Το τραγούδι του Δρίνου

Το τραγούδι του Δρίνου

Του Χαράλαμπου Πέτσκου 

Δεύτερο μέρος

Μ’ άκουε με προσοχή και μεγάλο ενδιαφέρον. Πρόσεξα πως τα μάτια της είχαν νοτίσει.
Σηκώθηκε, άπλωσε το χέρι της στα μαλλιά μου και τα χάιδεψε.
«Καλό μου παιδί! Τι αναπάντεχο ήταν αυτό σήμερα;»
Με κοίταξε με καμάρι.
«Φτυστός ο Παύλος είσαι! Έτσι ήταν και κείνος τότε.
Ντροπαλός σαν κι εσένα. Ο πατέρας μου ο Παπαζαχαριάς τον φιλοξένησε στο σπίτι μας. Κατόπιν ήρθε κι άλλες φορές. Γνωριστήκαμε πιο πολύ. Ώσπου στο τέλος δώσαμε λόγο κι αλλάξαμε δαχτυλίδια. Για λίγο καιρό, ήμασταν ευτυχισμένοι. Αλλά οι μεγάλοι μας φίλοι, μας πούλησαν. Ο στρατός έφυγε. Τότε οι δικοί μας κήρυξαν αυτονομία. Ο Παύλος, όπως έκαναν κι άλλοι πολλοί, έμεινε μαζί μας να πολεμήσει. Εκεί στο Τεπελένι πληγώθηκε βαριά και τον έστειλαν στο νοσοκομείο… Και δεν τον ξανάδα πια…»
Αναστέναξε από βαθιά.
«Τι παράξενα πράματα βλέπει κανείς στη ζωή!… Τίποτα δεν είμαστε… Κλοτσοσκούφια στης μοίρας τα καμώματα… Κανένας δεν μπορεί να φτιάξει τη ζωή του όπως θέλει κι όπως το επιθυμεί.
Της έπιασα τα χέρια και την κοίταξα μ’ αγάπη.
«Μου φαίνεται πως στο πρόσωπό σου βλέπω τη μάνα μου, θεία Δήμητρα…»
Με ξαναχάιδεψε και χαμογέλασε τρυφερά.
«Τότε γιατί με λες θεία; Να με φωνάζεις μητέρα…»
«Ευχαριστώ» αποκρίθηκα σιγανά. «Θα σε λέω μανούλα… Αλλά κι ο πατέρας μου ποτέ δε σε ξέχασε».
Έβγαλα από την τσέπη τη φωτογραφία και της την έδωκα.
«Μου την έδωκε για να σε γνωρίσω. Έχει φυλαγμένη άλλη μία».
«Θε μου!…» φώναξε κοιτάζοντάς την. «Πότε πέρασαν τόσα χρόνια; Στα δεκαοχτώ ήμουν τότε, κείνος στα εικοσιπέντε… Και τώρα…»
«Μα δεν άλλαξες και πολύ» αποκρίθηκα κάπως βιαστικά, «ίδια είσαι…»
Ένα πικρό χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπό της.
«Όχι, Δημήτρη. Μην προσπαθείς να με παρηγορήσεις. Είμαι σαράντα πέντε χρονών».
Τότε θυμήθηκα να ρωτήσω κάτι, που έπρεπε από την αρχή να το είχα κάνει.
«Δεν έχεις κανέναν στο σπίτι μανούλα; Μόνη σου ζεις;
Τ’ ήταν να το πω; Στη λέξη «μανούλα» ένα κύμα ευτυχίας άστραψε στο φεγγαροπρόσωπο της, για να σβήσει μόλις άρχισε ν’ ανταποκρίνεται στην ερώτησή μου.
«Ναι, ζω μονάχη μου, Δημήτρη. Ο άντρας μου πέθανε εδώ και τρία χρόνια κι ο γιος μου είναι παντρεμένος στην Αμερική. Αυτή είναι η μοίρα του τόπου μας, παιδί μου. Σκλαβιά, ξενιτιά, ζωντανός χωρισμός και χτυποκάρδι… Ο Παύλος κρατιέται τουλάχιστο γερός;»
«Διαβάζει βιβλία. Έχει τον δικό του κόσμο. Ζει με αναμνήσεις… Είναι κι αυτό κάτι».
«Το πρώτο και τελευταίο του γράμμα το ’χω μες στο σεντούκι μου είκοσι εφτά ολάκερα χρόνια. Θα το πιστέψεις, Δημήτρη, αν σου πω ότι το διάβασα είκοσι εφτά χιλιάδες φορές;»
«Γιατί να μην το πιστέψω, μανούλα; Είναι τόσο καλός ο πατέρας μου κι εσύ ακόμα καλύτερη!»
Πόσο πολύ τη συγκινούσαν τα καλά μου λόγια και πιο πολύ απ’ όλα το «μανούλα». Το καταλάβαινα, το ’νιωθα, το ’βλεπα στα μάτια της, στις κινήσεις της, στο πρόσωπό της. Ζούσα κι εγώ μαζί της τις ωραίες κείνες στιγμές, που ο άνθρωπος ξεχνάει τις δυσκολίες του παρόντος και ζει με τη γλυκιά ανάμνηση μιας μακρινής ευτυχισμένης μέρας, μιας ώρας ή και μιας στιγμής ακόμα.
«Σ’ ευχαριστώ, Δημήτρη, που με λες μανούλα. Σε νιώθω, είμαι μες στην ψυχή σου, διψάς για μητρική στοργή. Κι εφόσον είσαι παιδί του Παύλου, είσαι τούτη τη στιγμή και δικό μου παιδί!…»
Στο θεσπέσιο πρόσωπό της με την αρχαϊκή κατατομή απλώθηκε η εξαίσια αναλαμπή της πιο αναμφισβήτητης ειλικρίνειας. Η Δροπολίτισσα με τη ζηλευτή κορμοστασιά δεν έλεγε ψέματα κι ούτε κολάκευε την ανάγκη μου για μητρικό χάδι.
Μετά το φαγητό, έφτιαξε καφέ και καθίσαμε κοντά στο παράθυρο να τον πιούμε. Αγναντεύαμε στον δημόσιο δρόμο τους φαντάρους, που βάδιζαν για τ’ Αργυρόκαστρο. Πιο κάτω ο Δρίνος κυλούσε τραγουδώντας κι οι αψηλές λεύκες της ακροποταμιάς σκορπούσαν τα κίτρινα φύλλα τους σαν ροδοπέταλα πάνω στους νικητές, που περνούσαν.
Για λίγη ώρα παρακολουθούσαμε δίχως να μιλάμε. Μου ’κανε τώρα εντύπωση ο συγκροτημένος ενθουσιασμός της σ’ αντίθεση μ’ άλλες γυναίκες που ζητωκραύγαζαν. Αναστέναξε.
«Γιατί, μητέρα; Τι σκέφτεσαι;»
«Δυο φορές είδα τους νικητές να περνούν για το Κάστρο και δυο φορές να φεύγουν δίχως να νικηθούν… Τώρα θα ριζώσετε;»
Τι να ’λεγα; Δύσκολη η απάντηση σε μια τέτοια ερώτηση.
«Ο Θεός ξέρει» αποκρίθηκα.
«Αυτό λέω κι εγώ» είπε και σηκώθηκε.
Από ένα σεντούκι έβγαλε ένα φύλλο χαρτί κιτρινισμένο από τον χρόνο.
«Διάβασέ το» είπε, «είναι το μοναδικό γράμμα του πατέρα σου».
Έφερα τις αντιρρήσεις μου.
«Σε παρακαλώ, μην επιμένεις, δεν είναι σωστό».
«Επιμένω» πρόσθεσε μ’ ένα θερμό αλλά επίμονο ύφος. «Κι όταν με το καλό γυρίσεις, να του πεις ότι το γράμμα του το φυλάω σαν τα μάτια μου και θ’ αφήκω διάτα όταν πεθάνω να το βάλουν μες στην κάσα μου. Και τώρα μπρος. Διάβασε φωναχτά να τ’ ακούσω κι εγώ».
Υποχώρησα. Διαταγή της μάνας. Τις μητέρες ποτέ δεν πρέπει να τις κακοκαρδίζουμε.

Στο εξώφυλλο: Δερβιτσώτικο ψίκι, Μάιος 1943. Φωτογραφία από την Ηπειρωτική Εταιρεία.

Συνεχίζεται…

Γιώργος Μύτιλης