Το παζάρι του Αργυροκάστρου. Τι έστελλε κάθε περιφέρεια.

Το παζάρι του Αργυροκάστρου. Τι έστελλε κάθε περιφέρεια.

Του Αλεξ. Χ. Μαμμόπουλου

Στο παζάρι της δευτέρας του Αργυροκάστρου, να τι έρχονταν από τις επαρχίες:

Κουρβαλέσι: Μαλλί, γάλατα, τυριά, σφαχτά, δερμάτινα, 50-60 κατσούπια (ασκιά) γιαούρτι τη βδομάδα.

Τεπελένι: Γεννήματα, φακή, σκόρδα, ζώα χπντρα και λιανά, γελαδινά και φορτηγά, κεράσια στο σακί, πεκμέζι (πετμέζι) μέλι και κερί, στουρνάρια για τα αλώνια.

Ζουλιάτι: κάρβουνα, ξύλα από το μάλι ι Πούζιτ, πυξάρι ακατέργαστο, απ’ αυτό το ξύλο έχει βουνό ολόκληρο το Ζουλιάτι.

Μπεράτι: Άλογα, τα πιο φημισμένα, λεπτά (χωρίς άντερα)  σπαθάτα χωρίς κοιλιές, γάλοι, πετεινοί, που είναι πασίγνωστοι, τραγουδούν χοντρά και τραγουδήθηκαν από τη λαϊκή μούσα. (Μπερατινέ μου κόκορα…). Κλπ.

Και αφού ο λόγος για το Μπεράτι, θα πούμε εδώ, πως αυτό, εκτός από τα άλογα, τις φοράδες και τα κοκόρια, είχε και ωραίες και μαριόλες γυναίκες.

Οι Καστρινοί αγάδες και μπέηδες εκεί τρώγαν τα λεφτά τους.

Pazari i Gjirokastrës

Τίρανα: Οι Γκέγκηδες φέραν αντικείμενα φτιαγμένα με το ξύλο τού πυξαριού, κουτάλια με μπιρμπίλι (σφυρίχτρα), τσιμπούκια μακριά για τους μπέηδες, ταμπακέρες σκαλιστές και υφαντά του αργαλειού.

Πλεσσάτι: Σταφύλια πολλά.

Δρόπολη: Η Δρόπολη έστελνε χορταρικά, κολοκύθια κόκκινα της πίττας, πεπόνια, αυγά, χόρτα για τα ζώα και σακούλες με καλαμποκίσιο αλεύρι 5 – 10 οκάδες (όχι πιο πολύ, διότι δεν περίσσευε) για τη μαμαλίγκα των Καστρινών, αρωματικό χαμόμηλο.

Σούχα: Ζαρζαβατικά, μπάμιες, μελιτζάνες, πεπόνια.

Λιουντζουριά: Χορταρικά, μια δεκάρα η οκά. είκοσι παράδες ήταν ακρίβεια, και μαύρα συκάμια ωραία.

Επισκοπή: Ονομαστά κρεμμύδια. Όταν μουσαφίρης καθισμένος στο τραπέζι ήθελε κρεμμύδι, διέταζε:

– Φέρε να σφάξωμε έναν πισκοπιανό!

Δοξάτι: Και το Δοξάτι της Λιουντζουριάς κρεμμυδοπαραγωγό. Όταν θέλαν να ειρωνευθούν τον Δοξατινό τον ρωτούσαν.

– Σα εστ σαάτι (πόσο είναι η ώρα);

– Σα νιέ κεπ γκα Δοξάτι = όσο ένα κρεμμύδι από το Δοξάτι.

Ακόμα και σήμερα ο λαός μας ειρωνεύεται τα ρολόγια, που δεν παν καλά και λέει:

– Δεν το πετάς αυτό το κρεμμύδι;

Η παρομοίωση ίσως από το σχήμα.

Λιαζαράτι: Αρνιά, γάλα και αυγά.

Το Ζουλιάτι και το Λιαζαράτι: μπερούτσες (κάπες) και ταλαγάνια.

Χειμάρα: Λάδι, λεμόνια, πορτοκάλια και ειδικά λεμόνια, τα λε­γάμενα οβρέικα, γιατί τα ’παιρναν οι Εβραίοι και ’καναν την κοινωνία τους (αυτά, όταν ήταν έλλειψη, έφθαναν ένα ναπαλεόνι το ένα), επί πλέον τσέργες και βελέντζες.

Ζαγοριά: Ερχόταν από τη Ζαγοριά στο Αργυρόκαστρο, περνώντας πάνω από το βουνό Τσαγιούπι, στην κορυφογραμμή και από μέσα από το Ερίντι για να πουλήσουν το περίφημο άλυωτο βούτυρο (γκιάλπ ι Τρεμπεσίνες) = βούτυρο της Τρεμπεσίνας.

Πωγώνι: Απ’ αυτό ’φερναν καρύδια και τσάι του βουνού.

Κακοδίκι: Ονομαστά αχλάδια.

Μουζίνα: Και αυτή αντιπροσωπευόταν στο Αργυρόκαστρο με το ξύδι. Οι Μουζινιώτες γύριζαν φωνάζοντας:

– Μέρνι ούθουλ! = Πάρτε ξύδι!

Μαλακάσα (Τεπελενίου): Από τη Μαλακάσα ερχόταν λάδι ‘/2 γρόσια ή οκά.

Αυλώνα: Η Αυλώνα έστελλε ψάρια αλατισμένα (τσιπούρες), όχι φρέσκα, γιατί Αυλώνα – Αργυρόκαστρο είναι δυο μέρες δρόμος, αλάτι, βού­τυρο και κερί.

Τσαμουργιά (Σαγιάδα): Αλάτι. Το αλάτι της Σαγιάδας ήταν φτηνό, ενώ το αλάτι του Δυρραχίου, ώσπου να ’ρθει, ακρίβαινε από το αγώγι (έ λίρ κρίπα νέ Ντούρεσ, πό έ χά κιράγια ούδεσ – φτηνό τ’ αλάτι στο Δυρράχιο, αλλά το τρώγει τ’ αγώγι του δρόμου).

Βωβούσα: Από τη Βωβούσα ερχόταν ο κερεστές, η ξυλική των οικοδομών και παντός είδους υλικά.

Κόνιτσα: Η Κόνιτσα έστελλε ολόπαχο μανούρι και τυρί κατσουπίσιο. Μόνο το Σεπτέμβριο δεν έστελλε, γιατί είχε δικό της πανηγύρι εμπορικό, που βαστούσε είκοσι πέντε μέρες και μάζευε κόσμο από την Ήπειρο, την Αρβανιτιά και τη Μακεδονία.

Μονή Τσέπου (Υψηλής Πέτρας): Από το πλούσιο μοναστήρι τού Τσέπου κουβαλούσαν στ’ Αργυρόκαστρο γαλακτοκομικά και προ παν­τός καθαρό και πηχτό γιαούρτι, που το προτιμούσαν οι αγορασταί. Γκέγκηδες ψηλοί και ευρύστερνοι, θηρία με μια ντουφεκιά δεν πέφτουνε! – Σκοντράνοι, Ντιμπράνοι, Μαλεσόροι, γύριζαν στο παζάρι έχον­τας πάνω στο κεφάλι τους μια κουλούρα πάνινη και επάνω απ’ αυτήν ένα ταβλά με ζαχαρωτά και παντός είδους γλυκά και χαλβά, οι κοσαλβα­τζήδες γραφικοί της βορεινής πατρίδος τους φορώντας τις στενόμακρες περισκελίδες.

– Χαλβά! χαλβά! κοσαλβά! και γύριζαν διαλαλώντας τον περίφημο καρυδάτο χαλβά τους.

Απ’ αυτούς είχε κι ο Αβντούλ Χαμίτ σωματοφύλακες.

Η ζωαγορά γινόταν στο Σωπότι. Εκεί ’φεραν οι τσαμπάσιδες ζώα απ’ όλα τα χωριά.

Γιώργος Μύτιλης