ΦΙΛΙΠΠΑΣ ΛΙΤΣΙΟΣ: «Οι Αμαζόνες της Δερβιτσάνης»

ΦΙΛΙΠΠΑΣ ΛΙΤΣΙΟΣ: «Οι Αμαζόνες της Δερβιτσάνης»

(Σε θέση συνέντευξης)

Στο αντί προλογικό σημείωμα στο βιβλίου μου «Η αλήθεια σε αφήνει μόνον» με συνεντεύξεις έγραψα: «Δεν πρόλαβα την έβδομη συνέντευξη. Αυτή του Φίλιππα Λίτσιου. Στη σεμνή προσπάθειά μου, δεν συμπερίλαβα την ελεύθερη, τεκμηριωμένη ιστορική και γλωσσική του σκέψη, για «Το Χρονικό της Δρόπολης», την τεκμηριωμένη τολμηρή ανάλυση πάνω σε ζητήματα των ελληνο – αλβανικών σχέσεων, τις μελέτες για τα δικαιώματα της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας… Γιατί, σε βαθιά γηρατειά, έφυγε από τη ζωή. Αφήνοντας πίσω πλούσιο έργο. Με κατηγορηματικά σταθερό και συνεπή, όπως εκφραζόταν ο ίδιος, αντικειμενικό συμπέρασμα.

Για να καλύψω το κενό, δανείστηκα από το ημερολόγιο του Φίλιππα ένα απόσπασμα. Ίσως το καλύτερο. Με τίτλο: «Οι Αμαζόνες της Δερβιτσάνης», που το αξιοποιώ στο βιβλίο μου ως επίλογο ουσίας. Και τη φωτογραφία του, την τοποθέτησα στην κορυφή του εξωφύλλου, όπως του αρμόζει.

Απρίλης 1938. Μεγαλοβδόμαδο. Οι μεγάλοι του Κάστρου αποφάσισαν να δώσουν ένα γερό χτύπημα στη Δρόπολη. Οι πληροφορίες τους σωστές. Τα περισσότερα ζώα δεν ήταν καταγραμμένα. Αβάσταχτος φόρος το τζελέπι. Μα πού; Δεν άργησαν να διαλέξουν το στόχο. Τη Δερβιτσάνη. Το ακριτικό αυτό φρούριο της Ελληνικής Μειονότητας. Η ψυχή τους έβραζε από μια ανήκουστη ντροπή. Μπορούσαν να ξεχάσουν εκείνη την καταραμένη σχολική απεργία; Ποτέ! Γι’ αυτό, κάθε τόσο μαγείρευαν επεισόδια.

Η επίθεση στη Δερβιτσάνη. Ένα γερό χτύπημα! Ένα καλό μάθημα σ’ όλους τους Δροπολίτες. Να γίνει έτοιμη η ομάδα κρούσης! Ενάντια στη Δερβιτσάνη! Γιατί απ’ εδώ ξεκίνησε η σχολική απεργία. Απ’ εδώ στάλθηκε το υπογεγραμμένο υπόμνημα στο Προξενείο Αργυροκάστρου.

Ήταν η Γαρούφω Μίγιου. Αληθινή αμαζόνα! Στην ανάγκη μπορούσε να παλέψει και με δέκα τζαντάρηδες. Να τους ξέσχιζε και με τα δόντια! Αποφασισμένη να μην αφήνει κανέναν να ψάξει στο πιο κρυφό μέρος του κορμιού της. Ναι! Αυτή δεν γνώριζε το νόημα της λέξης φόβος. Και το υπόμνημα πήγε στον προορισμό του.

Μεγάλη Παρασκευή. Νωρίς το πρωί, με τα ξημερώματα, 15 οπλοφόροι μ’ επικεφαλής έναν υπολοχαγό κι έναν επιλοχία, έζωσαν σε σχήμα μισοφέγγαρου το χωριό. Τα ζωντανά συγκεντρώνονται σε τρία σημεία, για να ξεκινήσουν για τον κάμπο. Εμποδίζονται όλοι, που με τ’ άλογά τους, τις φοράδες και τα γομάρια τους πήραν το δρόμο για τις ανοιξιάτικες γεωργικές δουλειές. Σε λίγο δόθηκε η διαταγή στους γελαδάρηδες και σ’ όλους τους χωριανούς, να οδηγήσουν τα ζώα τους στο Παραλίβαδο. Δίπλα στο νεκροταφείο, απ’ όπου αρχίζουν τ’ αμπέλια του χωριού. Διαταγή βασιλική και τα σκυλιά δεμένα.

Όλοι μυρίστηκαν το κακό. Βουρκωμένη μέρα με ξάστερο ουρανό. Οι μαχαλάδες του χωριού, ως ψηλά στη Σπανθιά, την Κουκούλια και την Παλιουριά, βούιζαν. Ακράτητες κραυγές από τα βάθη της ψυχής των ανθρώπων. Μεγάλων και μικρών. Ήταν το συσσωρευμένο μίσος των αιώνων. Το μίσος ενάντια στους μπέηδες και τους αγάδες, που ρουφούσαν τον ίδρο και το αίμα του κοσμάκη. Το μίσος ενάντια στα όργανα που ήταν στη δούλεψή τους και τους προστάτευαν. Ενάντια και σ’ αυτόν που οι ίδιοι τον ανακήρυξαν βασιλιά και που, εκτός το μουστάκι του, δεν άξιζε μια δεκάρα σαν άνθρωπος και κυβερνήτης τούτου του ρημαγμένου και ξεχασμένου τόπου.

Οι μαχαλάδες βούιζαν. Ένας συγκρατημένος φόβος πλημμύριζε στα σωθικά των ανθρώπων. Και η αγανάκτηση φούντωνε τις βλαστήμιες, τις κατάρες, την αντεκδίκηση. Από παντού ακούονταν μεγαλόστομα:

– Δεν αφήνουμε τα σκυλιά να μας πάρουν τα ζώα!

– Θα ξεσηκωθούν οι άντρες και θα τους βάλουν μπροστά με τα βουκέντρια και θα τους ξεσπορίσουν!

– Να χιμήξουμε όλοι καταπάνω τους!

– Να τους σπάσουμε τα κεφάλια με τα γρουμπούλια!

Και τι δεν ακούγονταν σε κάθε γωνία του χωριού. Γενική αναστάτωση.

Στο σχολείο συνεδρίαζε η επιτροπή του χωριού. Μαζί της και κάμποσοι μεσήλικοι και πεπειραμένοι γέροντες. Στόχευαν να συνταιριάσουν την παλικαριά με την μυαλοσύνη. Και γι’ αυτό είχαν μια αλησμόνητη κληρονομιά. Τους την είχαν αφήσει παρακαταθήκη οι προσπαππούδες τους. Τόσοι και τόσοι αγωνιστές πολλών αιώνων. Μα και τρεις μεγάλες προσωπικότητες: Ο Κώστας Ντάκος, ο Κυριάκος Λίτσιος και ο Νάσιος Μήλος. Και οι τρεις τους απόφοιτοι της Μεγάλης του Γένους Σχολής του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη. Σχολή που ήταν αληθινό Πανεπιστήμιο γλωσσολογίας.

Είναι αυτοί, που μαζί με άλλους συμπατριώτες τους, για δεκάδες χρόνια του 19ου και 20ου αιώνα, δίδαξαν τη μητρική γλώσσα και διατήρησαν άσβηστη τη φλόγα του ελληνικού πνεύματος στα χωριά της Δρόπολης. Είναι αυτοί που έξω από το σχολείο δασκάλευαν και τους μεγάλους. Με τους Μαραθωνομάχους και τους Σαλαμινομάχους! Με το Λεωνίδα και τους 300 των Θερμοπυλών!… Με τους ήρωες της Μεγάλης Επανάστασης του 1821! Που τους δίδασκαν τις ηθικές αρετές. Που τους φώλιαζαν στην καρδιά τους τα μεγάλα ιδανικά της λευτεριάς! Και της ανεξαρτησίας! Και η μυαλοσύνη τους έχει ρίξει ριζάρια, που βλάστησαν κι άνθισαν στους αδιάκοπους αγώνες…

Το επιτελείο συνεδρίαζε στο σχολείο. Πόσες γνώμες! Πόσα σχέδια! Ώρες ολάκερες!… στο διάστημα αυτό εκείνοι που είχαν απόδειξη καταγραφής, πήγαν και πήραν το ζώο τους. Κι αυτοί ήταν πολλοί λίγοι. Τα περισσότερα ζώα, περικυκλωμένα στο Παραλίβαδο, μούγκριζαν λυπητερά!!!…

Μεσημέρι. Το επιτελείο συνεδρίαζε ακόμα. Οι στιγμές κρίσιμες!… Τότε σηκώνεται στο πόδι ο Μήτσος Σταμούλης. Ένας από τους λίγους εξόριστους στην Κρούγια, εξαιτίας της σχολικής απεργίας. Τετραπέρατος. Με πέντε τάξεις Δημοτικού, μα που μπορούσε να τα βγάλει πέρα και με τους καλύτερους δικηγόρους, σαν το Βασίλη Ζιώγκο και το Γιάννη Διαμάντη Ο πιο διακεκριμένος πρόεδρος της Δερβιτσάνης! Ένα αξέχαστο ταλέντο της γενιάς μας! Μπορούμε να πούμε άφοβα και του αιώνα μας!

– Ακούστε χωριανοί! – τους λέει. Ενάντια στους τζαντάρηδες να στείλουμε τις γυναίκες. Τους άντρες μπορεί και να τους πυροβολήσουν. Δεν ξέρουμε τι διαταγές έχουν! Μα τις γυναίκες δεν μπορούν να τις πυροβολήσουν ποτέ! Μάλιστα δεν θα το ‘χουν σκεφτεί καθόλου ένα τέτοιο στρατήγημα.

Όλοι ένιωσαν ένα ξαλάφρωμα της ψυχής τους. Συμφώνησαν μονομιάς. Και ποιες να διαλέξουν; Όλες τους αντρογύναικα. Αληθινές Αμαζόνες.

Η απόφαση του επιτελείου διαδόθηκε αστραπιαία σ’ όλο το χωριό. Και μονομιάς συγκεντρώνονται στην αυλή του σχολείου και της εκκλησίας τα αντρογύναικα!

-Φτάνουν 45 – ακούστηκε η αποφασιστική φωνή του προέδρου.

Πλησίασε η αποφασιστική στιγμή. Οι τζαντάρηδες τ’ απόγευμα άρχισαν να βάζουν μπροστά τα ζωντανά για το Αργυρόκαστρο. Η πρώτη φάση της μάχης άρχισε. Ανάμεσα στους τζαντάρηδες και τα ζωντανά που μούγκριζαν και χλιμιντρούσαν, πολεμώντας ενστικτωδώς ενάντια στη σφαγή τους. Έβλεπαν το χωριό τους, τους δρόμους, τα σπίτια τους. Και πισωγύριζαν.

Ντουφέκια και κέρατα σε πραγματική μονομαχία. Και όσο κινδύνευαν οι τζαντάρηδες, τόσο πιο πολύ τα χτυπούσαν με τα κοντάκια των ντουφεκιών τους. Τους φώναζαν, τα ‘βριζαν σαν να ήταν ανθρώπινες ζωές. Δεν ήξεραν πώς να ξεθυμάνουν. Ίδρωσαν! Βράχνιασαν!…

Οι τζαντάρηδες, με ανυπολόγιστη κούραση, μπόρεσαν να απωθήσουν τον εχθρό ως 150 – 200 μέτρα. Ανάμεσα στο Παραλίβαδο και τη Μεγάλη Μογκίλα. Απ’ τ’ αριστερά τ’ αμπέλια και δεξιά το ντερβένι και δίπλα του το ποτάμι.

Οι δημογέροντες του χωριού, αληθινό στρατιωτικό επιτελείο, αφού εξήγησαν των γυναικών όλο το σχέδιο της επίθεσης, έριξαν το σύνθημα:

-Γυναίκες, ξεκινάτε! Η νίκη είναι δική μας!

Και οι Αμαζόνες, οι περισσότερες με ξεπλεγμένα τα μαλλιά τους, πήραν το δρόμο για το Παραλίβαδο. Δεν ήταν περπάτημα, μα δρασκελιές! Τα πόδια τους χτυπούσαν δυνατά κι η γη ράγιζε κι έτριζε κάτω απ’ την πατησιά τους. Μα ποιος μπορούσε ν’ ανακόψει το Μεγάλο Λάκκο, που ξεχύθηκε με τη μεγάλη του ορμή σα θεομηνία, για να σωριάσει ό,τι έβρισκε μπροστά του.

Σε 3 – 4 λεπτά πλησίασαν στη μάχη των τζαντάρηδων με τα ζωντανά. Και πριν πάρουν μέρος σ’ αυτή, άρχισαν τα αλαλητά:

– Εεεε! Αφήστε τα ζωντανά μας!

– Κοκκίνηηη!…Μελισσηηή!…

Κι αυτά, σαν άκουσαν τη φωνή των νοικοκυραίων τους θάρρεψαν, μούγκρισαν μ’ όλη τους τη δύναμη κι άρχισαν να πισωγυρίζουν.

Αλαλαγμά και μουγκρητά πλημμυρίζουν τον αέρα! Αχολογάει στο βουνό και ο αντίλαλος κατακλύζει τον κάμπο, που πονούσε κι αυτός για τα ζωντανά του. Σ’ αυτό το κουρνιαχτό τραντάχτηκε και το νεκροταφείο. Κι ένας υπόκωφος θόρυβος σαν να ‘βγαινε από τα έγκατα της γης. Ράγισαν τα μνήματα κι από τις χαραματιές τους έβγαινε η βουή των     πεθαμένων, που θέλησαν να παρασταθούν στις κοπέλες τους και αδερφές τους, που αντρειωμένες αγωνίζονταν ενάντια στο θάνατο για τη ζωή!

Όλο το χωριό, από το σχολείο κι ως το σερτό του Καλόγερου, σχημάτισε την εφεδρική δύναμη. Μαζί με τους μεγάλους, έσμιξαν και οι μαθητές. Κανένας δεν πεινούσε! Κι όλοι με τις βροντερές φωνές τους, θάρρεψαν τις γυναίκες στη συμπλοκή τους με τον εχθρό. Και οι Αμαζόνες άκουγαν τον ήχο του χωριού, που ήταν ένα εγερτήριο σάλπισμα, για μια ιστορική νίκη.

Τώρα η μάχη έφθασε στο αποκορύφωμά της. Οι τζαντάρηδες επιτίθενται στις γυναίκες. Κι αυτές εφάρμοσαν τη στρατηγική του επιτελείου. Δεκαπέντε αντρογύναικα, σε σχηματισμό μάχης, παίρνουν την αριστερή πλευρά προς τ’ αμπέλια. Άλλες τόσες αραδιάζονται και προχωρούν από το δημόσιο προς τη Μεγάλη Μογγίλα. Οι υπόλοιπες δεκαπέντε αντιμετώπισαν τον εχθρό κατά μέτωπο στο κέντρο.

Εδώ, στο κεντρικό μέτωπο, δύνεται η αποφασιστική μάχη. Βροντερά και ατέλειωτα ξεφωνητά! Αναθέματα και βρισιές. Στα ελληνικά και στ’ αλβανικά. Δύο γλώσσες που στους ώμους αιώνες εξυπηρετούσαν την αλληλοκατανόηση, τη συνεργασία και τη φιλία ανάμεσα στους δύο λαούς, τώρα παίρνουν ένα εχθρικό νόημα. Γιατί έτσι το ‘θελαν οι αφεντάδες του τόπου.

Ένας τζαντάρης ορμάει και χτυπάει μια γυναίκα με το κοντάκι του ντουφεκιού στην πλάτη. Μα   αυτή δεν ένιωσε καθόλου πόνο. Γιατί ο πόνος για το      βιο, ήταν πιο δυνατός! Κι αμέσως σκύβει, αρπάζει       ένα γρουμπούλι, του το ρίχνει κατακέφαλα. Αν δεν έσκυβε, θα πήγαινε στον άλλο κόσμο. Μια άλλη γυναίκα έρχεται σε βοήθεια της.

Όταν στο κεντρικό μέτωπο γινόταν ένα μεγάλο μακελειό, οι άλλες γυναίκες από τ’ αριστερά και δεξιά σφίγγουν τον κλοιό και μπαίνουν μέσα στη μεγάλη κοπή, που σχημάτισαν τα ζώα του χωριού. Έτσι σχηματίζεται μια ακατάβλητη συμμαχία: νοικοκυράδων – ζωντανών.

Αρχίζει ένα πισωγύρισμα. Οι φωνές των γενναίων γυναικών και τα μουγκρητά των βοδιών και των  αγελάδων, λαχτάρησαν τον εχθρό. Τα ζωντανά, απειλώντας με τα κέρατά τους, σαν να ‘ταν αληθινά τεθωρακισμένα μηχανοκίνητα, έσπασαν μαζί με τις νοικοκυρές τους τη γραμμή και γυρίζουν στο χωριό. Καμιά δύναμη δεν μπορούσε να τα αναχαιτίσει. Οι περισσότεροι τζαντάρηδες, που μυρίστηκαν τον κίνδυνο, άρχισαν να παραμερίζουν πανικόβλητοι. Τρεις απ’ αυτούς, που δεν πρόλαβαν να ξεφύγουν, γονάτισαν, ακουμπώντας την πλάτη ο ένας στον άλλο και κράτησαν ορθά τα ντουφέκια πάνω από το κεφάλι, για να σωθούν. Όχι 15, μα 115 τζαντάρηδες κι αν ήταν, θα πάθαιναν την ίδια νίλα.

Το βουνό κι ο κάμπος αχολογούσαν από τις θριαμβευτικές φωνές των γυναικών, τα μουγκρητά των ζωντανών κι όλων των χωριανών. Τα ζωντανά με γοργά βήματα, γύριζαν για τα σπίτια τους. Και πίσω τους τ’ ακολουθούσαν οι Αμαζόνες με τις δρασκελιές τους.

Οι τζαντάρηδες, καταντροπιασμένοι, μαζεύτηκαν και κίνησαν για το Αργυρόκαστρο. Περπατούσαν με λυγισμένα γόνατα και σκυφτό το κεφάλι. Κανένας τους δεν τολμούσε ν’ ανοίξει το στόμα. Νεκρική σιγή. Μόνο μερικά κοράκια πέταξαν πάνω τους και με το κρα, κρα, κρα, θέλησαν να τους παρηγορήσουν. Με τα πολλά, ένας έξυπνος λιάμπης πλησιάζει τον υπολοχαγό και του λέει:

– Κύριε υπολοχαγέ! Ας μη το πάρουμε και       τόσο κατάκαρδα! Και τι να κάνουμε περισσότερο; Μήπως μας έδωσαν διαταγή να πυροβολήσουμε και τους δείχναμε εμείς! Γυναίκες ήταν!…

Ο υπολοχαγός ήταν απορροφημένος στις σκέψεις του. Και δεν άκουσε καθόλου τα λόγια του τζαντάρη. Ήταν ταπεινωμένος. Αυτός θ’ απολογούταν στους μεγάλους του Κάστρου. Πώς θα δικαιολογούσε τη μεγάλη τους ντροπή; Ταπεινώθηκαν από γυναίκες! Πω, πω!…Πω, πω!…

Οι νικητές, γυναίκες και ζωντανά, γύριζαν στο χωριό. Γύριζαν με το θρίαμβο της νίκης! Τα ζωντανά άνοιγαν τα μεγάλα τους μάτια, κουνούσαν την ουρά τους και μούγκριζαν χαμηλόφωνα, γιατί σώθηκαν από το σφαγείο. Ήθελαν με τη στάση τους αυτή να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους στις ατρόμητες νοικοκυρές τους. Και το καθένα πήρε το δρόμο του μαχαλά του και μπήκαν στα σπίτια τους και τα πανθιά τους. Με το δίκιο τους. Μια ολάκερη μέρα αγωνία και πείνα.

Στο χωριό πανζουρλισμός! Παλλαϊκή γιορτή. Βούιζαν οι μαχαλάδες και τα καφενεία. Πανηγύριζαν τη νίκη. Μια νίκη πρωτοφανή. Μια ανήκουστη νίκη. Οι σοφάδες του κάθε μαχαλά, που άκουγαν τις Κυριακές τα μελωδικά τραγούδια των γυναικών και των κοπελών, τώρα ακούν τις Αμαζόνες να εξιστορούν τόσα και τόσα επεισόδια της μάχης. Κι οι γριές συχνά τις διέκοπταν, λέγοντάς τους:

– Να μας ζήσετε!

– Τους ντροπιάσατε τους παλιοτζαντάρηδες!

– Εύγε σας!

– Μας τιμήσατε το χωριό!

– Αν τους βαστάει, ας ξανάρθουν!

Στον πλάτανο του χωριού, που σιμά του είχε το Χάνι και το καφενείο του Σταμούλη, τσούρμο κόσμος. Όχι μόνον τα τραπέζια, μα και όλοι οι γύρω σοφάδες γιομάτοι από άντρες και νέους. Χαρωπά πρόσωπα. Όλοι κάτι ήθελαν να πουν. Πιο συγκρατημένοι οι δημογέροντες του χωριού. Χαμογελούν περήφανα για το στρατήγημά τους. Απότομα επικράτησε μια πλέρια σιωπή. Σηκώθηκε ο μπαρμπα – Μήτσος με το ποτήρι στο χέρι. Κι αμέσως σηκώνονται όλοι και στα τραπέζια και στους σοφάδες. Ήταν μια συγκινητική στιγμή. Άκουσαν μόνον λίγες λέξεις. Λίγες λέξεις, που θα μείνουν αλησμόνητες σ’ όλη τους τη ζωή.

– Να ζήσουν οι Αμαζόνες της Δερβιτσάνης!

– Να ζήσουν! Αντήχησε σ’ όλο το χωριό.

Γιώργος Μύτιλης