Το μπαϊράκι της Γορίτσας

Το μπαϊράκι της Γορίτσας

Νικόλαος Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Από το βιβλίο ΔΡΟΠΟΛΙΤΙΚΑ

Πρώτο μέρος

Τουρκαλβανικά όργια – «Κατ’ ειδήσεις εξ Ιωαννίνων αί βιαιοπραγίαι των Αλβανών εν Βορείω Ηπείρω εξακολουθούν εις βάρος του ελληνικού στοιχείου. Ούτω εγνώσθη, ότι την ημέραν των Θεοφανείων πέντε ένο­πλοι Αλβανοί του σταθμού των Σωφρατίκων επέδραμον κατά του ελληνικού ναού του χωρίου Γορίτσης της Δρυϊνουπόλεως, κατά την ώραν της λειτουργίας, δείραντες ανηλεώς τον Ιερέα Παπαθανάσιον και τους προκρίτους. Εκ των εκκλησιαξομένων οι πρόκριτοι Χρ Κωτσαρέλης, Μ. Γκούμας και Θ. Λάγκας απήχθησαν δέσμιοι υπό των επιδρομέων εις Αργυρόκα­στρου, απολυθέντες βραδύτερου τη έπεμβάσει του εκεί Μητροπολίτου».

Έφημ, «Καθημερινή», Σάββατον 6 Φεβρουάριου 1921

Εις το χωρίου Γορίτσα της Δροπόλεως απέθανεν εις βαθύ γήρος ο γνωστός εις όλην την περιφέρειαν δια την φλογεράν του φιλοπατρίαν και τους εθνικούς του αγώνας ίερεύς Παπαθανάσης. Ο μεταστάς ήτο ένας από τοΥς ενθουσιώδεις πατριώτας έφ’ ολοκλήρου της Β. Ηπείρου. Ήτο ίσως ό τελευταίος από την περασμένην γενεάν».

(Ηπειρωτικόν Μέλλον, 5 Απριλίου 1941)

Το βροχερό δειλινό, σαν γύρισαν από το Κάστρο οι χωριανοί που ’χαν πάει στο παζάρι, ο Βαγγέλης Θάνος, ο Πύλιο Βασίλης, ο Χρηστό Κωτσιαρέλλης, ο Γληγόρη Ήλιας και ο Πύλιο Γάκης έφεραν στο χωριό μαύρα μαντάτα. Άκουσαν στο Κάστρο πως έβγαλε διάτα ο πρεφέκτης ο Κόλη Τρομάρας, να βγουν αύριο τα Φώτα τζιαντάρηδες στα χωριά. Να κοιτάξουν για τα μπαϊράκια της εκκλησιάς, να ιδούν τι χρώματα θα ’χουν, κι αν θα μοιάζουν μ’ ελληνική σημαία.

Μαζώθηκαν οι χωριανοί στο μεσοχώρι, κοντά στο παλιό σχολείο, στο σπίτι του Μητσούλη, εκεί που ο κάτω μαχαλάς χωρίζει από τον απάνω, κι έκατσαν στις σιουπέλλες όπου έκαναν συχνά σύναξη. Κι είχαν φαγωθεί με τον καιρό αυτές οι σιουπέλλες, κι εί­χαν γίνει τα φυσικά καθίσματα των γέρων και των πρώτων του χωριού. Εκεί δεν κάθονταν οι νέοι από σεβασμό. Με το μάσιμο της ώρας, σαν τέλειωσε τον εσπερινό, ήρθε κι ο Παπαθανάσης.

– Έλα, παπά, και σε περιμένουμε, του φώναξ’ ο Κίτσιο Κέντρος, με φωνή που κάποια ανησυχία πρόδινε.

– Τι θέλετε, μωρ’ χωριό, κι είστ’ έτσι μουδιασμένοι; ήταν η απάντηση του Παπαθανάση.

– Κόπιασε και θα τα μάθεις τα νέα, – του αποκρίνεται ο Βαγ­γέλη Θάνος.

Ζύγωσε ο παπάς και σε λίγο έπιασε τη θέση, που κάθονταν ταχτικά, σαν είχαν μάζωξη στο χωριό, για τα λιβάδια, τα πρό­βατα, τα ξύλα του βουνού και γι’ άλλες ανάγκες του χωρίου. Κον­τά του κι ο μουχτάρης της χρονιάς, ο Σιώμο Λάγκας, κι οι μουχταροδημογέροντες, ο Πύλιο Γάκης, ο Ντώνη Τσέβης κι ο Μίχο Γκούμας. Σαν έπιασε ο Παπαθανάσης τον ίδιο τόπο, εκεί που κά­θονταν πάντοτε τιμητικά, έβαλε το πόδι του πάνω στ’ άλλο, ερούφηξε μια – δυο τον ταμπάκο του, φταρνίστηκε δυνατά, έστριψε το μουστάκι του κι άρχισε να χαϊδεύει τα γένια του, σαν ο Αλή πα­σάς. Και τον έλεγαν στο χωριό Αληπασά, γιατί ’ταν επιβλητικός και δεσποτικός, κι ήθελε να περνάει πάντοτε η γνώμη του στα χωριανά ζητήματα, για τους φόρους του Γκουβέρνου, για το δέκατο, για τ’ αγαλίτικα χωράφια, για τους μπεξήδες και τους πιστικούς.

– Παπαθανάση, θα μας κάψεις πάλι σαν στα 12, με το μπαϊ­ράκι που διάταξες να γίνει, του λέει σε λίγο ο φρόνιμος γέροντας του χωριού, ο Βαγγέλη Θάνος.

– Όχι, – απαντάει ο Παπαθανάσης, – το μπαϊράκι μας είναι εκκλησιαστικόν λάβαρον και μπορούμε να βάλουμε ό,τι χρώμα θέ­λουμε.

– Τί εκκλησιαστικό λες, ευλογημένε μου, – τ’ αποκρίνεται ο Μ. Γκούμας, αυτό είναι ελληνική σημαία με όλα της, με τον άσπρο Σταυρό στη μέση και το λόινο πανί. Σαν έρθουν αύριο τα ζαγάρια, όπως έλεγαν σήμερα στο Κάστρο, θα μας την βρουν και ποιος ξέ­ρει τι έχει να γίνει.

– Τσωπάστε, μη πιστεύετε, εγώ το παίρνω απάνω μου. Δεν θα πάθουμε τίποτε, – ήταν η απάντηση του παπά.

Αυτά λέγονταν στο μεσοχώρι της Γορίτσας το χειμωνιάτικο δειλινό στις 5 Γενάρη του ’21. ’Ήταν αλήθεια τότε μια εποχή, που όλη η Δρόπολη περίμενε απ’ ώρα σ’ ώρα το λυτρωμό από τα χέρια των αντίχριστων. Ένας χρόνος είχε περάσει, που έφυγαν οι Ιταλοί και παράδωκαν τον τόπο στους φίλους τους, τους τουρκαρβανίτες. Όμως στους Δροπολίτες φαίνονταν απίστευτο, δεν μπορούσαν να το χωνέψουν, πως ήταν δυνατό ο τόπος αυτός ο ελληνικός να γίνει πάλι σκλάβος στον Αρβανίτη. Ζούσαν με την ελπίδα, ότι αυτή τη χρονιά θα τέλειωναν τα βάσανα κι οι καημοί τους και θα ’ρχονταν αλήθεια στο ρωμαίικο μια για πάντα.

Κι έρχονταν από μέσα καλές ειδήσεις. Γυναίκες που έκαναν κοντραμπάντα, έμποροι που πήγαιναν με πασαπόρτι στα Γιάννιενα, φέρνανε καλά χαμπέρια. Στη Μικρασία τελειώνει σε λίγο ο πόλεμος με τη νίκη του στρατού μας, κι υστέρα ο Κωνσταντίνος με τα παλληκάρια του θα ξαναγυρίσει να φέρει τη λευτεριά στις πόλεις και στα χωριά, που λευτέρωσε στα ’13. Στο Κάστρο, την Κορυτσά, το ΙΙρεμέτι, το Δέλβινο και τη Χειμάρρα. Τέτοια καλάαπό μέσα, ανάσταιναν τη δροπολίτικη ψυχή, της έδιναν ανάκαρα και δύναμη μεγάλη. ’Έρχοντ’ οι “Έλληνας. Αυτός ήταν ο κρυφός καημός τού Δροπολίτη.

Μέσα σ’ αυτό το πανηγύρι της δροπολίτικης ψυχής, δεν μπο­ρούσε να μείνει αμέτοχος κι ο Παπαθανάσης, ο ντελή παπάς από τη Γορίτσα. Σ’ όλη του τη ζωή για τη λευτεριά του βασανισμένου αυτού τόπου πάλεψε ο ΙΙαπαθανάσης. Νέος, μόλις είχε χειροτονη­θεί από το Ματθαίο, βρέθηκε στο Λυκούρσι στα ’78, είδ’ αργότερα τον τρόμο και το φόβο του ’97, παπάς τότε στο Κάστρο, απ’ όπου ξεχύνονταν τα τουρκαρβανίτικα φουσάτα να κατέβουν στη Θεσσα­λία, για να πολεμήσουν με τους ντελήδες, όπως έλεγαν τους “Έλληνες. Και θυμόταν συχνά ο Παπαθανάσης και το τραγούδι, που ’λεγαν οι λιάμπιδες στους δρόμους του Κάστρου το μοιραίο εκείνο χρόνο:

Νιέ καούρ, παλιοραγέ
σέτσ νά μπούρη μέ Μωρέ,
πό τό βάφσιμ’ ντότ’ άτκιέ
ντό τ’ ντιέκμ σι καλαμέ

Një kaur paloraje
Se na mburi me More
Po t’vafshim dot atje
Do ta ndjekm si kalame

«Ένας άπιστος, παλιοραγιάς,
τι μας περηφανεύεται για το Μωριά,
π’ αν πάμ’ εκεί,
θα τον κάψουμε σαν την καλαμιά».

Κι όταν μετά το τουρκικό σύνταγμα, το αλβανικό κομιτάτο άρχισε να τρομοκράτη τους χριστιανούς για να τους πάρει μαζί του, ο Παπαθανάσης στάλθηκε τότε από το Μητροπολίτη Βασίλειο να μαζέψ’ υπογραφές από τη Λιούντζη και τη Ζαγοριά, να μη κιοτέ­ψουν οι χριστιανοί και προσχωρήσουν στους αλβανιστές. Τον κυνήγησαν να τον σκοτώσουν τότε οι αλβανιστές, μα δεν τον πρόφτακαν. Κι έρθαν κατόπι οι πόλεμοι του ’12.

Έλα να τον κρατήσεις πια τον Παπαθανάση. Στην Αυτό­νομο, στον καιρό του ’14, βρέθηκε κοντά στους Δροπολίτες, που πο­λεμούσαν στα βουνά του ΙΙρεμετιού, στα ’17 ήθελε να τον σκοτώσει ο αϊντούτης, που ’βαλαν οι Ιταλοί να τρομοκρατεί τους Έλληνες της Δερόπολης, ο φοβερός Σιακιολάππας, απ’ του Τεπελενιού τα χω­ριά. Την γλίτωσε τότε από το Σιάκιο. Και τώρα, που οι ελπίδες. μέρα με τη μέρα μεγάλωναν, ήθελε πρώτος να προλάβει ο Παπαθανάσης τους άλλους σε ενθουσιασμό κι εθνικές εκδηλώσεις. Πρώ­τος αυτός να καλωσορίσει τους Έλληνες στον ξαναγυρισμό τους.

Συνεχίζεται…

Στο εξώφυλλο, χορός με το μπαϊράκι στο Νταμπόρι της Δερβιτσάνης. Φωτογραφία από το προσωπικό αρχείο του Βασίλη Λίλλη.

Γιώργος Μύτιλης