Χλωμιώτες και Λιμποχοβινοί

Χλωμιώτες και Λιμποχοβινοί

ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Του Θανάση ΜΠΟΛΟΥ

Γείτονες ήμασταν και είμαστε. Σύνορό μας το Καλαμπάρι. Η κορυφογραμμή. Το από κει δικό τους, το από δω δικό μας. Όμως οι Λιμποχοβινοί στηρίζονταν σε ένα «ταπί» που τους είχε δώσει ο Αλήπασας να εφοδιάζονται με ξύλα και ξυλεία από τη Νιάνα, μια δασώδικη περιοχή και γιδοβοσκή πάνω από το Μαυρόγυρο, κι ως τη Στεγόπολη.

Στην εποχή, για την οποία μιλούμε, ένα τέτοιο «δικαίωμα» των Λιμποχοβινών προξενούσε ερεθισμό και πρόκληση στους Χλωμιώτες γιατί το βουνό, από τη Νιάνα κι ως τη Σέλτση, δώθε από τη Στεγόπολη, η από δω πλευρά, είναι Χλωμιώτικο.

-Έγινα σκόπιμα μπεξής, – λέει στα τελευταία του ο Αλέξης Ρέτζιος. – Ήθελα να καταλάβουν εκείνοι οι αλλόπιστοι γείτονές μας ότι το χωριό μας έχει παιδιά και νοικοκυραίους.

Ήταν μέρα του Πάσχα του 1934. Ο Αλέξης ανέβηκε από το πρωί στο Καρφί. Αγνάντεψε κάτω στο ριζό του βουνού, πάνω από το Λάμποβο, ολόκληρο καρβάνι Λιμποχοβινών με τα ζώα τους, που έρχονταν να κόψουν ξύλα. Έτρεξε στο χωριό και ανήγγειλε το γεγονός στους χωριανούς τη στιγμή που έβγαιναν από την εκκλησία. Δε χρειάζονταν άλλη πρόσκληση. Σε δέκα λεφτά όλοι οι άντρες βρίσκονταν στον Αηνικόλα με τα δίκανά τους όσοι είχαν, με τα τσεκουράκια τους, με τις σογιές και τις κλίτσες τους. Και ο Κονόμος επικεφαλής των εξεγερμένων. Δεν του επέτρεψαν όμως οι χωριανοί να ανέβει στο Καρφί. Τον γύρισαν πίσω, κι έφθασαν εκεί όλοι οι άνδρες με τον πρόεδρο της κοινότητας Λεωνίδα Μπαϊνίκο. Εκεί στην κορυφή του βουνού, κάτω από έναν φουντωτό γράβο, ο επικεφαλής των Λιμποχοβινών Νουρί Τσιόμος, ξεκουράζονταν πίνοντας ρακί με το οπλισμένο πρωτοπαλίκαρό του, το Σεϊτ Ρώση, ενώ δίπλα στο Ανήλιο χτυπούσαν τα τσεκούρια των ξυλοκόπων.

Ο πρόεδρος της κοινότητας και ο Αλέξης σαν δημογέροντας, πλησίασαν το Νουρί και του ζήτησαν να φύγουν. Εκείνος αποκρίθηκε ότι έχουν δικαίωμα με βάση το φιρμάνι του Αλήπασα.

Στο μεταξύ έφθασαν και οι άλλοι Χλωμιώτες, οι οποίοι κύκλωσαν τους Λιμποχοβινούς. Ο Κίτσο Πάνος, γνωστός στο χωριό με το όνομα Κίτσιο Γκοντέλλας, ετοιμάστηκε να ακροβολιστεί και να πυροβολήσει Υπάκουε όμως στις συμβουλές του Αλέξη πάντοτε σε κρίσιμες στιγμές. Γι’ αυτό και τώρα αποσύρθηκε για την εξομά­λυνση της κατάστασης. Ενώ ο Λάμπρο Καμπέρης έβγαλε τη σογιά του και έκοψε τις τριχιές ενός φορτωμένου μουλαριού, βρίζοντας χυδαία στα αρβανίτικα:

Στο βιο το δικό μας të dhjefsha të tëmën?

Οι Λιμποχοβινοί επέμεναν. Δεν κατάλαβαν μοναχά την ελληνική πανουργία. Όταν πήραν την κατηφοριά του βουνού με τα ζώα τους φορτωμένα, άρχισε από την κορυφή το κατρακύλισμα κοτρωνιών. Γκρεμίστηκε ένα φορτωμένο μουλάρι. Με το δεύτερο, με το τρίτο κοτρώνι, υπόκυψαν οι επιδρομείς. Ξεφόρτωσαν τα ζώα και έφυγαν.

Στο Λιμπόχοβο κατηγόρησαν στις αρχές της Υποδιοίκησης τον πρόεδρο της κοινότητας του Χλωμού, καθώς και τους: Αλέξη Ρέτζιο και Κίτσιο Πάνο, ως υβριστές του Ζώγκου, του βασιλιά. Τους έκαμαν μήνυση στο δικαστήριο, όμως δεν κατάφεραν τίποτε. Απεναντίας έχασαν τη δίκη, έχασαν και το δικαίωμα ξύλευσης στο βουνό μας. Ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, Θωμάς Θώμος, αναίρεσε το φιρμάνι του Αλήπασα. Πολύ βοήθησε τους Χλωμιώτες και ο δικηγόρος Τάσιος Λώλης από το Κλεισιάρι.

Μ’ όλα ταύτα, οι Λιμποχοβινοί εξακολουθούσαν να ξυλεύονται λαθραία στο βουνό μας, μα δεν τα κατάφεραν τελικά να κρατήσουν το προνόμιο. Και την επόμενη Πασχαλιά πήγαν στη Νιάνα μερικοί. Αυτή τη φορά όμως, οι Χλωμιώτες τους κατέβασαν στο πεζούλι της πιάτσας του χωριού μετά τη Δευτεριανάσταση, απ’ όπου τους άφησαν να φύγουν για το χωριό τους χωρίς ξύλα.

(Στο εξώφυλλο: Οι «Μπιρμπιλαίοι». Χλωμιώτικη οικογένεια στην Πόλη, 1870. Αρχείο Αλέξη Μπόλου-Μπιρμπίλη).

Γιώργος Μύτιλης