Το τραγούδι του Δρίνου

Το τραγούδι του Δρίνου

Του Χαράλαμπου Πέτσκου 

Πρώτο μέρος

Από το χάραγμα πια είχαμε περάσει τα σύνορα και προχωρούσαμε στον κάμπο της χιλιοτραγουδισμένης Δρόπολης. Τα χωριά αραδαριά στην άκρη της δημοσιάς, λίγο πιο πάνω από το ποτάμι, φαίνο­νταν σαν να ’χαν φορέσει τα γιορτινά τους και μας καρτερούσαν όπως και τότε πριν είκοσι εφτά χρόνια κι όπως πάντα… Είναι η μοίρα τους φαίνεται να καρτερούν…

Ο Δρίνος γοργοκυλούσε χαδιάρικα στα πόδια τους σαν προπομπός μας, φέροντας με το ρέμα του το γλυκό τραγούδι της λευτεριάς.

Όσο πλησιάζουμε στο χωριό Φραστανή, τόσο ένιωθα μέσα μου κάτι το συγκλονιστικό, κάτι που δεν ήταν μόνο η χαρά της νίκης, αλλά ένα άλλο αί­σθημα πιο βαθύ και πιο ανθρώπινο, που μου πλη­ρούσε την ψυχή συγκίνηση, ίσως και περιέργεια και μια γλυκιά προσμονή, μα και αγωνία. Θα ’βρισκα άραγε το αντικείμενο των τόσο τρυφερών συναισθη­μάτων μου ή θα συναντούσα την απογοήτευση και τη διάψευση των ελπίδων;

Στην τσέπη μου κρατούσα τη φωτογραφία μιας όμορφης κοπέλας μ’ αστραφτερά μεγάλα μάτια, λυγερή κορμοστασιά και ντυμένη με μια παράξενη ολοκέντητη φορεσιά. «Μ’ αυτή τη φωτογραφία θα ζητήσεις στο χωριό Φραστανή να βρεις τη Δήμητρα του Παπαζαχαριά…» μου ’πε ο πατέρας μου την ώρα που με ξεπροβοδούσε για τον πόλεμο.

Όταν φτάσαμε κει κόντευε το ηλιοβασίλεμα. Οι εκδηλώσεις του κόσμου και τα θερμά καλωσόρισματα μ’ είχαν συνεπάρει τόσο, που μου διέφυγε να ρω­τήσω αν ζει η Δήμητρα του Παπαζαχαριά και πού βρίσκεται. Μα παράξενο πράμα… Λες και κάποια αό­ρατα στοργικά χέρια μας έπιασαν και μας έφεραν κοντά – κοντά. Κοίταξα κρυφά τη φωτογραφία και κα­τόπι την ίδια. Αυτή ήταν! … Είχε δίκιο ο πατέρας που μου είπε πως οι Δροπολίτισσες δε γερνούν εύκολα, παλεύουν με τον χρόνο και πεθαίνουν όρ­θιες.

Παρ’ όλο που στους κροτάφους τα μαλλιά της εί­χαν χινοπωριάσει και στο μέτωπό της είχαν σχηματιστεί δυο άβαθες χαρακιές, διατηρούσε ωστόσο όλο τον αέρα, τη δροσιά και τη χάρη, όχι βέβαια δεκαοχτάχρονης παρθένας, αλλά μιας νέας ώριμης γυναί­κας, που η ζωή όσο σκληρή κι αν είναι, δεν τη φοβίζει, μον’ έμαθε να την αντιμετωπίζει καρτερικά, να ελπίζει και να περιμένει… Και νατην τώρα πανέμορ­φη, ίσια σαν κολόνα, να χαιρετάει και ν’ αγκαλιάζει τους φαντάρους. Τα μεγάλα εκφραστικά της μάτια λάμπουν κι ολάκερη αστράφτει από χαρά, γιατί στο πρόσωπό τους βλέπει τη λευτεριά να ξαναμπαίνει στη βασανισμένη γη της.

Μόλις βρεθήκαμε αντιμέτωποι και μου ’σφιξε τα χέρια, κατάλαβα πως το βλέμμα της βυθίστηκε στα μάτια μου κι ερευνούσε στα βάθη τους ν’ ανακαλύ­ψει και να ξαναζωντανέψει κάτι άλλο παλιό και μακρινό, που ο αδυσώπητος χρόνος είχε αρχίσει να ξε­θωριάζει.

Και τότε δεν κρατήθηκα πια.

«Κυρά μου, μην είσαι η Δήμητρα του Παπαζαχαριά;»

«Εγώ είμαι» πρόφερε σιγανά με φωνή που ’τρεμε από τη συγκίνηση. Αλλά εσύ παιδί μου, πού ξέρεις το πατρογονικό μου όνομα; Ποιος είσαι; Από πού έρχεσαι; Αυτά τα μάτια κάπου τα ’χω ξαναδεί… Κά­που, κάποτε τα ’χω συναντήσει… Μου θυμίζουν κά­τι…

Εγώ ξακολουθούσα να της σφίγγω τα χέρια.

«Αχ, Θε μου!…» φώναξε σε μια στιγμή. «Μην εί­σαι γιος του…»

«Ναι!… του Παύλου» αποκρίθηκα βιαστικά.

Με τράβηξε πάνω της, μ’ έκλεισε στην αγκαλιά της και με φίλησε με λαχτάρα. Τα όμορφα μάτια της πλημμύρισαν δάκρυα και τη φωνή της διακόπτουν σιγανά, που μόλις ακούονταν, αναφιλητά.

Ύστερα σκούπισε τα μάτια και με τράβηξε από το χέρι.

«Πάμε σπίτι» είπε. «Τ’ ήταν αυτό που μου ’κανες σήμερα, παιδάκι μου; Αναστατώθηκε η ψυχή μου… Πάμε…»

Καθίσαμε σ’ ένα ντιβάνι στρωμένο με μια ωραία κόκκινη φλοκάτη. Ήταν όμως τόσο βιαστική κι ανυπόμονη να μάθει.

«Πώς σε λένε, λεβέντη μου;»

«Δημήτρη».

Σκέφτηκε λίγο, στύλωσε το βλέμμα της στο κενό, σαν να κοιτούσε κάτι πολύ αλαργινό και ρώτησε:

«Έλεγαν μ’ αυτό τ’ όνομα τους παππούδες σου ή κανέναν άλλο;»

«Όχι! Κανέναν!…»

Ένα γλυκό άστραμμα έλαμψε τότε στα μάτια της και στα χείλη της έσκασε ένα αινιγματικό χαμόγελο.

Κείνη τη στιγμή δεν το πρόσεξα κι ούτε έδωσα ιδιαίτερη σημασία. Αλλά ύστερα από μέρες το συλλογίστηκα και το βρήκα τ’ ήταν αυτό που της έκανε εντύπωση και το βλέμμα της πήρε κείνη τη χαρούμενη και παράξενη έκφραση. Ο πατέρας μου ’χε δώ­σει επίτηδες αυτό τ’ όνομα για ν’ ακούει, φωνάζοντάς με, τ’ όνομά της.

Αλλά ήταν ακόμα ανυπόμονη. Αναστέναξε ελαφρά κι η ερώτησή της φανέρωνε κάποια αγωνία για την αναμενόμενη απάντηση.

«Ζει ο πατέρας σου;»

«Ζει».

«Είναι καλά; Κρατιέται;»

«Ας λέμε καλά» αποκρίθηκα κάπως αόριστα.

Με τήραξε ερωτηματικά και το βλέμμα της έδει­χνε ανησυχία.

Εγώ συνέχισα:

«Απόμεινε μόνος και συφοριασμένος, με δυο ξύ­λινα πόδια κι ένα γυάλινο μάτι…»

«Μόνος, είπες;»

«Ναι…»

«Κι η μάνα σου;»

«Δε γνώρισα μάνα, θεία Δήμητρα… Όταν γύρισε στην πατρίδα ανάπηρος, του ’δωσαν μια νοσοκόμα να τον περιποιείται και να τον βγάζει περίπατο με το αναπηρικό καροτσάκι. Αυτή η γυναίκα είχε μεγά­λη ψυχή, αλλά κι ο πατέρας μου ήταν ανώτερος άνθρωπος. Τον συμπάθησε και του αφοσιώθηκε. Κεί­νος αντέδρασε. Ήταν μισός άνθρωπος και δεν ήθελε να σκλαβωθεί μαζί του. Κείνη όμως επέμενε και παντρεύτηκαν. Καρπός κείνης της ένωσης είμ’ εγώ. Η μάνα μου όμως πέθανε στη γέννα κι απόμεινα ορφανός».

Στο εξώφυλλο: Άποψη από τον κάμπο της Δερόπολης προπολεμικά. Φωτογραφία από την «Ηπειρωτική Εταιρεία.»

Συνεχίζεται…

Γιώργος Μύτιλης