ΤΟ ΣΤΑΥΡΟΠΟΔΙ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥΣΕ ΠΟΛΛΟΥΣ

ΤΟ ΣΤΑΥΡΟΠΟΔΙ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥΣΕ ΠΟΛΛΟΥΣ

(Τρεις εγγονοί: η Ελένη Τσίγκα, ο Παναγιώτης Ντούλες και η Αθηνά Σέλλειου, με το πληκτρολόγιο μου, λαξεύουν με πολύ αγάπη το πορτραίτο του παππού τους).

Τον έχω ζωντανό, αυτή τη στιγμή, μπροστά στα μάτια μου τον Μίχο Δέδε:

Καβάλα στο γάιδαρο, με το μαντήλι δεμένο στο κεφάλι, σαν σκουφί και με το ντερβενίτσι κρεμασμένο στο σαμάρι, να ανηφορίζει στην «Γκαζουνάρα». Θα είχε κλείσει τα μοσχάρια του συνεταιρισμού στο στάβλο και πήγαινε να ξεκουραστεί, το μεσημέρι, στο σπίτι του.

Προτού ιδρυθεί ο συνεταιρισμός ήταν καλός νοικοκύρης. Είχε αγελάδες, φοράδα, βόδια, χωράφια, που τα συγύριζε με εργάτες Λιαζαρατινούς, στα οποία παρήγαγαν στάρι, καλαμπόκι, μηδική, βρόμη, μπάμιες, πιπεριές, ντομάτες. Είχε και την κακω – Τζίνο στη δουλειά, μαζί με την κόρη της, που την προίκισε και την πάντρεψε.

Μοχθούσε και ο ίδιος πολύ. Φόρτωνε την πραμάτεια του: τα ζαρζαβατικά κυρίως, και τα πουλούσε στο Αργυρόκαστρο. Κατά παραγγελία, γέμιζε τις καλάθες με όλα τα είδη του περιβολιού του και τα πήγαινε σπίτι το σπίτι, στο χωριό μας.

Ήταν εύκαιρος, ήρεμος και εργατικός. Ώριμος στις σκέψεις του. Δεν έβγαζε ποτέ αγουρίδες από το στόμα του. Μόνο μέλι.

Αγαπούσε τα παιδιά κι ήθελε μεγάλη οικογένεια. Απόχτησε τρία κορίτσια και πέντε αγόρια. Όλα τα μέλη είχαν τη θρησκεία, την πίστη μας, ριζωμένη βαθιά μέσα στην ευαίσθητη ψυχή τους.

Η πέτρινη αυλή του Δέδε γέμιζε συχνά με καλαμπόκι για ξέφλισμα και αρμάθιασμα. Με καπνά για βελόνιασμα… Αυτού ποτέ, δε σιγούσε το τραγούδι. Η μουσική συνόδευε τη δουλειά, όλη τη ζωή τους.

Ο ένας έπαιρνε το τραγούδι, ο άλλος το γύριζε κι όλοι μαζί, γέμιζαν το σπίτι με χαρά. Νόμιζες ότι το σπίτι του Δέδε μέσα στο «Σαραντινό», ήταν ένα μουσικο – χορευτικό συγκρότημα. Ήταν φιλήσυχοι. Δεν πείραζαν κανέναν. Δεν χρώσταγαν σε κανέναν. Μόνο σκορπούσαν χαρά!

Στην περίοδο του Κινήματος, καθήκον του Μίχου ήταν να μοιράσει, όποτε έρχονταν στο χωριό, στα σπίτια τους παρτιζάνους. Ένα τροπάρι περίσσεψαν 10 παρτιζάνοι και ενώ ο Μίχος είχε πάρει 10 στο σπίτι του, πήρε και αυτούς. Τους στέγνωσαν τα ρούχα, τους έβαλαν να φάνε και το πρωί τους γέμισαν και τις τσέπες με ψημένα ρεβίθια για το δρόμο.

Όταν στο χωριό γινόταν κάποιος τσακωμός η εξουσία έστελνε το Μίχο, για να πάψει τον καυγά. Να συμφιλιώσει, με τον γλυκό του λόγο, άτομα ή οικογένειες. Ήταν ήρεμος άνθρωπος και με πολύ λογική. Καλόψυχος, αγαπητός, ειρηνευτής.

Το σταυροπόδι του χωρούσε όλα του τα εγγόνια. Πολλούς. Τα κρατούσε στα γόνατα και τους τραγουδούσε συνέχεια παραδοσιακά τραγούδια.

Μια δύσκολη χρονιά, ο Μίχος δεν πήρε σοδειά. Για να ζέψει τα βόδια και να βάλει το αλέτρι στη δουλειά, να σπείρει τα χωράφια του, δανείστηκε σπόρο από τους Διαμανταίους, που είχαν τις αποθήκες γεμάτες με σιτηρά.

Του είπαν αστειευόμενοι, αλλά και για να τον δοκιμάσουν: -Μίχο, μήπως δεν μπορέσεις να μας επιστρέψεις το δανεικό;!

-Αν δε μπορέσω να το επιστρέψω, θα σας δώσω το καλύτερο βόδι μου, που είναι το δυνατότερο στο χωριό.

Θες εσύ! Εκείνη τη χρονιά, πεθαίνει ο πατέρας του Μίχου, ο Γιώργος. Νόμισαν τότε οι Διαμανταίοι: -Πάει, χάθηκε, τώρα το δανεικό!

Να όμως, που ο Μίχος, στα τρίτα του συχωρεμένου, έβαλε μπροστά το βόδι του και τους το πήγε στην πόρτα.

-Πάρτε το βόδι – τους λέει. – Στη θέση του σπόρου, που δεν τον έχω!

Οι Διαμανταίοι απόρεσαν. Και … πάνω στην απορία τους, του λένε:

-Μίχο, πάρτο πίσω το βόδι! Όταν σου έρθει βολικά, μας ξεχρεώνεις. Είσαι τίμιος άνθρωπος εσύ. Εμάς μας χρωστάνε άτομα που δεν αντιμετωπίζουν κανένα πρόβλημα. Που τα έχουν. Από δω και πέρα, όταν θα έχεις ανάγκη, χτύπα ανεπιφύλακτα την πόρτα μας. Κι αυτή, για σένα θα ανοίξει.

Αλλά, ο Μίχος, δεν την χτύπησε πια. Δε ζήτησε πια δανεικό, γιατί είχε μάθει να ζει με τα λίγα και φτωχά.

Γιώργος Μύτιλης