Τσάβο Κολοβός και Μέτε Ντούτσες

Τσάβο Κολοβός και Μέτε Ντούτσες

Του Αλεξ. Χ. Μαμμόπουλου

Ο αγάς της Λεφτοκαρυάς των Φιλιατών, ο Μέτε Ντούτσες ζωοκλέ­φτης, κλεφταποδόχος και τύραννος των χριστιανών, τζελεπτζής και τοκο­γλύφος εσκότωσε μέσα στη στρούγγα τον Τσάβο Κολοβό, αμούστακο παλληκάρι από τη Σωτήρα προ του 1912.

Ο X. Χρηστοβασίλης τον ελληνοδιώχτη αυτόν έχει ήρωα στο περί­φημο διήγημά του «Το κρανίο που χρωστούσε».

Μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου μούλωξε ο Μέτε Ντούτσες, μα σαν ήρθε η πρόσκαιρη ιταλική κατοχή της Ηπείρου, το 1917, ο Μέτες εσήκωσε και πάλι κεφάλι και μπήκε στην υπηρεσία του κατακτητού. Μετά την αποχώρηση των Ιταλών, μη μπορώντας πια να σταθεί, πέρασε στην Αλβανία. Όμως εκεί τον βρήκε ο αλάστωρ Βασίλειος Κολοβός κι άπλωσε επάνω του το τιμωρό χέρι, στις 25 Μαρτίου 1917, κάτω από το Μαρκάτι του Δελβίνου.

Τα περιστατικά του μας τα δίνει το παρακάτω λαϊκό τραγούδι που τραγουδιέται στα χωριά του Δελβίνου: 

Μες στις εικοσιπέντε του Μάρτη
από κάτω από το Μαρκάτι
έγινε το εντικάτι
κρίτσισε το μαλιχέρι
απ’ του Κολοβού το χέρι.

Κολοβός με τα παιδιά του
κι ο Χαρίλαος κοντά του
σκότωσαν το Μέτε Ντούτσε.
Σκούζει ο Μέτες και φωνάζει
και τον αδερφό του κράζει:
-Τρέχα, Κάσο, παλληκάρι,
τι μου πήραν το κεφάλι
να το βάλουν στο παλούκι
να τρομάξουν όλοι οι Τούρκοι.

Σκούζει ο Μέτες και φωνάζει,
και τον αδελφό του κράζει:
-Μωρέ Μέτε παλληκάρι
της Αρβανιτιάς καμάρι
και της Τσαμουργιάς κεφάλι,
πο ’καμες αυτό το λάθο
κι’ έπεσες σ’ αυτό το λάκκο.

Αδιάκοπη προτροπή να παρθεί το αίμα

Ο άγραφος των προγόνων νόμος πάνω στα ζητήματα του αίματος είναι άγρυπνος. Τον τηρούν με θρησκευτική ευλάβεια. Κάθε βράδυ η γριά μάνα του σκοτωμένου βάζει μαζί με τ’ άλλα στο τραπέζι ένα άδειο σα­χάνι του σκοτωμένου, που λείπει.

– Κοιτάτε! – λέει στους άλλους υιούς της: -Ο έρημος δεν τρώει!

Είναι αυτό μια αδιάκοπη προτροπή να φροντίσουν να πάρουν το αίμα πίσω και γινόταν κάθε βράδυ μήνες και χρόνια, ώσπου να το πάρουν, ώσπου το φιλότιμο γιγάντωνε κι απόδιωχνε τον προσωπικό φόβο.

Έτσι ένοχοι κι εκδικηταί είναι πάντα με το όπλο στο χέρι. Φυλάνε και φυλάγονται. Πότε περπατούν στο δρόμο, πότε κάτω απ’ αυτόν και πότε από πάνω, αναλόγως των υποτιθεμένων κινδύνων, που άξαφνα μπο­ρούν να παρουσιαστούν.

Ο Μήτρο – Παπαδήμας από τη Νίβιτσα είχε χασμιλίκι με κάτι Βρανισταίους από το Βρανίστι της Αυλώνος. Μαζί με τον Κυρίτση (Κυριάκο) Πάλλη στα 1897 εσκότωσε έναν απ’ αυτούς. Στα 1912 οι Βρανισταίοι ήρθαν στο Δέλβινο, οπού εργάζονταν ο ανεψιός του φονιά Βαγγέλη Πα­παδήμας να πάρουν εκδίκηση. Όμως για να φτάσουν έπρεπε να περάσουν από το Βούνο της Χειμάρρας. Εκεί ήταν η φιλική των Παπαδημαίων οικογένεια των Νουσαίων. Αγγελιοφόρος έτρεξε νυχτόημερα κι έφερε την είδηση.

– Φυλαχτείτε. Τόσα τουφέκια πέρασαν!

Περιπτώσεις αναστολής

Ο αιματηρός κύκλος κόβεται και γίνεται εκεχειρία, όταν ο φονιάς- συνοδεύεται από γυναίκα. Επίσης σε καιρό πολέμου. Τότε συμπολεμούν- πλάι – πλάι οι εχθροί, οι χωρισμένοι με αίμα.

Ο Κυρίτσης (Κυριάκο) Ντούκας από τη Νίβιτσα είχε χασμιλίκι με τους συγχωριανούς του Ρωσσαίους.

Ο Κυριάκο Ντούκας κι ο Πέτρο Ρώσσης πολέμησαν αδελφικά σαν αντάρται το 1912, στην απόβαση του Μέξη στους Αγίους Σαράντα.

Μετά το τέλος των εχθροπραξιών έληξε η αναστολή και οι Ρωσσαίοι. ειδοποίησαν τη δημογεροντία και κείνη με τη σειρά της τους Ντουκαίους να λάβουν μέτρα ασφαλείας. Ύστερα από ένα μήνα ο Ρώσσης εσκότωσε το Ντούκα και πήρε το δίκιο του αδελφού του, που είχε σκοτώσει εκείνος.

Από τους άγραφους νόμους του αίματος δεν συγχωρείται ο φόνος, εχθρού που συνοδεύεται από γυναίκα.

Οι νόμοι όμως καμιά φορά δεν τηρούνται. Έτσι έγινε απόπειρα εκδικήσεως εναντίον φονιά, που συνοδεύονταν από την έγκυο γυναίκα του. Η απόπειρα απέτυχε και ο λογαριασμός ως προς εκείνον έκελισε. Όμως η έγκυος από τους πυροβολισμούς απέβαλε και το αποβληθέν ήταν αρσενικό (όπλο). Ο αδικημένος προσφεύγει στο συμβούλιο των μπαϊρακίων (επαρ­χιών). Εκεί μπαίνει το ερώτημα: Αποβάλλει έγκυος από πυροβολισμούς;

Στην ίδια θέση και από την ίδια απόσταση, όπως έχουν περιγραφεί τα περιστατικά, ρίχνονται ισάριθμοι πυροβολισμοί κοντά σε στόχο, όπου είχε τοποθετηθεί ένα καζάνι βρασμένο γάλα, που κρύωνε και έπιανε τσίπα. (πέτσα).

Οι σοφοί δώδεκα μπαϊρακτάρηδες της Μαλαισίας έκριναν ότι αν σπάσει η τσίπα από τους πυροβολισμούς, τότε είναι δυνατόν να πέσει και το έμβρυο. Και έσπασε και δικαιώθηκε να ζητήσει αίμα ο προσφυγών διότι, έχασε αρσενικό μέλος της οικογένειας (όπλον). Η απόφαση της δημογε­ροντίας ήταν τελεσίδικη.

– Το σφράγισε η δημογεροντία, το σφράγισε ο Θεός!

Η σύνεση των γερόντων και η βαθειά γνώση των εθίμων τού τόπου ήταν εγγύηση ορθής απονομής δικαιοσύνης. Έτσι οι αποφάσεις κατά κανόνα ήταν δίκαιες.

-Χέρι που κόβει η δωδεκάρα (δημογεροντία) δεν πονάει.
* *

Ένας φονιάς κάποτε στο Κηπαρό κυνηγημένος πρόλαβε και κρύφτηκε στο σπίτι του, στην πατρογονική εστία ικέτης ασφαλής. Του εκδικητού το χέρι δεν επιτρεπόταν να απλωθεί μέχρις εκεί. Αν έβγαινε, κινδύνευε, γιατί ή ελεύθερα κυκλοφορία του εσήμαινε ατιμία και πρόκληση για τούς συγγενείς του σκοτωμένου και προ πάντων για τον πιο άξιο απ’ αυτούς, που για την παλληκαριά του συγκέντρωνε την προσοχή ολονών και έπρεπε να πάρει εκδίκηση. Όμως αυτός ό αυτοπεριορισμός του φονιά τραβούσε μάκρος… ενώ οι δουλειές τον καλούσαν να βγει! Τότε έβαλε μεσολαβητή, τον πρόεδρο τού χωριού και εζήτησε… άδεια από τον εκδικητή του ένα – δυο μήνες για να τελειώσει τις δουλειές του. Έτσι ό εκδικητής με τού κοι­νού γνωστού και φίλου τη μεσολάβηση έδωκε . . . αναστολή, αλλ’ όχι αμνηστία!

Εκδίκηση για λόγους τιμής

Στην περιοχή πού περιγράφομε περιστατικά της, η γυναίκα είναι σεβαστή σαν αδύνατο πλάσμα. Όλοι τη σέβονται και κανείς δεν καταδέχεται να την πειράξει. Το αντίθετο είναι ανανδρία και η ανανδρία δεν συγχωριέται.

Όμως η ερωτική ορμή μπορεί να οδηγήσει ένα νέο τσιομπάνο, τραγόποδα Πάνα της άγριας εκείνης περιοχής, στην άνανδρη παράβαση του άγρα­φου νόμου, στην πράξη του βιασμού. Και τότε δεν σπέρνεται μόνο ο άνομος καρπός, μα και το αδυσώπητο «χασμιλίκι».

Ο βιαστής είναι προγραμμένος είτε από τους συγγενείς της νέας, είτε και απ’ αυτήν την ίδια, πού εκδικείται επί τόπου, όταν μπορεί, σκοτώ­νοντας το βιαστή της με σκληρότητα Δαναΐδας. Κόβει τότε τη φύση του σκοτωμένου βιαστού της. Σ’ αυτή τη στάση τον βρίσκουν οι συγγε­νείς και συντοπίτες του. Η πράξη αυτή σφραγίζει τη συνέχεια της βεντέτας, βάζοντας τελεία και παύλα.

Κανείς απ’ τους συγγενείς του σκοτωμένου δεν δικαιώνεται στα μάτια των άλλων να συνεχίσει το «χασμιλίκι», τη βεντέτα.

* *

Ό πολυσέβαστος φίλος μου, κ. Ευριπίδης Σούρλας, Διευθυντής του Πενταταξίου Διδασκαλείου των Ιωαννίνων, ο φωτισμένος κι ακάματος Δάσκαλος, με την ευκαιρία όσων έγραψαγια τα Λιαπάκια (τα παιδιά των Λιάμπιδων) που κλέβουν, σαν τα αρχαία Σπαρτιατόπουλα, πραμάτειες στο μεγάλο Δευτεριάτικο του Αργυροκάστρου παζάρι, θυμήθηκε κάτι ανά­λογο, που γινόταν άλλοτε στο Παζαρόπουλο της Κόνιτσας και είχε την ευγένεια να μου το σημειώσει.

Στην Κόνιτσα και γύρω απ’ αυτήν κι ως το Λεσκοβίκι, ήταν μόνιμες εστίες γύφτων. Αυτά τα παιδιά του ήλιου, που ούτε σπέρνουν, ούτε θερί­ζουν, αλλά γυρίζουν σαν τα πετεινά του ουρανού πίσω από τούς θεριστάδες για να βρουν κάνα ριγμένο αστάχυ, πέφταν κοπαδιαστά στο Παζαρόπουλο της Κόνιτσας, πουλώντας κόσκινα και σίτες, γουδιά και μύλους του καφέ και ήλεγαν στους ανθρώπους τα μελλούμενα.

Ξέκοβαν τα γυφτόπουλα και έτρωγαν λαίμαργα με τα ζωηρά τους μαύρα μάτια – χάντρες εβένινες καρφωμένες επάνω σε χάλκινο φόντο – τις πολύχρωμες των πραματευτών πραμάτειες.

Και κάπου κλέβαν και κάποτε ο πραματευτής, για κακοτυχία τους, τα ’πιανε.

Εκεί απάνω στο δαρμό και στα κλήματα, έφτανε ο γύφτος πατέρας του, που δεν το ’χε χάσει ποτέ από τα μάτια του, κι έμπαινε στον καυγά: λέγοντας στον έμπορο:

-Στάκα – στάκα, μη του κόβεις τη φόρα του παιδιού, γιατί τώρα, πρωτοβγαίνει στο ζανάτι! και να στα πληρώσω πόσα κάνουν!

Στο εξώφυλλο: Το παζάρι του Λεσκοβικιού.

Γιώργος Μύτιλης