Φορολογία-δικαιοσύνη

Φορολογία-δικαιοσύνη

Του Αλεξ. Χ. Μαμμόπουλου

Από το βιβλίο ΗΠΕΙΡΟΣ, ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ-ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΑ-ΕΘΝΟΓΡΑΦΙΚΑ

Τέταρτο μέρος

Στη Σωπική του Πωγωνίου

Ο Ρεφάτ Πούτος, Καστρινός είχε τα δέκατα της Σωπικής του Πω­γωνίου.

Ένα βράδυ είχαν μαζευτεί στου μουχτάρη το σπίτι, στου Παπαγιάννη, αυτός, μερικοί οικογενειακοί φίλοι και ο ντραγάτης Λιάμπης από το Προγονάτι. Ξεφλίζαν τό καλαμπόκι σιγοκουβεντιάζοντας. Ο αγάς τραβούσε ταμπάκο ήσυχος και κάθε τόσο φταρνιζόταν. Οι Σωπικιώτες κι αυτοί κάθε τόσο, σε κάθε φτάρνισμα, απαντούσαν εν χορώ:

– Εις υγείαν αγά μου!

Ο Λιάμπης καταλάβαινε βέβαια, πως μετά το φτάρνισμα ακολου­θούσε ευχή, μα δεν μπορούσε να την πει γιατί δεν ήξερε ελληνικά!

Έχομε πει πως οι αγάδες και σχεδόν όλοι οι μουσουλμάνοι του Αργυροκάστρου ’ξεραν ελληνικά για να συνεννοούνται με τους κολλήγους τους και συχνά τα καταφέρναν περίφημα.

Ο δραγάτης ερώτησε – έναν ιδιαιτέρως πως να πει κι αυτός την ευχή. Ο Σωπικιώτης δεν χάνει καιρό.

– Μόλις φταρνιστεί ο αγάς του λέει: να πεις σκασμός!

Στο επόμενο φτάρνισμα του αγά, συνεννοημένοι όλοι οι άλλοι, κανέ­νας δεν εμίλησε.

Ο Λιάμπης αμόλησε χαρούμενος την ευχή που του ’μαθαν και επροκάλεσε την οργή του αγά.

– Μωρασί (ψειριάρη) κ… φέρτε μου το δαυλί να τον βαρέσω!

Είδαν και ’παθαν να τον συγκρατήσουν.

Προσωπική εργασία (μπεντέλ ισασί)

Συχνά οι τιμαριούχοι αγάδες καταφέρανε και εξανάγκαζαν τον κόσμο σε προσωπική εργασία για την εκτέλεση δημοσίων έργων (γέφυρες, διαρρύθμιση κοίτης ποταμού για να μη ζημιώνει τα κτήματά τους, δρόμων κα­τασκευή κλπ.). Στην προσωπική εργασία έπρεπε να λάβουν μέρος τούρκοι και χριστιανοί. Τότε κάποιος σοφίζονταν και έκανε αναφορά (μαζάρι) και εγέμιζε κόλλες ολόκληρες με ονόματα αυτών που αγγαρεύονταν και πλάι έβαζε τη σφραγίδα. Οι σφραγίδες πουλιόταν έτοιμες στα καταστήματα μπακιρένιες και ’γραφαν Χασάνης, Μεμέτης, Σούλιος, Γιάννης, Κώστας. Η σφραγίδα είχε μεγάλη υπόληψη και όχι η υπογραφή. Άλλωστε ποιοι και πόσοι μπορούσαν να υπογράψουν;

Τα διαβήματα αυτά με τον όγκο τους συχνά έφερναν αποτελέσματα.

Οι Λιάμπιδες ούτε φόρους, ούτε αγγαρεία

Η ανυπότακτη Λιαμπουργιά χωρίς προνόμια ανεγνωρισμένα, φόρους- δεν επλήρωναν, στις αγγαρείες δεν επήγαινε. Είχε γίνει μια σιωπηρή σύμβαση ανοχής.

Όταν οι καούρηδες παραπονιόταν, γιατί αυτοί δεν πήγαιναν αγγαρεία, οι διοικητικοί υπάλληλοι είχαν πρόχειρη την απάντηση.

-Έδιν βίτσκα = Ρίχνουν κλωτσιές (σαν τα μουλάρια που φοβούνται να φορτωθούν, όταν είναι ανήμερα για να μη ρίξουν το φορτίο κλωτσώντας).

* * *

Τον καιρό της άζαπιάς (αναρχίας) στο Αργυρόκαστρο, άμα έπεφτε πιστόλι έκλειναν αμέσως τα εργαστήρια. Αν ’πιαναν τον κακούργο, τον πήγαιναν στο Ντουναβάτι στο δικαστήριο, που ήταν στον πλάτανο, κοντά στον τεκέ. Δικάζαν οι γερόντοι της κάθε συνοικίας εκλεγόμενοι με κλήρο. Η φυλακή ήταν το σπίτι του Μούσα Αγκόνη.

Στα δικαστήρια ’τρεχαν οι χριστιανοί. Οι τούρκοι δεν πηγαίνανε, διότι παίρνανε το δίκιο μόνοι τους. Μα και οι χριστιανοί στην εσχάτη ανάγκη καταφεύγανε, γιατί είτε φροντίζανε με μέσα να πάρουν από τον αδικητή τα χρήματά τους, είτε πολλές φορές προτιμούσαν και τ’ αφήνανε να χα­θούν για να μη δημιουργήσουν εχθρότητα (χασμ).

Οι Λιαζαρατινές στα 1912, όταν όλη η περιοχή είχε πλημμυρίσει από τα τουρκικά στρατεύματα, ’καναν δυο μήνες να πατήσουν στο Αργυρό­καστρο.

Σαν καθάρισε ο τόπος, προβάλαν κι αυτές. Οι έμποροι του Αργυροκάστρου τις ρωτούσαν.

– Τι γινήκαταν;

– Τι να κάνομε; Άμα απλώσουν οι μανόφριδες ( ‘λεγαν τους Ανατολίτες τούρκους) το χέρι και μας κάνουν καμιά ντροπή, που να τους βρούμε; Ενώ εσένα εδώ σ’ έχομε και παίρνομε το δίκιο μας – απαντούσαν οι Λιαζαρατινές, ψηλές κι άγριες ίσα με κει πάνω, όμοιες με άντρες, όμοιοι με τους ομηρικούς Λεστριγόνες.

Επισκοπικά δικαστήρια

Των οργανωμένων σιναφιών τις υποθέσεις σε μερικές περιφέρειες τις εδίκαζαν οι πρόεδροι των συντεχνιών (ισνάφι).

Τις διαφορές μεταξύ των χριστιανών τις δίκαζαν τα τοπικά επισκοπικά δικαστήρια.

Τόσο κύρος μάλιστα είχαν αποκτήσει τα εκκλησιαστικά δικαστήρια,, ώστε προσέφευγαν σ’ αυτά και τούρκοι.

«τοσούτον γενική δια του χρόνου η αναγνώρισης αυτών των εκκλη­σιαστικών δικαστηρίων ή κριτηρίων) ώστε και αυτοί οι Οθωμανοί πολλάκις εγκαταλείποντες τα ίδια δικαστήρια, τα δικαστήρια της αυθεντίας, ως πολλαχού εκαλούντο, προσέφευγον εις εκείνα, πεποιθότες ότι θέλουσιν εύρει πλιοτέραν δικαιοσύνην ή εν αυτοίς). (Ν. Μοσχοβάκη. «Το εν Ελλάδι δημόσιον δίκαιον επί τουρκοκρατίας», σελ. 58).

Στα ελληνικά χωριά οι ραγιάδες δεν ζύγωναν τα δικαστήρια του δυ­νάστου. Είχαν εμπιστοσύνη στα τοπικά τους δικαστήρια.

Η δωδεκάρα

Η δικαιοσύνη σ’ αυτά απενέμετο, όπως στην ομηρική εποχή, από την δωδεκάρα, το δωδεκαμελές συμβούλιο των γερόντων. Αυτοί καθόταν στο χαγιάτι της εκκλησίας ή πάνω στα μνήματα των προγόνων. Η διαδι­κασία ήταν απλή. Είχαν τέλεια άγνοια, φυσικά, των νομικών κανόνων. Εδίκαζαν με Σολομώντειο ψυχολογία. Έπαιρναν και αμοιβή δικαστική, ένα ζευγάρι ερίφια, ή άλλα πράγματα.

Και η Λιαμπουριά δεν δικαζόταν στα δικαστήρια, μα από δημογέροντες. Το δικαστήριο γινόταν στο Καρδίκι, στο Βάρι η Ζότιτ, (τον Τάφο του Κυρίου). Εκεί οδηγούσαν τον κλέφτη η το φονιά με πομπή. Άναβαν τρία κεριά εις ένδειξιν του Τρισυποστάτου. Αν ο φονιάς ή ο κλέφτης έσβηνε διαμιάς τα τρία κεριά ήταν αθώος, αν όχι, επέσυρε την τιμωρία των γερόντων σαν ένοχος.

Το ακυρωτικό είχε έδρα το Κούτσι.

Αν όμως βρισκόταν σερέτιδες = στρεψόδικοι ή οι ραγιάδες είχαν διαφορές με τουρκαλβανούς, που τους μετρούσαν εύκολα το μπόι τους, τότε προσέφευγαν και στα επίσημα δικαστήρια, στον Κατή, για πλημμελήματα.

Η ακροαματική διαδικασία και σ’ αυτά διεξήγετο σ’ όλην την Ήπειρο, στην ελληνική.

Ουδέποτε ο λαός εμίλησε την τουρκική γλώσσα. Μόνο στα ιεροδιδα­σκαλεία (μενδρεσέδες) εδιδάσκετο και στα κυβερνητικά γραφεία ομιλείτο.

Μέχρι τα 1886 η ελληνική ήταν γλώσσα και των δικαστηρίων. Τότε έμπασαν την τουρκική και μεγάλες δυσκολίες παρουσιάστηκαν, διότι ούτε ενάγοντες ούτε εναγόμενοι την καταλάβαιναν.

Τι μας είπε ο αφέντης ο Πρόεδρος;

Σε κάποια δίκη, αφού είχε τελειώσει η ακροαματική διαδικασία και ο Πρόεδρος εδιάβασε την απόφαση τουρκιστί, ο ενάγων χότζας γύρισε προς τον ελληνομαθή γραμματέα και τον παρεκάλεσε :

-Τι μας είπε ο αφέντης ο Πρόεδρος; Πες τα ψίχα ρωμαίικα να τα καταλάβομε και μεις! (Βλεπ. Ν. Νίτσου. «Περί της εν Ήπειρο κώμης Τσαμαντά» σελ. 248).

Χασάν Μπελιούσης: Παρών!

Είδαμε στα προηγούμενα τον Κατή του Αργυροκάστρου να επιβάλει σιωπή στην αίθουσα, στην ελληνική γλώσσα και όχι τυχαία, βέβαια, διότι το ακροατήριο ήξερε τη γλώσσα αυτή.

Αλλά και μετά την επιβολή της τουρκικής γλώσσας η ελληνική δεν υποχώρησε, αφοί οι τούρκοι (τουρκαλβανοί) δεν εγνώριζαν την τουρκική.

Και όταν ο πρόεδρος εκφωνούσε τα ονόματα των μαρτύρων, ο Χασάν Μπελιούσης μέσα από το ακροατήριο εξακολουθούσε ν’ απαντάει:

– Παρών!

** *

Όπου υπήρχε οργανωμένη και σοβαρή δημογεροντία επηρέαζε και βοηθούσε τα δικαστήρια της αυθεντίας.

Στα δικαστήρια δεν πήγαινε όποιος κι όποιος μάρτυρας.

Προ της δίκης «ορκίζονταν πέντε γνωστοί έμποροι για την αξιοπιστία των μαρτύρων, που είχε προτείνει τόσο η πολιτική αγωγή, όσο και η υπεράσπιση.

Αν κανείς από τους έμπορους εδίσταζε κι έλεγε:

– Ο θεός τον ξέρει! αποκλείονταν χωρίς άλλες διατυπώσεις.

Ύστερα απ’ αυτό άρχιζε η ακροαματική διαδικασία.

Αλλά και για τα αγορανομικά, ας πούμε στα κατοπινά χρόνια, οι γερόντοι επενέβαιναν στην απονομή της δικαιοσύνης.

Στο Αργυρόκαστρο συχνά ’καναν αιφνιδιασμούς στους φούρνους με την παλάντζα κρεμασμένη στον ώμο και ζύγιαζαν το ψωμί. Μάζευαν όλα τα ξίκικα και τα μοίραζαν στους φτωχούς και το πρόστιμο – πρόστιμο.

Τέλος

Γιώργος Μύτιλης