Το φάντασμα του Χότζα και οι Βορειοηπειρώτες

Το φάντασμα του Χότζα και οι Βορειοηπειρώτες

Του Θεοφάνη ΜΠΟΥΖΗ

Η πολιτική αφελληνισμού που επεδίωξε και εφάρμοσε το κομμουνιστικό κα­θεστώς Χότζα, στον χώρο της Βορείου – Ηπείρου είναι γνωστή. Γνωστά και τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής.

Στην μνήμη, την καρδιά και την ψυχή των Βορειοηπειρωτών, σφραγίστηκαν σαν τα τατουάζ στα νεανικά σώματα εκατοντάδες – χιλιάδες απάνθρωπες πράξεις του εν λόγω καθεστώτος, για να μας αποδείξουν σήμερα αλλά και στο μέλλον, με τον καλύτερο τρόπο την βαρβαρότητα της κομμουνιστικής δικτατορίας.

Στόχος μου δεν είναι η ιστορική εξέταση των γεγονότων, εξ άλλου είναι αδύνατον στα πλαίσια ενός άρθρου εφημερίδας να περιγράφω λεπτομερώς το τι υπέφερε και πώς μπόρεσε να επιβιώσει ο Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου, στην διάρκεια του υπαρκτού Σοσιαλισμού.

Η ανησυχία μου ξεπερνά το παρελθόν και έρχεται στο παρόν. Σε ένα παρόν, που ο ψυχικός κόσμος των Βορειοηπειρωτών συνεχίζει να ταλαιπωρεί­ται, αναπνέει δύσκολα υπό την πίεση των απολυμάτων της κομμουνιστικής πολιτικής αφελληνισμού. Το φάντασμα του Χότζα, τριγυρνάει πάνω από τα κεφάλια τους, τους κυνηγάει παντού, ακόμα και στην Ελλάδα που ήλθαν να βρουν την ησυχία και την γαλήνη, που ήλθαν να βρουν τις άσπρες ημέρες στην σκοτεινή ζωή τους. Υπογραμμίζοντας μερικές από τις σημαντικότερες ενέργειες του Χότζα και των συνεργατών του κατά του Ελληνισμού της Αλ­βανίας, θα προσπαθήσω να προβάλλω τους σημερινούς προβληματισμούς των Βορειοηπειρωτών, που έχουν την πηγή ακριβώς σε αυτές τις ενέργειες του παρελθόντος.

Βίαιη αφομοίωση

Από τα πρώτα μέτρα που πήρε το κομμουνιστικό καθεστώς, ήταν η αυθαί­ρετη μείωση του γεωγραφικού χώρου που κατοικούσε το Ελληνικό στοιχείο και η βίαιη αφομοίωση του πληθυσμού. Η περιοχή που χαρακτηρίστηκε ως –«μειονοτική», περιορίστηκε μόνο σε 99 χωριά των Νομών Αργυροκάστρου και Αγίων Σαράντα. Εκτός «μειονοτικής ζώνης», έμειναν εκτός άλλων, και τα τρία χωριά της Χιμάρας, (Χιμάρα, Δρυμάδες, Παλάσσα), που το 1921 είχαν αναγνωρισθεί ως μειονοτικά, από την τότε Αλβανική Κυβέρνηση. Οι Έλληνες που εγκατέλειπαν την «μειονοτική ζώνη» για διάφορους λόγους, έχαναν την ιδιότητα του μειονοτικού.

Οι λόγοι της εγκατάλειψης μπορεί να ήσαν επαγγελματικοί, αλλά οι πολλές περιπτώσεις γίνονταν μετακινήσεις δια της βίας των Ελλήνων σε περιοχές του βορρά (οι γνωστές εξορίες). Οι Έλληνες έξω από την «μειονοτική ζώνη», όχι μόνον έχαναν την ιδιότητα του μειονοτικού, αλλά ακόμα και για να επισκεφθούν τους συγγενείς τους ή τα χωριά τους, (αυτά που ήσαν πλησίον των συνόρων με την Ελλάδα), έπρεπε να έπαιρναν ειδική άδεια. Το παράδοξο είναι, πως ακόμα σήμερα οι Έλληνες των περιοχών έξω της λεγομένης «μειονοτικής ζώνης» του Χότζα, δεν δικαιούνται της ιδιότητας του μειονοτικού, του Βορειοηπειρώτη, του Έλληνα της Αλβανίας, του ομογενή (δόξα τω Θεώ μας έχουν βαπτίσει με πολλά ονόματα, θα μπορούσαν να μας πουν απλά Έλληνες). Ακόμα και η Ελληνική πολιτεία αναγνωρίζει ως ομογενείς, δια μέσω του Ειδικού Δελτίου Ταυτότητας Ομογενούς, κυρίως τους χθεσινούς «μειονοτικούς» του Χότζα. Φυσιολογικά τίθεται το ερώτημα: Εφάρμοσε το καθεστώς Χότζα πολιτική αφομοίωσης του Ελληνικού πληθυσμού της Αλβανίας; Ναι ή όχι; Αν ναι, (για μένα σίγουρα), τότε είναι απαραίτητο να ενεργήσουμε κατά τρόπο που θα μας δώσει την δυνατότητα να πετύχουμε τα αντίθετα αποτελέσματα. Το να μην ενεργούμε και να αναγνωρίζουμε ως ομογενείς κυρίως όσους ο Χότζα αναγνώρισε ως μειονοτικούς θέλοντας ή μη, δίνουμε αφορμή για δικαίωση της πολιτικής του. Η καταδικάζουμε την πολιτική Χότζα στο συγκεκριμένο ζήτημα πράττοντας τα αντίθετα, ή δεν μένει παρά να τον «συγχαρούμε», έστω και μετά θάνατον, για την «δίκαια» πολιτική του. Μέση οδός δεν υπάρχει. Ασφαλώς, κάτι πρέπει να αλλάξει. Κατά την δική μου άποψη, αυτό που πρέπει να αλλάξει είναι το κριτήριο αναγνώρισης του Έλληνα Ομογενή της Αλβανίας. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω τι εννοώ, ελπίζοντας πως θα με καταλάβουν αυτοί που μπορούν να βοηθήσουν. Οι συμπατριώτες μου στην πλειοψηφία τους, θέλω να πιστεύω πως με καταλαβαίνουν χωρίς εξηγήσεις.

Το κριτήριο

Το επίσημο έγγραφο, που δίνει την δυνατότητα στον κάτοχό του να αναγνωρισθεί ως μειονοτικός από το Αλβανικό Κράτος, κατά συνέπεια ως ομογενής από την Ελληνική Πολιτεία, (στην ουσία ως Βορειοηπειρώτης), δυστυχώς μετά από 10 χρόνια υποτιθέμενης Δημοκρατίας, συνεχίζει να είναι η Αστυνομική Ταυτότητα, που εκδόθηκε από το καθεστώς Χότζα. Το κριτήριο αναγνώρισης είναι η ένδειξη: Εθνικότητα Ελληνική, στην εν λόγω ταυτότη­τα. Πιστεύω, πως σήμερα στην Ελλάδα και όχι μόνο, σπανίως θα υπάρχουν άνθρωποι που να αμφιβάλλουν για το πόσο «δίκαιος» ήταν ο Χότζα και οι συνεργάτες του στην αναγνώριση της Ελληνικής Εθνικότητας, στο Ελληνικό στοιχείο της Αλβανίας. Για όλους είναι γνωστά τα μεγάλα αμαρτήματα του αδίστακτου δικτάτορα. Ο Χότζα αναγνώρισε την Ελληνική Εθνικότητα, σε έ­ναν περιορισμένο αριθμό Βορειοηπειρωτών, για να στερήσει αυτό το δικαί­ωμα σε έναν πληθυσμό πολύ πιο μεγαλύτερο. Έδωσε το δένδρο για να κρύ­ψει το δάσος. Δυστυχώς όμως, σήμερα το δάσος δεν εμφανίζεται. Οι πολίτες που έχασαν την ιδιότητα του Έλληνα μειονοτικού στο καθεστώς Χότζα, χάνουν σήμερα στην Ελλάδα σε πολλές περιπτώσεις την ιδιότητα του ομογε­νή, απλά γιατί αδυνατούν να προσκομίσουν στις αρμόδιες Υπηρεσίες τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για να γίνουν κάτοχοι του Ειδικού Δελτίου Ταυ­τότητας Ομογενούς, βάσει του οποίου κατοχυρώνουν το δικαίωμα παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα. Απαραίτητο δικαιολογητικό (εκτός των άλλων), είναι η Αστυνομική Ταυτότητα με την ένδειξη Εθνικότητα Ελληνική. Κάθε σημερινό έγγραφο, γνήσιο υποκατάστατο της ταυτότητας, (πιστοποιητικό, βε­βαίωση, κ.λ.π.) υπογραμμίζω (όχι πλαστό), έχει πηγή τους καταλόγους εγγρα­φής του πληθυσμού στα Ληξιαρχεία των πόλεων και κοινοτήτων, οι οποίοι έχουν μείνει «παρθένοι» από τον καιρό του Χότζα, όσον αφορά την εθνικό­τητα του πολίτη, κάτι που στην ουσία δεν λύνει τους προβληματισμούς των Βορειοηπειρωτών, που έχασαν την ιδιότητα του «μειονοτικού». Να γιατί αυτοί οι συμπατριώτες μας βλέπουν το φάντασμα του Χότζα στον ύπνο τους και στον ξύπνιο τους.

Το ερώτημα τίθεται: Γιατί τόση εμπιστοσύνη στα έγγραφα, τις ταυτότητες και τους καταλόγους του καθεστώτος Χότζα; Γιατί δεν μπορούμε να απαλ­λαγούμε από τα φαντάσματα του παρελθόντος; Η τυφλότητα στα εν λόγω έγ­γραφα, φτάνει μέχρι την διαφορετική αντιμετώπιση ακόμα και των αδελφών. Αναγνωρίζεται ως ομογενής ο κάτοχος της ταυτότητας με την ένδειξη, Ελ­ληνική Εθνικότητα και απλά ως μετανάστης ο Βορειοηπειρώτης, που έχει χάσει την Ελληνική Εθνικότητα στο καθεστώς Χότζα, άσχετο εάν είναι α­δέλφια, έχουν βυζάξει την ίδια μάνα Ελληνίδα. Τέκνα Βορειοηπειρωτών γονέων, από τους οποίους, ο ένας έχει χάσει την Ελληνική Εθνικότητα (συ­νήθως ο πατέρας), ή αν θέλετε δεν είναι πράγματι Ελληνικής Εθνικότητας, δεν αναγνωρίζονται ως ομογενείς. Η επιθυμία τους, η δήλωσή τους, η Ελλη­νική τους συνείδηση, η Ελληνικότητα έστω και του ενός από τους γονείς τους, δεν μετράει μπροστά στα έγγραφα του Χότζα, που μιλούν για το αντίθετο.

Η λύση του προβλήματος

Η σωστή λύση πάνω στο θέμα, θα ήταν μία νέα απογραφή του πληθυσμού της Αλβανίας, με την προϋπόθεση η νέα απογραφή να γίνει υπό συνθήκες, που ο πολίτης θα μπορέσει ελεύθερα να δηλώσει κατά συνείδηση την Εθνι­κότητά του.

Λέγεται, πως η νέα απογραφή πρόκειται να γίνει το 2001. Το «πρόκειται», είναι πολύ σχετικό, εάν λάβει κανείς υπ’ όψιν του τα δεδομένα της Αλβανίας. Πέραν της σχετικότητας του προβλήματος, πιστεύω πως έχει μεγάλη σημα­σία, όλοι οι παράγοντες του Ελληνισμού και κάθε Ελληνικό στοιχείο της Αλ­βανίας, να πάνε συντονισμένοι και ενωμένοι στον αγώνα της νέας απογραφής, όποτε και αν γίνει.

Εμείς οι Βορειοηπειρώτες, οφείλουμε να δηλώσουμε με θάρρος και πάθος την ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑ ΜΑΣ. Οι αιρετοί μας, οφείλουν να λάβουν τα απαιτούμενα μέτρα, ώστε η απογραφή να γίνει υπό δημοκρατικές συνθήκες. Η Ελληνική Πολιτεία, οφείλει να πιέσει προς όλες τις κατευθύνσεις, (Αλβανική Κυβέρνηση, Διεθνείς Οργανισμούς, κ.λ.π.) για μια απογραφή βάσει των Διε­θνών Συνθηκών.

Για την λύση των προαναφερομένων προβλημάτων (μέχρι την νέα απογραφή), θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν τα έγγραφα (βεβαιώσεις, δελτία

μέλους) των Τοπικών Οργανώσεων της «Ομόνοιας» ή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, επικυρωμένα στην συνέχεια από τις ανώτερες βαθμίδες της Οργάνω­σης και της Εξουσίας. Παραδόξως όμως, το Δελτίου που αποδεικνύει ότι εί­σαι μέλος της «Ομόνοιας», δεν ισχύει ως δικαιολογητικό ομογενούς. Γιατί άραγε; Η κρίση δική σας.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’60, αρχές του ’70, η πολιτική αφελληνισμού του καθεστώτος Χότζα, εντείνεται και επεκτείνεται σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η εν λόγω πολιτική στοχεύει κυρίως την παι­δεία, τον πολιτισμό, την πίστη, τα ήθη και τα έθιμα.

Η ορθόδοξη πίστη

Ο Χότζα στο 5ο Συνέδριο του Κόμματος, διακηρύττει την Αλβανία, «το πρώτο αθεϊστικό κράτος εις τον κόσμο». Με το Ν. Δ. 4337 της 13ης Νοεμ­βρίου 1967, καταργείται και τίθεται εκτός νόμου κάθε μορφή θρησκευτικής λατρείας, κάθε εκδήλωση πίστεως. Κλείνονται οι χώροι λατρείας, αποσχημα­τίζονται οι κληρικοί, διώκονται όσοι αντιστέκονται, κατάσχονται οι εκκλη­σιαστικές περιουσίες, μετατρέπονται οι Ναοί σε στάβλους, φυλακίζονται οι ανυπότακτοι, αναπτύσσεται έντονη αντιθρησκευτική προπαγάνδα.

Η κατάργηση της θρησκείας ήταν για το ελληνικό στοιχείο της Αλβανίας, ένα από τα μεγαλύτερα πλήγματα που υπέστη (αν όχι το μεγαλύτερο), κατά την διάρκεια της κομμουνιστικής δικτατορίας, καθώς η Ορθοδοξία πάντοτε αποτελούσε κύριο συστατικό της εθνικής ταυτότητας.

Ο χρόνος απέδειξε πως η πίστη των Βορειοηπειρωτών ήταν πιο ισχυρή από τα νομικά διατάγματα των κομμουνιστών. Κρυπτοχριστιανοί και αποσχηματισθέντες ιερείς με πάσα μυστικότητα, εκτελούν στα σπίτια τους την Θεία Λειτουργία με κίνδυνο της ζωής τους. Ιερά σκεύη, εικόνες και βιβλία κρύβονταν και δεν παραδίδονταν στις κρατικές αρχές. Από την παιδική μου ηλικία, έχουν μείνει στην μνήμη μου δύο γεγονότα που καθρεπτίζουν τα προαναφερόμενα.

Ένα πρωί, δεν είδα στο εικόνισμα της Εικόνα της Παναγίας. Σκέφθηκα πως είχε παραδοθεί να καεί (συνηθίζονταν εκείνες τις ημέρες τέτοια φαινό­μενα). Δεν είχε συμβεί όμως κάτι τέτοιο. Μετά από 23 χρόνια ξαναείδα την ίδια εικόνα στην θέση της. Είχε φροντίσει για αυτό η καλή μου η γιαγιά. Η γιαγιά μου δεν ζει πια. Μας άφησε κληρονομιά την Εικόνα της Παναγίας, την Μεγάλη Καρδιά και την Μεγάλη Πίστη. Θυμάμαι επίσης την κρυφή βάπτιση στο σπίτι, με παπά χωρίς μούσι, της εξαδέλφης μου. Σίγουρα πολλοί συμπα­τριώτες μου έχουν πιο δυσάρεστες εμπειρίες. Αναφέρομαι σ’ αυτές τις εμπει­ρίες με στόχο την προβολή των σημερινών προβλημάτων, γιατί πιστεύω πως η χθεσινή αδικία σε βάρος των Βορειοηπειρωτών, γενικώς και ειδικά στον τομέα της πίστεως, δημιουργεί σήμερα για τους ίδιους απαράδεκτες ταλαι­πωρίες. Ολόκληρο Γολγοθά πέρασε η εξαδέλφη μου, που είχε βαπτισθεί κρυ­φά, για να στεφανωθεί στην Ελλάδα (απαιτείτο το έγγραφο βαπτίσεως!).

Οι άνθρωποι του πνεύματος στην Ελλάδα, γνωρίζοντας τις συνθήκες, υ­πό τις οποίες οι Βορειοηπειρώτες κράτησαν την πίστη τους, χωρίς να παραλείψουν το «καθώς πρέπει», ας είναι πιο «απλοχέρηδες» (κάνω την παρατή­ρηση με κάθε επιφύλαξη).

Σήμερα η Ορθοδοξία στην Αλβανία, γνωρίζει μια έντονη αναγεννητική πνοή. Αυτό οφείλεται στην βαθιά πίστη των Βορειοηπειρωτών και όλων των Ορθοδόξων, αλλά και στον αποστολικό ζήλο του Αρχιεπισκόπου κ. κ. Αναστασίου, που φροντίζει για την ανασυγκρότηση εκ βάθρων της Εκκλησίας. Αισθάνομαι αδυναμία (δεν είμαι ειδικός) για να εκφράσω απόψεις όσον αφορά τους σημερινούς προβληματισμούς (εκκλησιαστική περιουσία, σύν­δρομο καχυποψίας, κ.λ.π.) της Ορθοδοξίας στην Αλβανία, ωστόσο νοιώθω πως το μεγάλο πρόβλημα είναι ο ξεριζωμός. Δεν αρκούν μόνο οι εκκλησίες για να σωθούν τα χωριά από την εγκατάλειψη. Παράλληλα, απαιτείται ισχυ­ρή οικονομική ανάπτυξη.

Η παιδεία

Η εκπαίδευση των Βορειοηπειρωτών γινόταν κυρίως στην Αλβανική γλώσσα. Τα σχολικά βιβλία ήσαν μεταφράσεις των Αλβανικών και οι μαθη­τές διδάσκονταν μόνο την Αλβανική ιστορία και πολιτισμό.

Το παιδαγωγικό σύστημα ήταν σχεδόν αποκομμένο με οτιδήποτε έχει σχέ­ση με την Ελλάδα. Κάποιες αναφορές στην Ελληνική αρχαιότητα, στο Βυζά­ντιο, την επανάσταση του ’21 κ.λ.π. γίνονταν με ανακριβείς τρόπους. Για του λόγου το αληθές, πρέπει να τονίσουμε πως οι Έλληνες που ζούσαν στην λε­γάμενη «μειονοτική ζώνη», είχαν ορισμένα βασικά δικαιώματα, όπως τετρα­ετή φοίτηση σε Ελληνικά Δημοτικά Σχολεία, ενώ από την πέμπτη μέχρι την ογδόη τάξη, διδάσκονταν τα Ελληνικά ως ξένη γλώσσα. Υπήρχε μόνο μία Παιδαγωγική Ακαδημία στο Αργυρόκαστρο, από την οποία αποφοιτούσαν Δάσκαλοι για τα Ελληνικά Μειονοτικά Σχολεία. Κυκλοφορούσε στα Ελληνι­κά η γνωστή Εφημερίδα «Λαϊκό Βήμα», άσχετο εάν μετέφερε την γραμμή του Αλβανικού Εργατικού (Κομμουνιστικού) Κόμματος. Έχω την άποψη πως οι Βορειοηπειρώτες διανοούμενοι, κυρίως οι Δάσκαλοι εκμεταλλεύθηκαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αυτά τα δικαιώματα, για να κρατήσουν ζωντανή την Ελληνική γλώσσα και όχι μόνον. Από τα 35 χρόνια της ζωής μου στο Κομμουνιστικό Καθεστώς, τα 20 τα πέρασα στα θρανία (υπολογίζω εδώ και τις μεταπτυχιακές σπουδές μου), μόνο τα 4 πρώτα διδάχθηκα την μητρική μου γλώσσα, την Ελληνική. Θα με συγχωρήσουν οι Έλληνες αναγνώστες για ό,τι αδυναμίες θα παρατηρήσουν στα ελληνικά μου.

Εγώ, ωστόσο, οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ στους Δασκάλους του Δημοτικού, που με έμαθαν να γράφω και να διαβάζω Ελληνικά. Παίρνω το θάρρος να προτείνω στην Ελληνική Πολιτεία, να αναγνωρίσει εμπράκτως την μεγάλη προσφορά των Δασκάλων της Ελληνικής Γλώσσας στην Αλβανία.

Οι σημερινές θετικές αλλαγές (κάποιες βελτιώσεις στα προγράμματα εκπαίδευσης, καθώς και η λειτουργία τριών Ελληνικών Σχολείων στις πόλεις Αργυρόκαστρο, Άγιοι Σαράντα και Δέλβινο, που δεν υπήρχαν) πιστεύω δεν καλύπτουν τα μεγάλα κενά που δημιούργησε ο ξεριζωμός των Βορειοηπει­ρωτών από τις εστίες τους. Εύχομαι να έχω κάνει λάθος, θεωρώ όμως πως το εκπαιδευτικό σύστημα στον χώρο της Ε. Ε. Μ. στην Αλβανία είναι υπό κατάρρευση. Συνολικά στους τρεις Νομούς (Αργυροκάστρου, Δελβίνου, Αγίων Σαράντα) έχουν κλείσει 15 σχολεία, στα πρόθυρα κλεισίματος είναι πάνω α­πό 30, τα περισσότερα υπολειτουργούν.

Όσους μαθητές έχει σήμερα ο Νομός Δελβίνου (195) είχε πριν μία δεκα­ετία μόνον το χωριό μου. Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους.

Τα ονοματεπώνυμα

Οι σημερινοί τριαντάρηδες Βορειοηπειρώτες στην πλειοψηφία τους δεν έχουν ορθόδοξα ονόματα. Το γεγονός αυτό οφείλεται στην πολιτική αφελληνισμού του καθεστώτος Χότζα. Στις 23 Απριλίου 1971 με το Ν. Δ. 5359 «περί αλλαγής ακατάλληλων ονομάτων και επωνύμων», το κομμουνιστικό καθεστώς επεδίωξε όχι μόνο την αλλαγή των τοπωνυμίων και των αρχαιολογικών ευρημάτων (τα οποία «βαπτίσθηκαν» Αλβανικά) αλλά προσδιόριζε και τα αν­θρώπινα ονόματα.

Αυτή η γενιά των Βορειοηπειρωτών, ήλθε στην Ελλάδα με αλβανικοποιημένα τα ονόματα. Με αυτά τα ονόματα νομιμοποιήθηκε. Άρχισε εργασία, α­πέκτησε βιβλιάρια ενσήμων, βιβλιάρια υγείας και καταθέσεων, υπέγραψε συμφωνίες και φορολογικές δηλώσεις και ούτω καθ’ εξής. Στην πορεία, αυτά τα παιδιά αισθάνθηκαν χρέος τους (ήταν πια ελεύθερα να το πράξουν) να γυ­ρίσουν στις ρίζες τους. Βαπτίσθηκαν. Άλλαξαν όνομα. Δια μέσω της δικαστι­κής οδού, το αλλαγμένο όνομα νομιμοποιήθηκε από το Αλβανικό Κράτος. Δυ­στυχώς, άρχισε η ταλαιπωρία με τις Ελληνικές Υπηρεσίες. Σε πολλές περι­πτώσεις δεν αναγνωρίζεται η νομιμοποιημένη αλλαγή, υπάρχει καχυποψία για πλαστογράφηση, κ.λ.π. Είναι τέτοιου μεγέθους η ταλαιπωρία που πολλοί για να την αποφύγουν, επέλεξαν να κρατήσουν το όνομα του «θείου Ενβέρ» στα επίσημα έγγραφα, ανεξαρτήτως αν έχουν βαπτισθεί. Είναι αδύνατον να περιγράψω τον Γολγοθά των ταλαιπωριών των συμπατριωτών μου, αμέτρητες οι περιπέτειές τους. Η άποψή μου είναι πως η Ελληνική Πολιτεία, κάθε Κρα­τική Υπηρεσία, κάθε παράγοντας της Ελληνικής Κοινωνίας, Κοινωνικά Ιδρύ­ματα, Εκκλησιαστικές Οργανώσεις, τα Μ. Μ. Ε. δεν αρκεί να διατυπώνουν το τι πέρασε ο Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου στην διάρκεια της Κομμουνι­στικής Δικτατορίας, αλλά να βοηθήσουν έμπρακτα για την λύση των σημερι­νών προβλημάτων, πολλά από τα οποία πηγάζουν από την τότε πολιτική αφελληνισμού.

«Ομογενής», Αύγουστος, Σεπτέμβριος 2000

Γιώργος Μύτιλης