Το τάμα

Το τάμα

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ

Του Αλεξ. Χ. Μαμμόπουλου

Κουνάρισε, κανάκεψε κι’ έθρεψε με το αστείρευτο γάλα της όλα τα παιδιά της γειτονιάς. Μάννα καλή, μάννα μεγάλη, μάννα όχι μόνο των δικών της παιδιών, μα όλων των παιδιών του χωριού.

Τη θυμόταν οι παλαιότεροι ωραία, ξανθιά, ψηλή σαν κυπαρίσσι πού έβγαινε και καθόταν στο σοφά (πεζούλι) της αυλόπορτας, άνοιγε τους τρισευλογημένους κόρφους της, πέταγε το βυζί της έξω και το σκέπαζε διακριτικά με την άκρη του κεντημένου γελέκου της και θήλαζε το τελευ­ταίο της παιδί κι’ έπειτα κι’ άλλα, κι’ άλλα όσα της ’φερναν άλλες μανάδες που δεν είχαν την ευλογία των μαστών της και που η ανέχεια και η αδυναμία τους δεν τις βοηθούσε να βυζάξουν και να θρέψουν τα δικά τους παιδιά!

Μα ήταν κι’ άλλος λόγος: Πίστευαν πως αντλώντας από το γάλα της τα μωρά θα ’παιρναν και κάτι από την αγγελική ομορφιά της.

Στα χρόνια μας είχε βαρύνει πολύ η Ντάντω Νέτη. Σπάνια έβγαινε, τη ’βγαζαν δηλαδή οι δικοί της, κρατώντας την από τις μασχάλες και την έβαζαν τις χειμωνιάτικες μέρες πάνω στο σοφά της αυλόθυρας να καθίσει στη λιακάδα. Και ήταν κάτι σαν συναγερμός της γειτονιάς, κάτι σαν έξο­δος του επιταφίου αυτά τα σεβαστά γεράματα καλοσυνάτα και γεμάτα μυρωμένη παλαιότητα καθώς εμάζευαν γύρω τους μικρούς και μεγάλους.

– Βγήκε η Ντάντω σήμερα! – έλεγε η μια της άλλης οι γειτόνισσες.

Κι’ έβγαιναν κι’ αυτές να τη δουν και να τη χαιρετίσουν με σεβα­σμό κι’ αγάπη.

Σαν πόσο χρονών ήταν η Ντάντω;

Αλλά οι απλοϊκοί άνθρωποι του παλιού καλού καιρού, δεν μπορούσαν να προσδιορίσουν εύκολα πότε γεννηθήκαν.

Όταν τους ρωτούσαν πότε γεννήθηκες, απαντούσαν κατονομάζοντας μεγάλα περιστατικά, που τα θυμόνταν όλοι.

– Τον καιρό της ριπής[1], που έγινε στο χωριό τους ή τον καιρό της Βλογιάς ή τον καιρό που φωνάζανε οι γάτες, όπως απήντησε στον Τούρκο ντιβιτάρη[2] ο αφελής νεοσύλλεκτος.

Και ’κεινος απελπισμένος παρατήρησε:

Α! Το Γενάρη. Βρήκαμε το μήνα. Να ιδούμε τώρα το χρόνο, πως θα τον βρούμε.

Ακόμα και στην Αθήνα απαντούσαν:

-Τον καιρό πού έπεσε η κολόνα[3].

Έτσι της Ντάντως η γέννηση χανόταν στο βάθος του χρόνου και έπρεπε με γεγονότα ιστορικά, που απ’ αυτά πολλά είχε ο πολύπαθος τόπος να συνδυασθεί και να βρεθεί.

Γύρω στα εκατόν είκοσι οκτώ χρόνια εφώτιζε ο ήλιος το λαμπρό της πρόσωπο και όπως, όταν οι ακτίνες του πέφτουν, κάνουν το στόχο τους να ξεθωριάσει, έτσι τα μάτια της είχαν περιχυθεί μ’ ένα γεροντικό γλαύκωμα, που ’μοιαζε περιχυμένη γιαούρτη μέσα στις κόγχες τους.

Όπως είχε σωθεί το φως της έτσι και της ακοής ο θάλαμος, ήταν από χρόνια αδειανός. Ψιλή, λιγνή, ένα επιβλητικό υπόλειμμα παλιάς αρχοντιάς αντιστέκονταν στο χρόνο σαν προέκταση του παλιού περασμένου καιρού σαν κρίκος, πού έδενε τα περασμένα με τα τωρινά.

Από που είχε ξεπέσει στη Στεγόπολι; Διότι δεν φορούσε του τόπου τη φορεσιά, το καβάδι το ψιλοκεντημένο, την υφαντή ποδιά με τα πλουμιά του αργαλειού. Φορούσε μακρύ μαύρο φουστάνι με ουρά, όπως τον αρχαίο καιρό.

Οι γεροντότεροι θυμόταν την περιπέτειά της, έτσι όπως ερχόταν η φανταχτερή διήγησή της από στόμα σε στόμα κι αστραποβόλαε από τη λάμψη του ηρωισμού. Ήταν καταγωγής από της Χειμάρρας τα μέρη, αδερφή τού οπλαρχηγού Καπετάν Γκίκα Θανάση.

Αλλά ας δούμε την ιστορία της Ντάντως, όπως μας τη λέει ο Γιάννης Ρούτσης:

Ανήμερα της Λαμπρής έγινε το φρικτό μακελειό της Χειμάρρας, την άνοιξη του 1798. Από βραδύς οι καμπάνες καλούσαν τούς χριστιανούς στην Ανάσταση. Μοσχομύριζαν οι βιολέτες κι οι ανθισμένες πασχαλιές και τα φύλλα της ελιάς μικρά, στο ανοιχτό πράσινο και τα άσπρα-κίτρινα λουλού­δια της έφευγαν σαν χρυσόσκονη στο απαλό ανοιξιάτικο αεράκι. Ήρεμη βραδιά μεσογειακή λουσμένη στα μύρα του Ιονίου ως και η αντικρινή Κέρκυρα, τόσο κοντά – τόσο κοντά, που από την Κασσώπη [4] ακούγονται τα κοκόρια της Χειμάρρας. Τόσο κοντά – τόσο κοντά, που κάποτε ο Άγιος Κοσμάς μη βρίσκοντας βάρκα να πάει στην Κέρκυρα, άπλωσε το ράσο του απάνω στη θάλασσα, κάθισε απανωθιό του, σαν άγιος που ήταν, και το στεριανό αεράκι τον έφερε σε λίγα λεπτά στην Κέρκυρα.

Ευτυχισμένη η Χειμάρρα, η Κιάφα του Γιαλού[5] μέσ’ την εναλλαγή της άγριας και ήμερης φύσεως, με τα ένδεκα χωριά της (Νίβιτσα, Άϊ-Βασίλης, Λούκοβο, Πικέρνι, Κηπαρό, Κούδεσι, Πύλιουρι, Χειμάρρα, Βούνος, Δρυμάδες, Παλιάσσα), ολόλαμπρη από τη δόξα της ιστορίας της ετοιμάζονταν να γιορτάσει την Ανάσταση. Άντρες και γυναίκες με τα γιορ­τινά τους εγέμισαν τις εκκλησιές.

Όμως αν τα ποτάμια κοιμούνται ο εχθρός δεν κοιμάται. Και εχθρός της ήταν ο Αλής Τεπελενλής, που ήθελε να βγάλει το αγκάθι της Χειμάρρας από το πόδι του. Συνεννοημένος με τον στρατηγό Gentili[6] στέλλει την αρμάδα του με επικε­φαλής τον Ισούφ Αράπη και πιάνει στη μικρή σκάλα στο Λούκοβο, την παραμονή της Λαμπρής. Με τα μαχαίρια στα δόντια, που οι λεπίδες τους αστράφταν στο φως των αναμμένων λαμπάδων της Αναστάσεως, οι εχθροί έζωσαν τις εκκλησιές της Νίβιτσας [7] και του Αϊ-Βασίλη[8] και έπιασαν κι εσκότωσαν τους χριστιανούς, άντρες αόπλους; επάνω στην εκτέλεση των θρησκευτικών τους καθηκόντων.

Ο θρήνος εγέμισε τα στενοσόκακα, τα γυναικόπαιδα έτρεχαν στων βουνών τα διάσελα για να επαληθεύσει η προφητεία του Αγίου Κοσμά, είχε μόλις λίγα χρόνια πρωτύτερα περάσει:

– Καλότυχα εσείς βουνά! πολλές ψυχές θα γλυτώσετε.

Και τα αρνιά της Λαμπρής έμειναν άψητα, όρθια, περασμένα στις σούβλες.

Η ανυπότακτη Χειμάρρα έσκυψε και φίλησε αναγκαστικά το τζουμπέ[9] του τυράννου. Άνθρωποι του σκορπίστηκαν παντού με διαταγές και γκρέμισαν τα κάστρα και κάθε τσουγκάρι[10] που μπορούσε να κρυφτεί πολεμιστής.

Πράκτορες του εχθρού γνωστοί κι’ άγνωστοι γύριζαν και κυνηγούσαν να βάλουν στο χέρι τους λαϊκούς ήρωες, που αντιστάθηκαν στη βουλή του τυράννου.

Έτσι ο Γκίκας Θανάσης, ο φημισμένος καπετάνιος από το Κηπαρό, πήρε την οικογένειά του κι’ ήρθε στο Χόρμοβο [11] να βρει προστασία κοντά, στα παλληκάρια, που η λαϊκή μούσα έφερε τα κατορθώματα της αντιστάσεώς τους στα μεσούρανα:

Οι σπιούνοι του τυράννου, όμως, ντυμένοι διακονιαραίοι γύριζαν με το ντορβά στον ώμο και το ραβδί στο χέρι από χωριό σε χωριό και ’γραφαν στον Αλή και την πιο μικρή κίνηση των εχθρών του. Έτσι ο Αλή Πασιάς ήξερε και που γεννούν οι κότες κι’ ακόμα κατά τον Χα­τζή Σεχρέτη: Και τα νερά που τρέχουνε Αλή Πασιάς τα ξέρει. Το πυκνό δίχτυ δεν άργησε να ψαρέψει την ακριβή πληροφορία πως ο Γκίκα Θανάσης ήταν μέσα στο στρατόπεδο των εχθρών της γενιάς του, ανάμεσα στους Χορμοβίτες. Και τότε έβαλε σε ενέργεια τα δολερά μέσα της προσελκύσεως στην υπηρεσία του.

Ο λαός έβλεπε τους άκριτες του σαν τον ήλιο της δικαιοσύνης, σαν τον Αϊ-Γιώργη και τον Αϊ-Δημήτρη καβαλάρηδες προστάτες από των τυράννων του τις αδικίες. Κάθε κεφάλι, που έπεφτε από τον τύραννο, το έβλεπε σαν ένα κομμάτι άστρο, που εκόπτετο και εχάνετο μέσα στο άπειρο.

Η λαϊκή μούσα, που θαυμάζει την παλληκαριά και δεν συγχωρεί τη μπαμπεσιά[12] έκλαψε του ήρωα το θάνατο:

Στις εννιά τ’ Αγιαντριά[13]
Γκίκ’ Θανάση Λιουλιέ[14]
Σου ήρθε το τσεσκερέ[15]
Στα Γιάννενα κίνησες και πήγες
να γραφτείς στον ιλεφέ[16]
στο κάμανε με μπαμπεσιά,
σε καλέσανε στον καφενέ.
Σε βάλανε στη μπαταριά
το βόλι πέρασε, μα συ δεν το ’δες,
στο λουρί της παλάσκας.
Σ’ έκοψε. Έπεσες καταγής.
Πρόφτασες κι είπες δυό λόγια:
-Ωχ! τι μου κάματε τη γυναίκα μου χήρα
και τη μάννα μου καλογριά!
Τον Πασιά λοξοκοίταξες,
είπες του Αβντούλ Βασίλη:
-Σ’ αφήνω το σπίτι μου αμανάτι.

Η δολοφονία του Γκίκα Θανάση όχι μόνον απήλλαξε τον ΑλήΠασια από έναν εχθρό, αλλά έγινε και αρχή του κατατρεγμού της οικογένειάς του και μάλιστα της μικρής του αδερφής, της Ντάντως, όπως έμεινε γνω­στή στα κατοπινά χρόνια από τη λαϊκή παράδοση.

Κυνηγημένη η όμορφη Ντάντω από τους πράκτορας του τυράννου, έφυγε με τους δικούς της από το Χόρμοβο κι από αμπέλι σε αμπέλι κι από μποστάνι σε μποστάνι, τρέχοντας ξυπόλυτη, προσπαθούσε ν’ ανέβει στης Λιούντζης τα χωριά να βρει ασφάλεια… Εξ ημέρες έζησε στα μποστάνια της Κάριανης[17] και του Κακόζι[18] τρώγοντας πεπόνια και καρπούζια, κρυμ­μένη ανάμεσα από τα φυλλώματα, που κάνουν οι αναρριχώμενες κολοκυθιές στην τροπική και ευλογημένη εκείνη γη και χτύπησε η καρδιά της σε κάθε θόρυβο και σε κάθε φωνή, που ακούγονταν στου Βαλιαρέ[19] τον κάμπο.

Το τέλος της αγωνίας της εσήμαινε σαν έφτασε στη Στεγόπολι[20], στους Ρουτσαίους συγγενείς της, ψηλά στη Λιούντζη, όπου το χέρι του τυράννου δεν έφτανε, γιατί το σταματούσε η επιρροή των Λιουντζιωτών της Πόλης, που είχαν τα μέσα στο Σουλτάνο. Εκεί έφτασαν ύστερα από περιπλάνηση και άλλοι συγγενείς, που διέτρεχαν μικρότερο κίνδυνο. Μα την ακριβή παρακαταθήκη τους οι Ρουτσαίοι ήθελαν να τη διασφαλίσουν.

Εκείνη την εποχή το ποστάλο[21] Αργυροκάστρου Κωνσταντι­νουπόλεως έκαναν οι συγγενείς των Ρουτσαίων, οι Μετσαίοι από τη Στεγόπολι κι αυτοί. Εκατόν εξήντα άλογα έκαναν την ταχυδρομική συγκοινω­νία. Ογδόντα επήγαιναν και ογδόντα εγύριζαν και ήταν όλα σεβαστά και γνωστά σαν αληπασιαλήτικα. Ποιος τολμούσε να τα πειράξει;

Σ’ αυτό το καραβάνι παρέδωσαν την όμορφη Ντάντω ντυμένη στ’ αντρικά ρούχα και έτσι υστέρα από ένα μήνα ταξίδι βρέθηκε στην Πόλη, μακριά, πολύ μακριά από τον κίνδυνο. Εκεί παντρεύτηκε έναν Νέτη το όνομα και μ’ αυτόν έκαμε το γυιό της Νότο.

Με του καιρού το γύρισμα έγινε ο χαλασμός του Αλή Πασιά, στα 1822. Ξεθαρρεμένη η Ντάντω γύρισε στην Πατρίδα με τον γυιό στην αγκα­λιά της αρχόντισσα ψηλή σαν κυπαρίσσι φορώντας μακρύ μαύρο πολίτικο και χορμοβίτικο φουστάνι. Ποτέ δεν εφόρεσε τη στολή [22] της Λιούντζης.

Τη νεανική της ιστορία την ήξεραν όλοι και όλοι την αγαπούσαν για τη μεγάλη της καρδιά και την εσέβοντο σαν γυναίκα, που είχε πάει και στην Πόλη σε εποχή, που καμιά γυναίκα δεν έφευγε από τον τόπο της. Τη σέβονταν για τη φιλανθρωπία της και την ευγένειά της. Ο χρόνος δεν της είχε αλλάξει τα χαρακτηριστικά. Η παράδοση τη θέλει μεγαλόπρεπη να βγαίνει από το σπίτι της και να προκαλεί τη γενική προσοχή με την αρχοντιά της και τον πολιτισμένο τρόπο της. Από τους ευλογημένους μαστούς της ήπιαν όλα τα παιδιά της γειτονιάς γάλα, καθώς πρόθυμα βοη­θούσε τις νέες μητέρες με τις συμβουλές της. Όλα τα παιδιά της γειτονιάς ήσαν και παιδιά της, αδέρφια του υιού της Νότου, που θηλάζανε μαζί.

Και για να μη κάνουμε μεγάλη την ιστορία τα χρόνια περνούσαν Την αληπασιαδική τυραννία στην Ήπειρο διαδέχεται η ληστοκρατία, που κράτησε δεκαετηρίδες. Τη Ντάντω την προστάτευαν πια τα περασμένα χρόνια της, όμως στις φλέβες του Νότου έτρεχε το ορμητικό και ανυπό­τακτο αίμα των προγόνων του και στη μνήμη του ήταν χαραγμένη η προσω­πική ιστορία της μάνας του, έτσι καθώς την είχε από τις αφηγήσεις της. Μη μπορώντας να υποφέρει των Λιάμπηδων ληστών την ντροπή κίνησε κι έφυγε για την Πόλη κάνοντας όρκο, πώς δεν θα γυρίσει στην Πατρίδα, αν δεν έρθει το «ποθούμενο» δηλαδή να γίνει ελληνικό. Μόνο τότε θα γύριζε και μάλιστα με τα πόδια…

Το 1913 ο ελληνικός στρατός έφθανε ελευθερωτής στη Βόρειο Ήπειρο. Η Ντάντω Νέτη ήταν εκατόν είκοσι οκτώ χρονών[23], κουφή και αόμματη. Όμως η σάλπιγγα της ελευθερίας είχε ηχήσει στα τρίσβαθα της καρδιάς της και το ολόλαμπρο φώς των νικών του ελληνικού στρατού επέρασε από τις σκοτεινές κόγχες των ματιών της. Ο γυιός της Νότος, πιστός στον όρκο του, έφυγε από την Πόλη, εβγήκε στη Θεσσαλονίκη και από κει εκτελώντας το τάμα του, έφθασε με τα πόδια στη Στεγόπολι κι’ έδωκε τη χαρά και την είδηση στη μάνα του. Αργοσάλεψε η ελπίδα στο βασανισμένο σώμα της γριάς. Γύρισε και είπε στον Φίλιππο Ρούτση μια μέρα:

– Έμαθα πως ήρθε η Ελλάς. Που θα ιδώ κι εγώ τα παιδιά εκείνα, τους στρατιώτες, να φιλήσω κι εγώ ένα στρατιώτη;

– Αυτό είναι πολύ εύκολο, – της φώναξε εκείνος δυνατά στ’ αυτί της. Θα γίνει!

Και εκίνησε την άλλη μέρα για το Αργυρόκαστρο, όπου διοικητής ήταν ο κατόπι στρατηγός Ιωάννου. Σ’ αυτόν είπε την ιστορία της γριάς και την επιθυμία της, ερωτώντας τον τι μπορεί να γίνει.

– Απλούστατο! – απάντησε ο μακαρίτης στρατηγός. Αύριο το πρωί να ’θρουν οι εύζωνοι!

Και διέταξε αμέσως ένα λοχία, ένα δεκανέα και δώδεκα ευζώνους να πάνε στη Στεγόπολι μαζί με το Φίλιππο Ρούτση.

Στο παραλήρημα εκείνο της εθνικής χαράς εσκέφτηκαν να δώσουν όση επισημότητα μπορούσαν σ’ ένα μικρό χωριό. Ο λοχίας παρέταξε στη γραμμή τους ευζώνους του στο αλώνι του Θεοδωρή Νέτη. Ό Ρούτσης κι’ ο Θεοδωρής με άλλους μαζί γειτόνους υποβάσταζαν από τις μασχάλες τη γριά και την έφεραν. Όταν επλησίασαν και κατάλαβε αυτή τους στρα­τιώτες έκλαψε από χαρά.

– Παιδιά μου! – τους είπε. – Το ποθούμενο τελεύτηκε! Θέλω να σας φιλήσω έναν-έναν !

Ένας πίσω από τον άλλον περνούσαν οι στρατιώται, τους φιλούσε και τους γέμιζε ευχές. Όταν φίλησε και τον τελευταίο είπε:

-Ας με πάρει ο Θεός! Τώρα είναι πλέον καιρός… Δεν θέλω να ζήσω! Και ο γυιος μου, που είχε κάνει τον όρκο και αυτόνα τον είδα. Τώρα ο Θεός ας με πάρει!

Μετά μία ώρα έδωκε την ψυχή της στο Θεό και απέθανε.

Της ιστορικής αυτής σελίδος μάρτυρες ήταν πολλοί και μάλιστα δέκα τέσσερα παλληκάρια, που πήραν το φιλί της λησμονημένης εκείνης Ελληνίδας. Αν στα 1913 ήταν είκοσι ενός χρόνων, σήμερα όσοι ζουν θα είναι εβδομήντα δύο. Κι’ αν, από λόγο σε λόγο, τύχει να διαβάσουν αυτές τις γραμμές, ας χύσουν ένα δάκρυ, βάλσαμο για την ψυχή της και ας θυμη­θούν τη μεγάλη ελληνική καρδιά της!

[1]. Ρ ι π ή = κατολίσθηση.

[2]. Ντιβιτάρης = ο Τούρκος υπάλληλος της στρατολογίας.

[3]. Κολώνα = Η στήλη του Ναού του Ολυμπίου Διός, που έπεσε από κα­ταιγίδα το 1852.

[4]. Κασσώπη = Κοινότης της βορειοανατολικής Κέρκυρας. Έναντι της Χεί­μαρρος.

Κασσιωπαία και Κασσωπαία αρχαία χώρα της Ηπείρου, που συγκεντρώνει δια­φωνίες των ιστορικών. Στράβων: «εν αριστερά δε (του Αμβρακικού κόλπου) ή Νικόπολις, και των Ηπειρωτών οι Κασσωπαίοι».

[5]. Κιάφα του Γιαλού και Μπρέγκου ί ντέτιτ = Η Χειμάρρα. Κιάφα = λαιμός, αυλών διά το οχυρόν της θέσεώς της Ταυτόσημον και Μπρεγκου ί ντέτιτ – λόφος κοντά στη θάλασσα.

6]. (Gentili. Η σύναψης της συνθήκης του Campio – Formiο επέτρεψε την κατάληψη των Ιονίων Νήσων, καταλυθείσης της Eνετικής κυριαρχίας. Το Γαλλικό Διευθυντήριο εγκατέστησε στην Κέρκυρα αρμοστή τον στρατηγό Gentili, ο όποιος ύψωσε την τρίχρωμη σημαία στο φρούριο της Κέρκυρας 5 Ιουλίου 1797.

7] Ν ί β ι τ σ α (Μπούμπαρη). Το πρώτο από νότου χωριό της Χειμάρρας. Κάτοικοι 861 Έλληνες ορθόδοξοι. Προμάχων ιού Ελληνισμού.

Η ηρωική Νίβιτσα ήταν πάντοτε ανυπότακτη.

Είναι γνωστό το τραγούδι για την πατριωτική παραφορά των κατοίκων, που τραγουδούν οι ίδιοι οι Νιβιτσιώτες και τα πλησιόχωρα:

Νιβιτσιώτ’ τσ’ γίνι τε μάρε
ψέ σ’ μπένι καμπούλ καντάρε,
δηλ. Νιβιτσιώτες τί είστε τρελοί,
γιατί δεν κάνετε καμπούλι το καντάρι.

Πού δείχνει την αντίστασή τους στην επιβολή της δεκάτης; (καντάρι).

-μάρε = τρελός, παράφορος, παλληκάρι (Φωτομάρας, Γιαννημάρσς, Πανομάρας)

-κάνω καμπούλι το καντάρι = κάνω δεκτό το καντάρι (μέ­τρο υπολογισμού της δέκατης).

[8]. Αϊ-Βασίλης. Το δεύτερο εν συνεχείς χωριό. Κάτοικοι 458 Έλληνες, ορθόδοξοι.

[9]. Τζουμπές = επενδυτής.

[10]. Τσουγκάρι= ύψωμα φυσικό και σωρός λίθων.

[11]. Χόρμοβο. Χωριό της περιφερείας Αργυροκάστρου. Υπάγεται διοικη­τικής εις το Τεπελένι. Κάτοικοι 406 Οθωμανοί – Αλβανοί.

Κατά την εποχή του Αλή Πασιά (1744 – 1822) το Χόρμοβο εκατοικείτο από Χριστιανούς. Συμπέρασμα περί του πληθυσμού του μπορεί να εξαχθεί εκ των οπλο­φόρων ανδρών του, τους οποίους ο μεν Αραβαντινός (Σπ. Π. Αραβαντινού Ιστο­ρία Αλή Πασά του Τεπελενλή, έν Άθήναις 1895, σελ. 8) αναβιβάζει εις 500 (. . . διότι αυτοί και μόνοι ηδύναντο εν ανάγκη να δώσωσι 500 ντουφέκια…), το δε λαϊκό τραγούδι σε 800 (σπαθοφόρους).

Κατά του Χορμόβου, της Λέκλης (Χριστιανικών κοινοτήτων και του Γαρδικίου (μουσουλμανικού) έπνεε μένεα ο Αλής, διότι κατά τους αγώνας του εναντίον του Κουρτ Πασιά του Βερατίου συνέτρεξαν τον τελευταίο.

Απέστειλε στο Χόρμοβο τους προκρίτους αδελφοποιτούς του Σκέντο Μπούγιαν από Στουπέζι καί Λέκο Ντούρον από Χουμελίτσα με την πρόφαση διαπραγματεύ­σεων. Αυτοί κατόρθωσαν να οδηγήσουν προς συγκρότησην συνελεύσεως (δημογερον­τίας) κατά τα αρχαία έθιμα, τους αρίστους εκ των Χορμοβιτών στη Μονή Άγ. Νικολάου  Τριμπουκίου, μονήν εις την οποίαν είχαν απεριόριστο σεβασμό Χριστιανοί και Μου­σουλμάνοι (πρώην Χριστιανοί εκμουσουλμανισθέντες). Εκεί οπαδοί του Αλή κρυμμένοι στο παρακείμενο δάσος επέπεσαν κατά των Χριστιανών και κατέσφαξαν άγνω­στον πόσους.

Οι λοιποί (γυναικόπαιδα και οι μη δυνάμενοι να φέρουν όπλα) εξεπατρίσθησαν. Πολλούς εγκατέστησε ο Αλής στη Σαλαώρα καί Βουθρωτό. Μερικοί εκ των διασωθέντων κατέβηκαν στη νότιο Ελλάδα και έλαβαν μέρος στην Ελληνική Επανάσταση (Κώστας Χορμοβίτης, Δήμο – Λιούλας, Αναστάσιος Χορμόβας και άλλοι). Εις το Χόρμοβο εγκατέστησε Μουσουλμάνους.

[12]. Μπαμπεσιά = χωρίς μπέσα, απιστία. Μη τήρησης λόγου δοθέντος.

[13]. Άι – Αντριάς. Ο Δεκέμβριος αρχόμενος από της εορτής του Άγ. Ανδρέου.

[14]. Λιούλε = άνθος.

[15]. Τεσκερές = διαταγή, πρόσκληση.

[16]. Ιλεφές (λουφές) = σώμα μισθοφόρων.

[17].Κάριανη = χωριό της περιφερείας Ρίζης Αργυρόκαστρου. Κάτοικοι (1926) Έλληνες ορθόδοξοι 198. Μωαμεθανοί 5.

[18]. Κακόζι = χωριό της ιδίας περιφερείας. Κάτοικοι Έλληνες ορθόδοξοι 187. και τα δυό τσιφλίκια του Αλή Πασιά.

[19]. Βαλιαρέ = πεδιάς βορείως του Δρίνου ποταμού παροιμιώδης για την ευφορίαν της. «Ξέχασε φοράδα μου το Βαλιαρέ». Εκεί και το ομώνυμο Χάνι του Βαλιαρέ εντός του οποίου εθανατώθησαν οί Γαρδικιώται κατά το 1812 από τον Αλή Πασια.

[20]. Στεγόπολις = χωριό της Λιούντζης της περιφερείας Αργυρόκα­στρου. Κάτοικοι Ελληνορθόδοξοι 337.

[21]. Ποστάλο = ταχυδρομική υπηρεσία.

[22]. Λιουντζιώτικη στολή, στολή βυζαντινή (καββάδι).

[23]. Ντάντω Νέτη. Πρόσωπο με ιστορική υπόσταση. Άγουσα κατά το 1913 ηλικίαν 128 ετών έγεννήθη το 1785.

Γιώργος Μύτιλης