ΦΥΤΡΩΝΑ ΟΠΟΥ ΔΕΝ ΜΕ ΕΣΠΕΡΝΑΝ

ΦΥΤΡΩΝΑ ΟΠΟΥ ΔΕΝ ΜΕ ΕΣΠΕΡΝΑΝ

Δεν θυμάμαι απολύτως τίποτα. – Αν σας πω θυμάμαι, θα σας γελάσω. – Τόσο μικρούλης ήμουνα.

Νομίζω ότι θα πέρασε ο φωτογράφος τότε έξω από την πόρτα μας κι οι γονείς μου τον πήραν μέσα στην αυλή, για να μας φωτογραφίσει. Έκοψε η μανούλα μας μολόχες, τριαντάφυλλα, αγιόκλημα, ροδοδάφνη, που ήταν φυτεμένες προσεχτικά σε παρτέρι…, κι έφτιαξε τρεις μικρές ανθοδέσμες και μας έδωσε από μία, για να την κρατήσουμε στο χέρι.

(Εγώ, όπως με βλέπετε, είμαι βουτηγμένος μέσα σε ένα λευκό κοντό παντελονάκι, που πέφτει κάτω από το γόνατό μου και σε λουλουδιστό πουκαμισάκι).

Εμένα, για να έφτανα το μπόι της αδερφής μου, με ανέβασαν πάνω σε καρέκλα με πλεχτό, ψάθινο κάθισμα. Αυτή και δύο – τρεις άλλες καρέκλες, ίδιας κοπής, τις θυμάμαι καλά. Ήταν βαλμένες στον οντά, δίπλα στο μιντέρι.

Το σπίτι ήταν χτισμένο ξερολίθι κι ασβεστωμένο με περίσσιο μεράκι. Το λευκό χρώμα ήταν «σπασμένο» κάπως με λουλάκι. Η αυλή ήταν στρωμένη όπως – όπως, πάρε – βάλε, άτεχνα, με μεγάλες πέτρινες πλάκες. Όχι όλη η αυλή, μόνο ένα κομμάτι. Την υπόλοιπη, ο πατέρας μου την πλάκωσε με μπετό που περίσσευε από τις μυλόπετρες που έριχνε έξω στο σοκάκι.

Στη μέση της αυλής, ήταν μια πελώρια συκαμιά. Έκανε άσπρο νόστιμο καρπό. Γλυκό – μέλι.  Έτρωγες του σκασμού και χορτασμό δεν έκανες. Στον κορμό της, αργότερα, όταν πήγα στο σκολειό, καθισμένος σε σκαμνί, ακουμπούσα τη ράχη μου κι έκανα τα καθήκοντα, μόλις γύριζα από το μάθημα.

Η εξώπορτα ήταν πολύ μεγάλη. Τεράστια. Όπως και πολλές άλλες στο χωριό μας, για να χωρούσαν το φορτωμένο ζώο με ζαηρέ, για την αγελάδα και τα γιδοπρόβατα, που κρατούσαν σε κατώι.  

Με τον αδερφό μου την εξώπορτα την είχαμε τέρμα. Γινόταν χαμός, φασαρία μεγάλη, σαν παίζαμε με το λαστιχένιο τόπι.

Ότι ζημιές, αταξίες ή ζαβολιές, έκαναν τα αδέρφια μου, τις μαρτυρούσα στη μαμά μου. Και τις τρώγανε ανάποδες. Ενώ εμένα, με έσφιγγε δυνατά στην αγκαλιά της και με χάιδευε γλυκά.

Δεν έκανα καλά, που μαρτυρούσα. Αυτό το κατάλαβα από την αδερφή μου, που, μια φορά πάνω στο γινάτι της, μαύριζε τον πισινό μου στο τσίμπημα και δεν με έπαιρνε πια μαζί της.

Όσο έβγαζα το μυστικό μικρός, τόσο δεν έβγαζα μιλιά, το έθαβα βαθιά, όταν μεγάλωσα.

Με αποκαλούσαν «σγουρομάλλη». Κι αυτό εγώ το νόμιζα βρισιά. Με εκνεύριζε. Καμιά φορά, μου έδεναν κορδέλα στο κεφάλι κι έβαζα τα κλάματα, έκλαιγα με ελιγμούς ώσπου να μου τη βγάλουν.

Σίγουρα, θα ήμουν μεγαλύτερος, από αυτόν που βλέπετε στη φωτογραφία, όταν φορούσα μια παλιά φουστανέλα της γιαγιάς μου, το βελούδινο μακρύ μαύρο γιλέκο της, έδενα στο κεφάλι ασπρομάντηλο, άρπαζα ένα ξύλο από τη στάβα για μπαστούνι και παρίστανα τη γριά. Έβγαινα έτσι ως το πηγάδι. Όποιος με έβλεπε, έσκαγε στα γέλια.

Από ζούρλες, τρέλες έκανα πολλές. Να μην σας τις μετρήσω όλες τώρα…!!! Δεν άφηνα πέτρα απανωτή. Μου έλεγαν ότι φύτρωνα στο γήπεδο, στις καχτιές του Σέλλειου, στα πλατάνια του Μάλλιου, στο χασίλι της Κρύβως, στη γούρα του Γουργού… Όπου δεν με έσπερναν…

Κάπου, άπλωνα χέρι και στα φρούτα της γειτονιάς. Ώσπου… με γράπωσαν μια φορά, πάνω στα τσόκλαρα, στης θειας – Αλέξαινας την κυδωνιά. Μου τράβηξαν δυνατά το αφτί, μου το κοκκίνισαν, μου το έκαναν παπούτσι.

Για να με «ξεφορτωθεί» η οικογένειά μου, αφού ήμουν αλάνι, με πήγε στο νηπιαγωγείο. Στην αρχή τσαντίστηκα. Το έσκασα κλέφτηκα μια φορά κι έφτασα τρέχοντας, με παρέα, ως τα αμπέλια του συνεταιρισμού. Φτάσαμε στην Αγία Βαρβάρα.  

Αργότερα μόνιασα. Μου άρεσε ο χορός με τα κορίτσια, το τραγούδι, τα παιχνίδια, η λευκή μπλούζα που φορούσα. Και το κεντητό καθαρό μυξομάντιλο, που μου έβαζε η αδερφή μου στη τσέπη. Όταν πλησίαζε η ώρα, για να μπαίναμε στη γραμμή για τα σπίτια και όλοι φωνάζαμε χαρούμενα, δεν μου έκανε η καρδιά να απομακρυνθώ. Τόσο πολύ το αγάπησα το νηπιαγωγείο. Μα και τη δασκάλα μου, την Αθηνά.

Η γιαγιά μου συνέχεια μου τραγουδούσε: «Στα κατσαρά σου τα μαλλιά,/ λαλούν αηδόνια και πουλιά…».

Δεν μου άρεσε το τραγούδι αυτό, γιατί τα πουλιά, δεν τα ήθελα να κάτσουν πάνω στο κεφάλι μου. Τα ήθελα, να τα κρατώ αγκαλιά. Συχνά μου έφερνε ο αδερφός μου πουλιά και φωλιές από τον κάμπο, που τα έδενε με ράμμα από το πόδι κι εγώ φτερούγιζα από χαρά.

Φοβόμουν το λύκο, το σκοτάδι και τους κεραυνούς. Και τα ισκιώματα, για τα οποία συνέχεια μου μιλούσε η γιαγιά μου. Και τις μίκες φοβόμουν, με τα φαρδιά τουμάνια, που ερχόταν από το γειτονικό χωριό στο μύλο κι άλεθαν κι έδεναν τα ζώα μεταφοράς στην ακακία του πηγαδιού και τη λεύκα του Ζούρη. Έλεγαν στο σπίτι μου «άμα δεν κάνεις καλά, θα σε πάμε στη μίκα να σε χώσει στο τουμάνι…». Κι εγώ  μετά, από το φόβο μου, συμμαζευόμουν.

Κι ένα τελευταίο. – Γιατί τα παιδικά χρόνια θέλουν βιβλίο, δεν τα χωρεί με τίποτα ένα κείμενο -. Κάπου, φαίνεται, θα πήγαιναν οι γονείς μου και η γιαγιά έλειπε από το σπίτι, γι’ αυτό με ξεφόρτωσαν στην αδερφή μου, η οποία με πήρε στην τάξη και με κάθισε δίπλα στο θρανίο της. Έλαχε, εκείνο το πρωινό, να πάει νοσοκόμος, για να εμβολιάσει τους μαθητές. Μόλις είδα να τρυπάει τον πρώτο, πόνεσε η καρδιά μου. Με το φόβο μέσα στα φυλλοκάρδια μου, μήπως με έσπαγε κι εμένα, σκέφτηκα στα γρήγορα τη ζαβολιά. Ρίχτηκα από το ανοιχτό παράθυρο, η τάξη, στου Μπάσσιου, ήταν ισόγεια και το έσκασα. Έγινα άφαντος…!!!

Γιώργος Μύτιλης