Το μπαϊράκι της Γορίτσας

Το μπαϊράκι της Γορίτσας

Νικόλαος Κ. Παπαδόπουλος

Από το βιβλίο ΔΡΟΠΟΛΙΤΙΚΑ

Τρίτο μέρος

Για πρώτη τώρα φορά ακούονταν στη Δερόπολη το όνομα Ελμπασάνι, όπου τότε είχαν στείλει σιουργκιούνι πολλές φαμίλες, γιατί τα παιδιά τους δεν θέλησαν να υπηρετήσουν στον στρα­τό τον αρβανίτικο. Σαν να μη έφταναν όλα τα καλά, που βρήκαν τον τόπο, να κι άλλο τώρα, να πάνε τα παιδιά της Δερόπολης στρατιώτες στ’ αρβανίτικο τ’ ασκέρι. Και μονάχα η ιδέα πως θα υπηρετήσει στρατιώτης στο νέο τουρκικό κράτος της Βαλκανικής, του θόλωνε το νου του Δροπολίτη εκείνη τη χρονιά. Έλληνας αυτός να υπηρετήσει τους ξένους και τους αλλόπιστους, ήτανε πρω­τάκουστο για τον τόπο.

Κι ύστερα οι φήμες, που έδιναν κι έπαιρναν, ότι θα τους στείλουν στρατιώτες στον Κεμάλη, που πολεμούσε τους Γιουνάνηδες στη Μικρασία και την Ανατολή, άναβε περισσότερο με θυμό κι αγανάχτηση την ψυχή του Δροπολίτη. Ο Κεμάλης, όπως μαθεύτηκε υστερότερα στο Δερόπολη, είχε κάμει σιάξη με τους τουρκαλάδες της Αρβανιτιάς να τον βοηθήσουν στον πόλεμο, που ’χε με τους Γιουνάνηδες. Γι’ αυτό κι έστειλε τότες στην Αρβανιτιά, ό­σους αξιωματικούς είχε στ’ ασκέρι του τουρκαρβανίτες, να οργα­νώσουν τον αρβανίτικο στρατό, κι ύστερα να ρίξουν κι αντάρτες μέσα στο Ρωμαίικο, στην Ήπειρο. Κι έτσι θ’ αναγκάζονταν οι Έλληνες να σηκώσουν στρατό από τη Μικρασία. Αυτό ήταν αλή­θεια. Ως τόσο όμως οι Αρβανιτάδες δεν αποκότησαν να στείλουν αντάρτικο στο Ρωμαίικο. Μονάχα κλέφτες έριξαν μέσα. Μ’ αυτούς, τους σκόρπισαν γρήγορα οι δικοί μας, όπως γράφουν κι οι γιαννιώτικες εφημερίδες του καιρού εκείνου.

Όμως το πήραν απόφαση τότες τα παιδιά της Δερόπολης, ή να σκαπετήσουν μέσα στο Ρωμαίικο ή να βγουν στα βουνά, παρά να φορέσουν το χακί στ’ αρβανίτικο παλιάσκερο. Τριάντα κάπου Δερβιτσώτες αρματωμένοι διάβηκαν τα σύνορα, κι άρχισαν και το τουφεκίδι με τους αρβανίτικους σκοπούς, σαν τους πήραν μυρου­διά, κοντά στο Ραντάτι, λίγα μονάχα μέτρα από το ελληνικό. Δροπολίτες από την Απάνω Δρόπολη, την Κοσοβίτσα και τη Σωτήρα, το Λόγγο και την Κατούνα ρίχτηκαν μέσα, κι έπήγαν εθελοντές στη Μικρασία και πολέμησαν παλικαρίσια στο Σαγγάριο. Όμως σ’ άλλα χωριά, το Τεριαχάτι και τα Σωφράτικα, τη Γράψη και το Μπουλιαράτι τους έπιασαν μπαμπέσικα μέσα στο σπί­τι τους, και τους έντυσαν αρβανίτες στρατιώτες. Κι ύστερα τους έ­στειλαν ψηλά στην Αρβανιτιά, κοντά στα σέρβικα σύνορα, γιατί δεν είχαν εμπιστοσύνη να τους στείλουν στα ελληνικά.

Ψηλά στην Αρβανιτιά με τα πανύψηλα και θεόρατα βουνά της, έστειλαν τότες παιδιά από τη Δερόπολη να φυλάξουν τα σύ­νορα. Όμως μια νύχτα συνεννοήθηκαν και το ’σκασαν, σαν πέταξαν τ’ αρβανίτικα άρματα, και ρίχτηκαν στο σέρβικο. Οι σέρβοι, όπως μολογούσαν υστέρα από χρόνια, όσοι γύρισαν στην πατρίδα, τους φέρθηκαν καλά και τους βοήθησαν να περάσουν στην Ελλά­δα. Οι Αρβανίτες τότες έσκασαν από το κακό τους, άναψαν από γινάτι. Από εκδίκηση για την προσβολή που τους έγινε, ξέσπασαν στις φαμίλιες των παιδιών, που λιποτάχτησαν, και τις έστει­λαν σιουργκιούνι στο Ελμπασάν, το Φίερι, την Καβάγια, το Μπεράτι. Και περπάτησαν τόσες μέρες ολάκαιρες, για να φτάκουν στ’ άγρια μέρη της Αρβανιτιάς, φαμίλιες από τη Δερβιτσάνη, το Χάσκοβο, τη Βάνιστα, το Τεριαχάτι, τη Γράψη, το Μπουλιαράτι και απ’ τη Σωτήρα. Γιόμοσαν πολιτισμένους ανθρώπους οι πρωτόγο­νες αρβανίτικες πόλεις. Τι παράξενο όμως για τους εξόριστους Δροπολίτες! Οι παλιοί χριστιανοί του τόπου τους φέρθηκαν καλά, τους συμπάθησαν και τους παρηγορούσαν στη δυστυχιά τους, για­τί κι αυτοί δεν τους ήθελαν τούς Αρβανίτες.

*

Αυτά διαλογίζονταν στου Πύλιο Γάκη το σπίτι, που μαζώθηκαν οι δικοί του παπά, η κοπέλα του, η νύφη του, η παπαδιά κι η ΙΙυλιογάκαινα. Τι μαύρη μπόρα είχε να περάσει ο παπάς σαν έπεφτε στα χέρια των Αρβανιτάδων. Άρχισαν ν’ ανησυχούν στα σοβαρά και να πείθουν τον παπά να πάρει τα μάτια του, να φύγει, να καϊπωθεί και να ριχτεί στο Ρωμαίικο. Ταραγμένη η παπαδιά του ’φερε μια ζιάκα να βάλει στο κεφάλι του, να μάσει τα ράσα του, να μη τον γνωρίσουν στο δρόμο, και να ριχτεί πέρα, στη Γλίνα και την Επισκοπή. Κι ύστερα με τη βοήθεια των Γλινιωτών, που ’τανε καλά παλικάρια στην πέρα τη μεριά, να ριχτεί στο Ρωμαίικο.

Όμως έβρεχε όλες τις μέρες αδιάκοπα. Λες κι είχαν ανοίξει οι κάνουλες τ’ ουρανού. Τα βρυσερά είχαν βγει και μούγκριζαν, κι όλος ο κάμπος της Δερόπολης πέρα για πέρα ήταν μια μεγά­λη λίμνη. Πούθε να περάσει ο μαύρος ο παπάς, για να σκαπετήσει στο Ρωμαίικο; Θα πνίγονταν ο έρμος.

Κι όλο και κατέβαζε το σκασμένο το ποτάμι από μέσα.

Όμως ο παπάς το ’χε πάρει απόφαση. Σιουργκιούνι, ξύλο, φυλακή, και κρεμάλα ακόμη, μονάχα η σημαία να μη προδοθεί και πέσει στα χέρια των ανόμων και των Αγαρηνών. Έτσι συνή­θιζε ν’ αποκαλεί τους Αρβανίτες ο Παπαθανάσης από τη Γορίτσα. Το πήρε απόφαση να πληρώσει με το κεφάλι του τη σημαία αυτή. Θα μείνει εκεί, στο χωριό του, στην εκκλησία του, στο ποίμνιό του. Αν φύγει, οι εχθροί της φυλής του και της θρησκείας του θα οργιάσουν. Προτίμησε να δεχτεί τη θύελλα που θα ’ρθει σε λίγο. Όπου και να ’ναι θα ’ρθουν πολλοί από το κομάντο του Σωφράτικα να ζητήσουν τη σημαία, και αν δεν τη βρουν, θα δείρουν, θα κά­μουν έρευνες στα σπίτια, θα αναποδογυρίσουν όλα τα χρειαζούμενα του σπιτιού, θα κλέψουν ακόμη, όπως ήταν συνήθεια των Αραβανιτάδων. Κι ύστερα τι θα γίνει ένας θεός μονάχα το ξέρει.

Ο Παπαθανάσης το αποφάσισε να μείνει, να μη φύγει. Το κε­φάλι του ήταν αγύριστο. Σκέμπι γοριτσιώτικο.

Φεύγοντας από το σπίτι του Πύλιου Γάκη, συνέχισε τον φω­τισμό στ’ άλλα γειτονικά σπίτια, οπού οι γυναίκες τον υποδέχονταν με φόβο και θαυμασμό, στου ΙΙάσχου, στου Θεμελή, στων Θαναίων, στου Τσέβη.

Βρίσκονταν πια στο μεσοχώρι, εκεί που ο δρόμος ανηφοράει στον απάνω μαχαλά, όταν βγήκαν μπροστά του, ερχόμενοι από την Παλιουρίδα, ο κομαντάντης και τρεις τέσσερες τζιαντάρηδες. Μέ­σα τους και ένας από τους πρωινούς, που ήθελαν ν’ αρπάξουν τη σημαία. Σταμάτησαν τον παπά. Ο Παπαθανάσης σαν τους είδε, δεν δείλιασε, άλλωστε τους περίμενε. Τον πρόσταξαν να τους ακολουθήσει στην εκκλησιά. Σ’ απάντηση ο Παπαθανάσης ύψωσε το Σταυρό και τους αγίασε, ψάλλοντας δυνατά το «εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου, Κύριε,». Τα ’χασαν για μια στιγμή κι οι ίδιοι οι αντίχριστοι με τη στάση του παπά, γιατί τον έβλεπαν εκεί σαν φάντασμα και σαν φόβητρο. Κοντοστάθηκαν. Περικύκλωσαν τον παπά και έδιωξαν το μικρό, που κρατούσε το μπραγκάτσι από μπροστά τους. Τον έβαλαν στη μέση και τράβηξαν για την εκκλησιά.

Στο χωριό μαθεύτηκε γρήγορα, ότι ήρθαν άλλοι πολλοί τζιαντάρηδες να πάρουν τον παπά. Οι γυναίκες και λίγοι γέροι, που είχαν παραμείνει, ξεσηκώθηκαν, κι ακολούθησαν κι αυτοί από πί­σω το δρόμο για την εκκλησιά τ’ Αηλιά.

Μπήκαν στην εκκλησιά. Μπροστά ο παπάς, κι ύστερα οι άλλοι.

– Να το μπαϊράκι μας, τους λέει αρβανίτικα, ο παπάς, πάρτε το. Κι έδειξε την ωραία Πύλη, που είχε κρεμάσει στη θέση της σημαίας. Ο κομαντάντης τα ’χασε για μια στιγμή, γιατί περίμενε να δει ελληνική σημαία, και τώρα βλέπει στη θέση της την ωραία Πύλη. Παραξενεύτηκε. Όμως στη στιγμή πετάζεται από δίπλα του ο πρωινός τζιαντάρης, κατακόκκινος και φλογισμένος από το πάθος του, χύνεται στον παπά και με γινάτι ζητεί να του παραδώσει την ελληνική σημαία.

– Όχι, – φωνάζει δυνατά ο τζιαντάρης, – δεν είναι αυτή η σημαία η πρωινή, την άλλαξε ο πρίφτης, για να μας γελάσει – και όρμησε να πιάσει τον παπά από τα γένια.

Όμως ο Παπαθανάσης δεν έχασε το θάρρος του. Μια αόρατη δύναμη τον δυνάμωνε. Αποφάσισε να τα παίξει όλα για όλα, ή τη νίκη ή τη θανή. Με φωνή παλλόμενη από συγκίνηση και καρτερία, με το μέτωπο ψηλά και με χειρονομίες σταθερές, στρέφεται στον κομαντάντη και του λέει αρβανίτικα:

-Αυτό είναι το μπαϊράκι μας. Θέλετε να το πιστέψετε, πίστεψέ το, δεν θέλετε, δικαίωμά σας είναι.

Καμιά απάντηση του κομαντάντη στα λόγια του παπά. Βλο­συρός τον ακούει, τον κοιτάζει με περιέργεια κι όλο σκέπτεται. Αυτό έδωκε το δικαίωμα στον παπά να συνεχίσει λέγοντας:

-Από το τούρκικο είχαμε αυτό το μπαϊράκι και κανένας δεν μας πείραξε. Έρχονταν οι ζαπιτιέδες και στέκονταν μ’ ευλάβεια κοντά του. Γιατί τώρα και σεις να μη κάμετε το ίδιο. Γιαζίκ’ ’πο το Θεό!

Τα τολμηρά λόγια του Παπαθανάση μέσα στην εκκλησιά τ’ Αηλιά τον κομαντάντη τον έκαναν σκεπτικό. Όμως τον πρωινό τζιαντάρη τον εξόργισαν πλιότερο. Άναψ’ ολόκληρος. Τα μάτια του πετούσαν φλόγες και μίσος, και ποιος ξέρει τι θα’ κανε ακόμα, για να φανεί αρεστός στον κομαντάντη του.

Στον αυλόγυρο της εκκλησιάς μαζωμένες τη στιγμή εκείνη πολλές γυναίκες του χωρίου, η παπαδιά, η κοπέλα του η Σήμω, η νύφη του η Κώσταινα εγούργιαζαν τόσο πολύ, που τα ’χασαν οι αν­τίχριστοι. Αυτό είναι το μπαϊράκι μας, εφώναζαν. Τα ’χασε κι ο κο­μαντάντης και δεν ήξερε τι να κάμει. Να μεταχειριστεί βία, ν’ αρπάξει τον παπά από τα γένια, πολύ το σκεφτόταν ο κομαντάντης τον Σωφράτικα. Αναλογίζονταν τις βαριές του ευθύνες και τις διαστά­σεις που θα ’περνε το ζήτημα. Κι ο φόβος του Γιουνάνι, του Ρωμαίικου, τον συγκρατούσε. Άλλωστε κι οι διαδόσεις εκείνες τις μέρες έδιναν κι έπαιρναν: «Έρχονται οι Έλληνες, να τοι. Η Κακαβιά γιόμισε τσιολιάδες, που περιμένουν διάτα να μπούνε μέσα».

Σαν είδαν κι απόειδαν ο κομαντάντης κι οι τζιαντάρηδες, ό­τι ο παπάς ήταν ανένδοτος, σαν κατάλαβαν, ότι με το άγριο δεν θα ’φερναν αποτέλεσμα, άλλαξαν τακτική. Ημέρεψαν τα θεριά. Έφυγαν για τα Σωφράτικα και δεν πείραξαν τον παπά, τον άφησαν να συνεχίσει το φωτισμό του σ’ όλα τα σπίτια του χωριού, και τράβη­ξαν για τα Σωφράτικα, όπου είχαν κρατούμενους όλους τους άν­τρες του χωριού.

Κι ένας από τους χωριανούς, που δεν έτυχε το πρωί στην εκκλησιά, άμα έμαθε την απόφαση του παπά να βάλει την Άγια Πύλη για μπαϊράκι, έτρεξε στο κομάντο του Σωφράτικα, κι ορμήνεψε τους άντρες να πουν στην ανάκριση «το και το». Όλοι τους με μια φωνή αποκρίθηκαν, πως από τον καιρό του τούρκικου δεν έχουνε παρά μονάχα αυτό το μπαϊράκι, την Άγια Πύλη. Και δεν έχουνε κρυμμένες ελληνικές σημαίες.

Από το κομάντο του Σωφράτικα τους έβαλαν σε λίγο μπρο­στά συνοδεία για το Κάστρο.

Γλήγορα διαδόθηκε σ’ όλη τη χώρα, από ’να χωριό σ’ άλ­λο, το επεισόδιο της Γορίτσας. Κι ο καθένας έλεγε τα δικά του, άλ­λος πως έδεσαν όλους τους άντρες και τους έβγαλαν σιουργκιούνι για το Ελμπασάνι, άλλος πως έδειραν τον παπά και τον πήραν για το Κάστρο. Αναστάτωση σ’ όλη τη χώρα. Μπουλούκια, μπου­λούκια κατέβαιναν από τα γειτονικά χωριά οι Δροπολίτες, χρο­νιάρα μέρα, και τραβούσαν για τα Σωφράτικα να ιδούν τι θ απογίνει με τους άντρες της Γορίτσας, και αν θα στείλουν σιουργκιούνι τον Παπαθανάση. Όλοι τους έτρεξαν να δείξουν τη συμπάθεια τους και να συμπαρασταθούν στον διωγμό τους.

*

Το Κάστρο από τα Σωφράτικα είναι κάπου 2-3 ώρες πεζο­πορία. Ο δρόμος, ο τούρκικος τζιαντές, ήταν στρωμένος με χαλί­κια κι άμμο από τον καιρό του ιταλικού. Κι έτσι οι Γοριτσιώτες περπατούσαν κάπως ανάλαφρα, σαν τους πήγαιναν συνοδεία στο Κάστρο. Ήταν ανάμεσά τους γέροι και μεσόκοποι και δεκαοχτάχρονα παιδιά. Αλησμόνητα ονόματα για χρόνια πολλά στο χωριό, ο ΙΙύλιο Γάκης, ο Θεμελή Θάνος, ο Νάσιο Λάγκας, ο Νάσιο Θάνος, ο Σπύρο Τσέβης, ο Κίτσιο Κέντρος, ο Νέο Γκούμας, ο Κίτσιο Πα­πάς, ο Κώτσιο Πάσχος, ο Χρ. Κωτσιαρέλλης κι άλλοι. Ο κάμπος από τις πολλές βροχές του χειμώνα, που ήταν βαρύς εκείνη τη χρονιά, είχε πλημμυρίσει και τα νερά του έφταναν ως τις άκρες του ντερβενιού, θολά κι αφρισμένα, οργισμένα κι αυτά με το κα­κό, πού γένονταν τέτοια μέρα, μέρα π’ αγιάζουν τα νερά. Σαν να ’θελαν κι αυτά να πνίξουν τους μαύρους συνοδούς, τους αντίχρι­στους τουρκαρβανίτες. Τέτοια χρονιάρα μέρα βάλθηκαν οι αντί­χριστοι να εκδικηθούν τους Δεροπολίτες.

*

Κόντευε μεσημέρι. Κι η συνοδεία προχωρούσε για το Κάστρο. Στο έμπα των χωριών, που είναι κοντά στον κάμπο, τη Βάνιστα, τη Γοραντζή και τη Δερβιτσάνη, κοντά στα σερτά, ήταν παλιά συνήθεια να κατεβαίνουν την μέρα των Φώτων και να κάνουν τον αγιασμό μαζεμένοι τριγύρω στα σερτά. Κι ήταν την ώρα, που περνούσαν για το Κάστρο τους Γοριτσώτες μαζωμένοι άντρες, γυναίκες, παιδιά. Κοίταζαν το παράξενο θέαμα. Κι είχε φτάσει σαν αστραπή η είδηση.

Ο Παπαθανάσης στη Γόριτσα ύψωσε για μπαϊράκι την ελ­ληνική σημαία, και τώρα τους πάνε όλους σιουργκιούνι για το Κάστρο, κι ύστερα στο Ελμπασάνι.

Οι Βανιστιώτες κι οι Γοραντζινοί, που ’ταν την ώρα εκείνη κοντά στα σερτά, τρέχουν μονομιάς να υποδεχτούν τους εξόριστους με ξεφωνητά. Οι κοπέλες βγάνουν τις μονέτρες τους, οι γυναίκες τα μαντήλια και τα κουνούν εγκάρδια σε χαιρετισμό. Κι ο παπάς του χωριού με τα καλά του άμφια, κρατώντας το Σταυρό στο χέρι τους δίνει τις ευλογίες του.

-Στο καλό, κι η Παναγιά μαζί σας, ακούονται μισοσβησμένες φωνές.

-Μη σκιάζεστε, έρχονται από την Κακαβιά, – αποκρίνονται οι ζωηρότεροι.

Κι όλο και προχωρεί η παράξενη συνοδεία. Έστρεψε το λο­φίσκο, κοντά στη Γοραντζή, κι επήρε τον ίσιο δρόμο για τη Δερβιτσάνη, ένα δρόμο δίχως καγκέλλια, λαμπάδα σωστή, από τη Γο­ραντζή ως τη Δερβιτσάνη. Όμως εδώ τα πράγματα αρχίζουν ν’ αγριεύουν. Στη Δερβιτσάνη, που κρατούσε ψηλά την ιδέα της ρωμιοσύνης εκεί απάνω στην πατρίδα τη σκλαβωμένη, και που ήταν ξακουσμένη για τα καλά της παλικάρια, οι τζιαντάρηδες, τα χρειάστηκαν. Απεφάσισαν να παρακάμψουν το δρόμο. Θέλη­σαν να περάσουν τη συνοδεία πίσω από τη Μογγίλα, να αποφύγουν έτσι σύγκρουση με τους παλικαράδες της Δερβιτσάνης. Όμως οι Δερβιτσώτες που ’χαν ακούσει, ότι μέσα στη συνοδεία φέρ­νουν και τον παπά δεμένο με χλάπες, είχαν εξοργιστεί κι ετοιμαστεί να κάμουν επίθεση και να λευτερώσουν τον παπά από τα χέ­ρια των αντίχριστων.

Ήταν όλο το χωριό μαζεμένο εκεί στο σερτό, κοντά στο ντερ­βένι. Με τους δυο παπάδες, τον ΙΙαπαμαΐτσο και τον Παπαχαράλαμπο η Δερβιτσάνη έκανε τον Μέγα Αγιασμό στο σερτό της, την ώρα που ζύγωνε από την Γοραντζή η συνοδεία.

-Έρχονται, – φωνάζει για μια στιγμή ένας Δερβιτσιώτης.

-Τον παπά, – φωνάζουν όλοι μαζί, – κοιτάξτε που τον έχουν, και το νου σας.

Τα μάτια όλων των μαζωμένων στο σερτό έψαχναν να βρουν τον παπά. Εκοίταζαν ολούθε, σ’ όλες τις μεριές, μα πουθενά δεν έβλεπαν τον ΙΙαπαθανάση. Σε λίγο έμαθαν, ότι τον παπά δεν τον πείραξαν και μονάχα τους άντρες επήραν για τον Καλιά, κι ύ­στερα ποιος ξέρει, ίσως τους κάμουν σιουργκιούνι στο Ελμπασάνι. Να κάμουν επίθεση και να ελευθερώσουν όλους τους άντρες της Γορίτσας, το εύρισκαν δύσκολο και πολύ επικίνδυνο. Παρετάχθησαν ως τόσο στη γραμμή, κοντά στο χαλίκι του ντερβενιού και με το μέτωπο περήφανο, χαιρετούσαν τους άντρες και τους έδιναν θάρρος, τους πετούσαν πακέτα τσιγάρα, και τους βεβαίωναν, ότι θα ενδιαφερθούν για την τύχη τους και δεν θα τους αφήσουν μόνους κι έρημους.

Στο Κάστρο η συνοδεία παρουσιάστηκε στον πρεφέκτη γι’ ανάκριση. Στην ανάκριση ήταν κι ο διευθυντής της Αστυνομίας, χριστιανός, ο Μπάλλιας από τη Χειμάρρα κι ο πρόεδρος της Κουεστούρας Κώτσιο Μούκας, κι αυτός χριστιανός χειμαριώτης. Κι ο πρεφέκτης ακόμα χριστιανός από την Κορυτσά, ο Κόλη Τρομά­ρας. Τους φέρθηκαν καλά, δεν βασάνισαν κανένα. Ο φόβος κι ο τρόμος του «Ντάικου», που κρατούσε καλά ακόμα και που τον περίμεναν όλοι, ύστερα από τη Μικρασία να γυρίσει και πάλι στα χώματα τούτα, συγκρατούσε τους τουρκαρβανίτες από διωγμό των χριστιανών και των Ρωμιών, που έμειναν στην Αρβανιτιά σκλάβοι.

Δύο μέρες τους κράτησαν στο Κάστρο, φυλακισμένους στον Καλιά. Κι ύστερα ’πο δεύτερη ανάκριση, που επανέλαβαν ολομιάς τα ίδια, άφοβα και θαρρετά, πως η Άγια Πύλη είναι παλιό μπαϊράκι του χωριού, από το τούρκικο ακόμη, ο πονηρός πρεφέκτης χαμογέλασε πικρά, και τους αποκρίνεται: «Φαίνεται όλοι σας κά­ματε τον όρκο απάνω στο Βαγγέλιο, τα ίδια πράματα να πείτε. Πη­γαίνετε τώρα, και κοιτάξτε άλλη φορά να μη κάνετε φασαρίες στο κράτος μας!».

Και γύρισαν οι άντρες της Γορίτσας ’πο το Κάστρο όλη νύ­χτα, τραγουδώντας και χοροπηδώντας. Σαν έφτακαν στο σερτό, ακούστηκαν τα τραγούδια τους. Όλο το χωριό βγήκε τότες στην «Παλιουρίδα» και τη «Σκρίκα», να τους καλωσορίσει μ’ ανέκφραστη χαρά.

Κι ο Παπαθανάσης τρελός ’πο τη χαρά του χτυπούσε χαρ­μόσυνα την καμπάνα τ’ Αηλιά, κι έψαλλε δυνατά το «Χριστός Ανέστη» – είχε ξεχάσει που ’ταν τα Φώτα-.

Κι ήταν αλήθεια ανάσταση τη νύχτα κείνη στο μικρό τούτο, χωριό.

Εθνική Ανάσταση!

Καημένη Δερόπολη!

Στη φωτογραφία του εξωφύλλου: Άποψη από το χωριό της Γορίτσας, που βρίσκεται στη δικαιοδοσία του Δήμου Δρόπολης και Πωγωνίου.

Τέλος

Γιώργος Μύτιλης