλιού, και ορμητικά, στρέφεται προς το Άγιο Βήμα και την πετάζει μέσα. Τι έγινε τη στιγμή εκείνη αδύνατο να περιγράψει ο άνθρωπος! Όλη η εκκλησιά εσείονταν από τα ποδοπατήματα των γυναικών, από τις φωνές και τα γουργουρητά, από τις απειλές του Παπαθανάση, πότε αρβανίτικα και πότε ελληνικά: «όποιος τολμήσει να πάρει το μπαϊράκι μας δεν θα βγει ζωντανός ’πο δω μέσα». Χαλασμός Κυρίου γένονταν τη στιγμή εκείνη στην μικρή εκκλησιά του Αηλιά της Γορίτσας, στην εκκλησιά που ποτέ δεν είχε δει τέτοιο θέαμα, τέτοιο κακό και τέτοια χλαλοή.

Τα ’χασε για μια στιγμή κι ο τζιαντάρης, που όρμησε να πάρει την σημαία. Χίμηξε να μπει στ’ Άγιο Βήμα να πάρει τη σημαία, μα ο παπάς του ’φραξε την είσοδο, μπροστά στην Αγία Πύλη, απει­λώντας πως εδώ μέσα δεν μπορεί να μπει κι ο βασιλιάς ακόμα. Κι όλο και δυνατά ακούονταν η φωνή του παλλόμενη από οργή και πείσμα, πότε ελληνικά και πότε αρβανίτικα: «αν τολμήσεις έμπα μέσα στο ιερό». Δείλιασε στ’ αλήθεια ο τζιαντάρης, που όρμησε να πάρει τη σημαία και δεν προχώρησε στ’ Άγιο Βήμα. Ο άλλος ο τζιαντάρης, με εφ’ όπλου λόγχη είχε πιάσει την μεγάλη θύρα της εκκλησιάς να μη φύγει κανένας.

Ένα τέταρτο ολόκληρο μέσα στην εκκλησιά γίνονταν αυτό το κακό, αυτό το δράμα, ένα αληθινό δράμα, κι όχι μυθολογικό. Ένα δράμα του Δροπολίτη να διατηρήσει την εθνική του τιμή και την ελληνική του πνοή. Δεν ήξεραν τώρα τι να κάμουν οι δύο τζιαντάρηδες. Να μεταχειριστούν βία, να ρίξουν στον αέρα, να φοβερίσουν, πάλι δεν αποκοτούσαν, γιατί ήταν δύο, κι οι άντρες με τις γυναίκες μέσα στην εκκλησιά πάνω από εκατό. Μακελειό μεγάλο θα γένονταν. Όμως δίστασαν και τα ’χασαν κι οι δύο τους.

Σαν είδαν κι απόειδαν, ότι δεν τα βγάνουν πέρα με το κακό, σαν είδαν πως οι φωνές αντηχούσαν πέρα για πέρα σ’ όλο το χωριό – κι όσοι δεν ήταν στην εκκλησιά τη στιγμή εκείνη έτρεχαν από τα σοκάκια φωνάζοντας δυνατά: μη σκιάζεστε, ερχόμαστε, άλλαξαν τακτική. Αποφάσισαν να πάρουν όλους τους χωριανούς, χω­ρίς να τελειώσει η εκκλησιά, συνοδεία για τα Σωφράτικα, το κομάν­το, οπού και θα αποφάσιζαν για την τύχη τους. Κατακόκκινοι από το γινάτι τους, αγριεμένοι από την προσβολή τους, φανατι­σμένοι για το κακό που ’παθαν οι πρώτοι τζιαντάρηδες της Νέας Αρβανιτιάς -ο περιούσιος λαός των Λιάμπιδων, – φώναξαν να βγουν όλοι οι χωριανοί όξω στον αυλόγυρο της εκκλησιάς. Οι γυναίκες φοβισμένες για την τύχη των αντρών τους, γιατί πάντεχαν πως στον αυλόγυρο της εκκλησιάς θα τους έβαναν στη σειρά για τουφέκισμα, έβγαναν μεγάλες φωνές και απειλούσαν, πως δεν θα αφήσουν τους άντρες τους και τα παιδιά τους να τους σκοτώσουν οι τζιαντάρηδες.

Ένας μονάχα δεν δείλιασε τότε, ο Παπαθανάσης. Δεν διέκο­ψε την ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού, την διάβασε ως το τέ­λος, μονάχος του μέσα στην εκκλησιά. Βιαστικά κάπως, όμως την τελείωσε. Μονάχα ένα πράμα ανησυχούσε τον Παπά, όχι το ξύλο που θα ’τρωγαν οι χωριανοί εξ αιτίας της σημαίας, όχι η φυλακή -και ίσως το σιουργκιούνι του ίδιου στο Ελμπασάν και το Φίερι, μονάχα η σωτηρία της σημαίας. Αυτή έπρεπε να εξασφαλισθεί και να μη πέσει στα χέρια των αντίχριστων και τη μαγαρίσουν. Αυτό βασάνιζε τον παπά τη στιγμή, που όξω στον αυλόγυρο της εκκλησιάς του Αηλιά οι τζιαντάρηδες διάταξαν τους χωριανούς να μπουν όλοι στη σειρά για τα Σωφράτικα. Όχι, διαλογίζονταν ο παπάς, η σημαία δεν πρέπει να εξευτελιστεί, πρέπει με κάθε τρόπο να σωθεί, να μη πέσει στα χέρια των ανόμων, στα χέρια των αντίχριστων.

Σαν διέλυσε το εκκλησίασμα κι οι άντρες του χωριού επήραν το Ρούγγουλο, συνοδεία για τα Σωφράτικα, στην εκκλησιά ο Πα­πάς με την παπαδιά του πουσπούριζαν να βρουν μέρος κρυφό για να χώσουν τη σημαία, που την κατέβασε από το κοντάρι και τη δίπλωσε μ’ ευλάβεια σαν άγιο λείψανο. Κι ύστερα, γυρνώντας στην παπαδιά, τη διέταξε να την δέσει στην ποδιά της και να τη βάλει στον κόρφο: «Μέσα στην καλύβα, παπαδιά, στη Ράχη να τη χώσεις, μέσα στ’ άχυρα, εκεί που ποτέ δεν θα μπορέσουν οι αντίχρι­στοι να τη βρουν τη σημαία μας», λέει νευρικά, στην παπαδιά του. Κι η παπαδιά, που τον ήξερε χρόνια τόσα τι παλαβός ήτανε ο παπάς της για το ρωμαίικο, τ’ αποκρίνεται με πικρό παράπονο: «Εσύ σ’ όλη σου τη ζωή τέτοιος παλαβός ήσουν για το ρωμαίικο. Αυτό θα σου φάει, μωρέ μπιντισμένε το ξεροκέφαλό σου. Και στα ’12 τα ίδια μας έκανες. Τότες σε γλίτωσε το πράλι της εκκλησιάς, τώρα να δούμε ποιος τζίντης θα σε γλυτώσει». Και πήρε τη σημαία κι έφυγε γρήγορα, γρήγορα για τη Ράχη, κοντά στην εκκλησιά, να την κρύψει στην αχυροκαλύβα τους. Επήδησε σαν καπιστιάς τον τοίχο του αυλόγυρου προς το μέρος της Βίλιας, δρα­σκέλισε τους κήπους του Πάσχου και βρέθηκε στην καλύβα, όπου μέσα στ’ άχυρα, χωρίς να την δει κανένας, έκρυψε τη σημαία.

Ολομόναχος τώρα ο παπάς στην έκκλησιά. Κοντά του, όπως πάντα, τ’ αγαπημένο του αγγόνι, ο Νίκος, το παιδί που κλώτσησε ο τζιαντάρης να του πάρει το μπαϊράκι. Σε λίγο τον έστειλε το μικρό όξω να φυλάει καραούλι, να παραμονεύει μη έρχονταν άλλοι, τζιαντάρηδες από τα Σωφράτικα.

Ολομόναχος ο παπάς στην εκκλησία προσεύχεται. Προσεύ­χεται με δέος και ζητεί την βοήθεια του Θεού και της Παναγιάς να μη τον εγκαταλείψουν την ώρα τούτη. Την ιερή αυτή στιγμή.

Κι ήταν αλήθεια η προσευχή του, όπως κι ο ίδιος ανέφερε ύστερα πολλές φορές ως τα τελευταία του, η καλύτερη της ζωής του.

Ποτέ δεν είχε νοιώσει τόσο βαθιά τη δύναμη του θεού, όσο τη στιγμή εκείνη της φοβερής ημέρας. Πόσο η αγωνία βάραινε τα στήθη του! Αν έρθουν πολλοί τζιαντάρηδες από τα Σωφράτι­κα και το Κάστρο, τι θα γίνει, σαν θα τον βάλουν στο φάλαγγα και δε θα σεβαστούν το ιερατικό του αξίωμα. Κι αν πάλι κάμουν έρευνες στα σπίτια και στις καλύβες και βρουν τη σημαία κρυμ­μένη. Ποια θα ’ναι τότε η θέση του και τι ρεζιλίκι για τη σημαία. Σαν σε θεία οπτασία βρίσκονταν τη στιγμή εκείνη ο Παπαθανάσης μέσ’ στ’ Άγιο Βήμα της εκκλησιάς του και περίμενε τη θεία φώτιση, που δεν άργησε να ’ρθει. Σε λίγο συνήλθε, και μ’ ένα ψα­λίδι έκοψε την κλωστή που κρέμονταν η Άγια Πύλη και την έ­δεσε για σημαία στον ίδιο κοντό, όπου λίγες ώρες πριν ήταν κρε­μασμένη η ελληνική σημαία. Και την κρέμασε στην ίδια θέση. Κι είχε το σκοπό του ο Παπαθανάσης. Σαν έρθουν οι τζιαντάρηδες από τα Σωφράτικα ή το Κάστρο να ζητήσουν τη σημαία, θα τους δείξει για σημαία αυτή που κρέμονταν εκεί, την Άγια Πύλη, κι ας κάμουν ότι θέλουν.

Σαν την κάρφωσε την Άγια Πύλη για μπαϊράκι και την κρέμασε στην θέση, όπου λίγο πριν κρέμονταν η ελληνική ση­μαία, ευχαρίστησε και πάλι τον Κύριον. «Δόξα σοι ο Θεός», έλε­γε και ξανάλεγε, τους τύφλωσε τους άπιστους κι έφυγαν για τα Σωφράτικα. Σκέψου, Θεέ μου, τι θα γίνονταν, διαλογίζονταν, αν ο ένας έφευγε με τους άντρες συνοδεία, κι ο άλλος έμενε εκεί στην πόρτα της εκκλησιάς, εφ’ όπλου λόγχη, ως που να ’ρθουν οι άλλοι από τα Σωφράτικα. Η Άγια Μέρα είχε κάμει το θάμα της.

Βγήκε ικανοποιημένος υστερ’ από την προσευχή, θαρραλέος: και αποφασισμένος πια για όλα. Αλλιώτικος φαίνονταν. Τα μά­τια του άστραψαν πια από χαρά κι χάιδευε περήφανα τα γένια του. Κοίταξε τριγύρω του και δεν είδε κανένα και μονάχα το αγαπημένο του αγγόνι, ο Νίκος του, έστεκ’ εκεί φρουρός, μη έρθουν πάλι οι τζιαντάρηδες από τα Σωφράτικα. Ανεβασμένος ο μικρός στον οβορό της εκκλησιάς, κοντά στο πράλι, πίσω απ’ τ’ Άγιο Βήμα αγνάντευε τον κάμπο και το δρόμο του Σωφράτικα, όταν η φωνή του πάππου του τον ξάφνιασε:

-«Νίκο, έλα, μη σκιάζεσαι, θα βγούμε στο χωριό για τα Φώτα, πάρε γρήγορα το μπραγκάτσι με τον Αγιασμό και φεύ­γουμε. Έρχονται σε λίγο οι παλληκαράδες από την Κακαβιά και κανέναν δεν σκιαζόμαστε».

-«Αλήθεια, πάππο, θα ’ρθουν οι “Έλληνες σήμερα από την Κακαβιά», ρωτά με λαχτάρα ο μικρός.

-«Έρχονται», απαντά με περισσότερη δύναμη ο πάππος στ’ αγγόνι του.

-«Και θα ’μαθαν, πάππο αλήθεια, ότι σήμερα ήρθαν τζιαντάρηδες στο χωριό να μας πάρουν τη σημαία μας;», ρωτά και πάλι, ο μικρός ανήσυχος.

-«Τα ’μαθαν όλα», αποκρίνεται. Τώρα να φύγουμε.

Ξεκίνησαν για τα Φώτα. Μπροστά ο μικρός Νίκος με το μπραγκάτσι και τον Αγιασμό, και πίσω ο Παπαθανάσης με το Σταυρό και το πετραχήλι κρεμασμένο στην μέση.

Η εκκλησιά του Αηλιά της Γορίτσας είναι χτισμένη επάνω στον λόφο, σ’ ένα λόφο σκεπασμένο με πουρνάρια γέρικα και αγριαμυγδαλιές, άπ’ όπου αντίκριζες όλο τον κάμπο της Δερόπολης, τ’ απάνω χωριά ως την Κακαβιά, τη Χρυσόδουλη και το Μαυρόπουλο, την Κάτω Δερόπολη ως τη Δούβιανη και το Κάστρο.

Άπ’ τον οβορό τ’ Αηλιά φαίνονται ολοκάθαρα τα βουνά του Μακρύκαμπου, του Μπουράτου και του Λυμπόχοβου, με το πλούσιο πράσινο και τα πολλά νερά του, που βγαίνουν από το κεφαλάρι του βουνού και ξεχύνονται προς τα κάτω με ορμή.

Χωμένη στο καταπράσινο η Νεπράβιστα, το μόνο τουρκοχώρι στην πέρα τη μεριά, με τα πλούσια νερά της, τους νερόμυλους, με τις νεροτρουβιές και τα μαντάνια. ΙΙλουσιοχώρι η Νεπράβιστα με πολλούς αγάδες, που, – παράξενο πράγμα, – δεν διακρίνονταν για τη σκληρότητα και τραχύτητα. Τους ήθελαν τους Δε­ροπολίσιους, γιατί είχανε συμφέρο να μη πηγαίνουν σ’ άλλους μύ­λους ν’ αλέσουν, και να πλένουν τις βελέντζες στις νεροτρουβιές τους.

Το πρώτο σπίτι, που μπήκε ν’ αγιάσει ο Παπαθανάσης τα Φώτα, ήταν του Πύλιο Γάκη, μέσ’ στο έμπα του χωριού. Ένα από τα πρώτα σπίτια του χωριού, με ψηλό οβορό και μεγάλη κληματαριά στην αυλή, με ψηλά παράθυρα, που αγνάντευαν την άλλη μεριά του χωριού και εξώπορτα γερή, που έκλεινε με μάνταλο και ήταν αδύνατο να την πατήσουν χαϊντούτες και λιάμπιδες κατσικοκλέφτες, που ερήμαζαν τα χωριά της Δερόπολης χρόνια τόσα. Η ΙΙύλαινα κι η κόρη της η Βγένω, περίμεναν με ανησυ­χία τον ντελή και άφοβο παπά τους. Μια αγωνία τις κάτεχε, γιατί μαζί με τους άλλους άντρες του χωριού, το πρωί οι τζιαντάρηδες είχαν πάρει στην εκκλησιά και τον Πύλιο για τα Σωφράτικα και το Κάστρο. Και δεν ξέρουν τι θα γίνει. Σαν αγίασε ο παπάς το σπίτι, τη γωνιά, τοος οντάδες, τα κατώγια και τα οπωρικά της αυλής, σταμάτησε κοντά στην ομπλή να πιει καφέ και ρακή να ζεσταθεί, γιατί έκανε πολύ κρύο. Η ΙΙύλαινα, μια αρχοντογυναίκα, που και στον καιρό του τούρκικου πολλές φορές είχε κρύψει τον Παπαθανάση να μη τον βρουν, και τώρα πάλι βάλθηκε να τον κρύψει και να τον προφυλάξει από τα χέρια «των ανόμων» και των χριστιανομάχων της νέας Τουρκαρβανιτιάς.

Άναψε μεγάλη φωτιά η ΙΙύλαινα, εσίμασε τα ξύλα, κι έφερε κι άλλα από τη στάβα, ως που ήρθαν σε λίγο, η παπαδιά, ηΣήμω, η κοπέλλα του Παπαθανάση, η Κώσταινα, η νύφη του. Ήθελαν να κρύψουν τον παπά, προτού έρθουν από τα Σωφράτικα πολλοί τζιαντάρηδες, να ερευνήσουν για τη σημαία και να τον πάρουν σιουργκιούνι, στην Αρβανιτιά, στο Ελμπασάνι.

Η φωτογραφία του εξωφύλλου είναι από το προσωπικό αρχείο του Βασίλη Λίλλη.

Γιώργος Μύτιλης