Φορολογία-δικαιοσύνη

Φορολογία-δικαιοσύνη

Του Αλεξ. Χ. Μαμμόπουλου

Από το βιβλίο ΗΠΕΙΡΟΣ, ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ-ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΑ-ΕΘΝΟΓΡΑΦΙΚΑ

Τέταρτο μέρος

Φορολογικά

Η στίμμα = ο φορολογικός κατάλογος περιλάμβανε όλα τα τακτικά τεκλίφια (φόρους). Μα έκτος από το γενικό φόρο (μαχτού) ήταν απειράριθμοι οι φόροι, που επίεζαν τον φορολογούμενο αναλόγως των διαθέσεων του κάθε σπαχή. Μόλις το 1839 με το Γκιούλ Χανέν Φίρμαν του Σουλτάν Μετζήτ κατηργήθη το άλλοτε σπαηλίκι κι έπειτα αγαλίκι – το τρίτο μέρος των καρπών.

Η εμφάνιση του τούρκου ήταν προάγγελος φορολογίας.

Έμεινε χαρακτηριστική η φράση.

– Του άγιου τάξιμο, μα του τούρκου δόσιμο!

Τζελέπι = προβατονόμιον

Στην περιοχή Αργυροκάστρου οι ταξιντάριδες πιέζαν έναν καούρη (χρι­στιανό) να πληρώσει το τζελέπι (φόρο των ζώων).

– Μήπως σκοπεύετε… να φύγετε; Είναι τόσο ανάγκη; Τότε να πουλήσω ένα κτήμα μου.

– Τι λες βρε κ … καούρη:

Ομόλογα (σενέτια)

Οι ταξιντάριδες με διαταγή του Δεσπότη και του Μουτεσαρίφη κλεινόταν μέσα όλη τη Μεγάλη Βδομάδα και ’βγαιναν την Κυριακή του Θωμά.

Τα φορολογικά μέτρα ατονούσαν καμιά φορά εναντίον χριστιανών, που είχαν ισχυρούς προστάτες μπέηδες ή αγάδες.

– Μη πειράζετε τον τάδε, γιατί έχει φίλο τον δείνα αγά.

Η προστασία ενός ισχυρού και σημαίνοντος αγά αποτελούσε αληθινή ευλογία για το χριστιανό.

Τα περισσότερα χωριά της Δρόπολης, ήταν τσιφλίκια των Καστρινών μπέηδων κι αγάδων. Αυτοί γύριζαν από το Σελκέρ Μπαϊράμι μέχρι το Κουρμπάν Μπαϊράμι, είτε συνάζοντας τα γεννήματα, είτε πουλώντας, είτε εισπράττοντας τόκους των χρημάτων τους, είτε τοκίζοντας.

– Πολλά τα έτη του αγά.

– Καλώς τον!

Ήξεραν όλοι ελληνικά – λίγο σπασμένα – γιατί τους χρειαζόταν για τις συναλλαγές τους. Πρόθυμα τοκίζαν και ’παιρναν οικογενειακά ομόλογα για σιγουριά και τα σταυρώναν «Υποσχόμαστε οικογενειακούς γυναίκες και παιδιά, μικροί και μεγάλοι».

Στα ομόλογα και στα συμβόλαια ’βαζαν απαραιτήτους και το αρνί της Πασχαλιάς σαν υποχρέωση. Τα ομόλογα (σενέτια) είχαν τόκο 9% το πάρα πάνω ήταν χαράμι.

– Οι ενοικιάσεις γινόταν στις 23 Απριλίου, τ’ Αγιωργιού.

Στο Νεφούζι κάθε γεννώμενος αρσενικός χριστιανός εχρεώνονταν με δυο μετζήτια.

– Τζιντζιρέ ήταν ο σημερινός φόρος των αμβύκων, κληρονομιά από τότε. Δεν φορολογούσε όμως το λίγο, μα το πολύ. Σταφύλια 300 οκάδες = 100 οκάδες κρασί από το Ερίντι έμενε αφορολόγητο. Σταφύλια 2.000 οκάδες από Πλεσσάτι πλήρωναν φόρο. Με το θάνατο τού οφειλέτου απεσβενύετο και κάθε οφειλή. Οι κληρονόμοι δεν πλήρωναν φόρους. Και σε περίπτωση ανέχειας αποδειγμένης φόρος δεν πληρωνόταν. Εκεί που δεν έχει, δεν παίρνει και ο Αλλάχ.

Ο Ασλάν Τζέκος αξιωματικός και ο Σερίφ Σέχου, σουφαρής πήγαν στη Ζαγοριά σε μια γυναίκα να εισπράξουν το νιζαμιέ (αντισήκωμα – στρα­τιωτική απαλλαγή προ του 1908).

– Χρωστάς τόσα γρόσια από νιζαμιέ, 2 μετζήτια το άτομο!

Η Ζαγορίσια σηκώνει με αγανάκτηση το αρσενικό παιδί, που κρατούσε στην αγκαλιά της και τους το πέταξε.

– Πάρ’ το παιδί! Οι γυναίκες δεν πληρώνουν νιζαμιέ.

Και τα οπωροφόρα στη δεκάτη

Στο φόρο της δεκάτης υπάγονταν και τα οπωροφόρα δένδρα. Κάθε ρίζα επλήρωνε 5 γρόσια το χρόνο.

Οι δεκατάρηδες εγύριζαν κάθε χρόνο και ’καναν ένα είδος απογραφής των δένδρων.

– Πόσα δένδρα έχεις; – ρωτούσε ο δεκατάρης.

– Έχω εφτά δένδρα, – απαντούσε ό χωριάτης.

– Αυτό εκεί τι είναι;

 Αυτό δεν βαστάει! Δηλαδή δεν έδενε καρπό, ήταν έτοιμο να πεθάνει.

Τότε ο ένας δεκατάρης στύλωνε τις πλάτες στο δένδρο, ο άλλος σκαρ­φάλωνε στις πλάτες του κι απ’ εκεί ανέβαινε στο δένδρο.

– Να! βαστάει, πως δεν βαστάει!

Έτσι υπέδειχνε πως το δένδρο αφού δεν πέφτει με το βάρος, είναι γε­ρό και πρέπει να πληρώσει φόρο μπαίνοντας στην απογραφή.

Ο Εμίλ Κοκοπόγκος από το Κάστρο έπαιρνε τα δέκατα μέχρι τη Φιλιππιάδα, μέχρι τα Ελληνοαλβανικά σύνορα και τα πουλούσε στον Καντρή Ντόστη και Ελμάζ Ντόστη του Γαρδικιού.

Τοκογλυφία

 Ο Μάικο Λιολιότσης από το Αργυρόκαστρο είχε δανείσει σε μια οικογένεια του Λόγγου της Δροπόλεως με τόκο. Πήγαινε λοιπόν κάθε τόσο και εισέπραττε τους τόκους. Κάποτε όμως οι τόκοι αργούσαν να ’ρθουν από την Πόλη, από τον ξενιτεμένο και όλο ανέβαλαν την πληρωμή.

– Αγά μου ακόμα δεν ήρθαν. Έχουμε χαμπέρι ότι αύριο έρχονται, μεθαύριο έρχονται.

Αυτό γύρευε κι ο Μάικο Λιολιότσης.

– Μα αν είναι για μια δυο μέρες να περιμένω, και βέβαια που να πάω πάλε στο Κάστρο, κάλια να κάτσω δω και… στρώθηκε κότα – πίττα.

Οι τόκοι δεν ερχόταν και ο αγάς δεν το κούναγε. Η δουλειά αργούσε και το κακό παραγινόταν. Σιγά-σιγά ό αγάς αποθρασύνθηκε κι άρχισε να πειράζει και τις κοπέλες του σπιτιού, ώσπου μπαίνει στη μέση ο Ντέμης και πληρώνει τους τόκους. Ο αγάς αναγκάστηκε να φύγει πληρωμένος μα… κακοφανισμένος.

Οι δεκατάρηδες δεν έδιναν άδεια παρά για 2 αλώνια την ημέρα στο χωριό. Εντωμεταξύ κότα – πίττα.

Εδώ έχει τι θέση να πούμε πως τα σπίτια των δεκατάρηδων, μα και των αγάδων και μπέηδων ήταν γεμάτα από γεννήματα, ενώ οι κολλήγοι με τις φαμίλιες τους λιμάζανε για λίγο καλαμπόκι.

Αποθήκες αρματωμένες με κοτσέκια διχάλες ξύλινες που περ­νούσαν ανάμεσά τους ξύλα κι επάνω απ’ αύτη αρμαθιές το ξανθό καλα­μπόκι. Τις κάμαρες εχώριζαν αμπάρια, που ’ριχναν μέσα τον τσολιασμένο καρπό.

Όσο ήταν ξηρασία ευχαριστιόταν και δεν πουλούσαν, αλλά περιμέναν τιμή. Άμα ’πιαναν υγρασίες πουλούσαν όλοι κι οι τιμές πέφτανε.

Καμιά φορά τ’ αμπάρια κατεβαίνανε, εφύραινε το καλαμπόκι γιατί τα σκουλήκια δουλεύανε κάτω – κάτω.

Οι Ζαγοριανοί με το χέρι στη σκανδάλη

Ο Ναμίκ Καλαντζής από τα Κάστρο είχε πάρει τα δέκατα της Ζαγοριάς. Μέχρι που να τελειώσει η σοδιά θα ’μενε μέρες. Οι δημογέροντες του είπαν πως φρόνιμο το ’βλεπαν να μένει στο αμελικό, τον ξενώνα της κοινότητος. Ο δεκατάρης από τη μοναξιά του αμελικού προτίμησε ένα σπίτι, που είχε και δυο – τρεις νυφάδες. Οι άντρες τους ’λειπαν στην ξενιτειά.

Οι γερόντοι στενοχωρεθήκανε, που δεν τους άκουσε. Εζύγιασαν καλά την πράξη τους, βρήκανε πως ήταν με της πατρίδος τους τα ηρωικά έθιμα εντάξει, βάλανε ένα και του την άναψε του Ναμίκ Καλαντζή. Το βόλι τον λάβωσε στο πόδι. Ειδοποιεί αυτός τα κουνιάδια κι έρχονται αυτοί την άλλη μέρα οπλισμένοι.

Μα στου χωριού το έβγα τους περίμενε η γενναία Ζαγοριανή φρουρά.

– Χαΐρ όλα! Τί θέλετε; Το και το γένηκε. Άμα δεν πιστεύετε, ρωτείστε τον ίδιον να σας πει. Θέλετε να σκοτωθούμε; Ευχαρίστως!

Η ενίσχυση του Ναμίκ Καλαντζή βρήκε φρόνιμο να γυρίσει στ’ Αρ­γυρόκαστρο.

***

Παλληκάρια οι Ζαγοριανοί και λεβέντισσες οι γυναίκες τους.

Όταν στα 1914, στο ηρωικό εκείνο ξέσπασμα ενός λαού, που δεν ήθελε τίποτε άλλο παρά να κατοχυρώσει το δικαίωμά του να ζήσει ελεύθερος με τους αδερφούς του, οι Ηπειρώται της Βορείου Ηπείρου πήραν τα όπλα, οι Ζαγορίσιες σταθήκανε δίπλα στους άνδρες τους.

Ποιος δεν τις θυμάται στην προσφυγιά;

Φορτωμένες την προίκα τους, επάνω απ’ αυτή ζαλικωμένα τα παιδιά τους, ’σερναν απ’ το καπίστρι το μουλάρι και μπροστά σαλαγούσαν το κο­πάδι τους και πήγαν πρόσφυγες στη Βοστίνα.

Στην Γορίτσα της Δροπόλεως

Έχουμε πει αλλού, πως μια βδομάδα πριν του Πάσχα και άλλη μια μετά, οι ταξιντάρηδες κλεινόταν και δεν ’βγαιναν στα χωριά για φόρους. Το ίδιο γινόταν και τα Χριστούγεννα, από του Αγίου Σπυρίδωνος και δέκα μέρες μετά τα Χριστούγεννα.

Όμως τις ημέρες αυτές όλοι οι τσιφτσίδες, ραγιάδες του κάμπου της Δροπόλεως βρίσκονται στα χωριά τους μαζεμένοι για τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Αυτό έβαλε σε πειρασμό το Ρεφάτη, το Μαλί – Κινάκη και το Μουλά Σαντίκη, που δανείζαν, να πάνε στη Γορίτσα να μαζέψουν τα μακαέτια (καθυστερούμενα). Είναι αλήθεια πως ο φρόνιμος Μουλά Σαντίκης, που είχε και τσιφλίκι την Τρανουσίστα, δεν ήθελε να πάει, αλλά οι άλλοι τον παρέσυραν. Κοντά στ’ άλλα οι αγάδες απόφευγαν να πηγαίνουν στα χωριά τα Χριστούγεννα, γιατί δεν μπορούσαν να υποφέρουν και τη μυρουδιά από τις λιχουδιές τού χοιρινού κρέατος, πού μαγειρεύεται άφθονα κατά την παλιά συνήθεια. Όμως ο πειρασμός των εισπράξεων στάθηκε μεγαλύτερος.

Όπου οι καλοί μας φέρνοντας γύρω στο μεσοχώρι πέφτουν επάνω στον Νάσιο Καζάκη. Εξαγριωμένος τούς ρίχνεται.

– Έξω σκυλιά απ’ εδώ. Ούτε ο Σουλτάν Χαμίτης δεν παίρνει φό­ρους τέτοιες μέρες!

Τούς πήρε ο παπα-Θανάσης στο σπίτι του για να μη γίνουν περισ­σότερα.

Συνεχίζεται…

Γιώργος Μύτιλης