Χριστός Ανέστη, κουμπάρε!  

Χριστός Ανέστη, κουμπάρε!  

ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Του Αλεξ. Χ. Μαμμόπουλου

Τη χρονιά εκείνη το Πάσχα συνέπεσε με το ανέβασμα των Βλάχων, που ήταν γνωστοί στην περιοχή σαν κουμπάροι, από τα χειμα­διά, τα περίφημα Χερεμέτσια της Νίβιτσας, στα ορεινά βοσκοτόπια της επαρχίας Λιούντζης της Β. Ηπείρου.

Μέρες τώρα όλη η περιοχή βρίσκεται άνω – κάτω από τον έκτακτο πληθυσμό πέντε ως δέκα χιλιάδων προβάτων, που τα περίμενε ο «Λύγκος» το καταπράσινο βουνό της Λιούντζης και το «Καρφί» του Λαμπόβου του Σταυρού. Τα φαράγγια του ποταμού της Σούχας αντηχού­σαν από τα βελάσματα και τους κύπρους, από τα κουδούνια των άλογων και των μουλαριών και τα γαυγίσματα των μολοσσών ποιμενικών σκύλων, που σε τάξη πορείας άλλοι μπρος και άλλοι πίσω κι άλλοι πλαγιοφυλακτούν και επιτηρούν την μακρά λευκή πομπή πάνω ίσως στους ίδιους δρόμους απ’ όπου εδώ και δυό χιλιάδες χρόνια περνούσαν ρωμαϊκές φάλαγγες.

Οι νευρικές προσταγές των τσελιγκάδων καβάλα επάνω στ’ άλογα, που ’χαν το γενικό πρόσταγμα, τα σιουρίγματα των πιστικών και οι παθητικοί ήχοι της φλογέρας, που κάποιο αποξεχασμένο στους ερωτικούς ρεμβασμούς του τσομπανόπουλο έπαιζε, συμπληρώνουν τη βιβλική σκη­νογραφία και τα κοπάδια περνούν πάνω από τα κοιμητήρια των χαμένων πόλεων και χωριών της Γέρμας, του Στόγιανι, του Γκινοσιάτι και του Γκέργκεη, που τα βύθισε και τα σκέπασε με το παγωμένο σάβανο το σέλι του βουνού. Βλάχοι διηγούνται, πώς αν το γκεσέμι του κοπαδιού βρεθεί έξω από το ένστικτό του και πέσει στον γκρεμό, όλη η κοπή τον ακολουθεί στην κίνηση της αυτοκτονίας. Αυτό δεν είναι μόνο ένα πολι­τικό δίδαγμα, που μπορούν οι άνθρωποι να το δανειστούν από τα ζώα για να το εφαρμόσουν στη δική τους κοινωνία, μα είχε βάλει σε ανησυχία τους τσελιγγάδες και μεγάλωνε τη νευρικότητά τους, καθώς άφηναν της Κυράς τη Γέφυρα, τη γέφυρα του Λιμποχόβου κι ανέβαιναν και περνού­σαν πάνω από τα βάραθρα του ποταμού της Σούχας. Όμως τίποτε κακό δεν ακούστηκε, όλα πήγαιναν καλά, γιατί και οι πιστικοί τα πρόσεχαν και ο Άγιος Γεώργιος. Κατά τη βαθειά ριζωμένη πεποίθηση των κτηνο­τροφών της Ηπείρου εκτελούν ποιμενικά καθήκοντα τον Οκτώβριο ο Άγιος Δημήτριος όταν κατεβαίνουν στα χειμαδιά και τον Απρίλη ο Άγιος Γεώργιος, όταν ανεβαίνουν στα βουνά. Έτσι τα κοπάδια πέρασαν κάτω από το ταμπόρι, παλιό σταθμό ντερβεντζήδων της τουρ­κοκρατίας. Εκεί χωρίστηκαν στα δύο. Η μεγάλη φάλαγγα πήρε τα στενά της Σέλτσης, τη Γκρίκα για Σχωριάδες και Πολίτσανη κι από κει για την όμορφη Νεμέρτσκα, που στα ριζά της είναι ο Μετζητιές. Αυτής της φάλαγγας αρχηγός ήταν ο περίφημος Γραμόζης, που οι πρόγονοί του είχαν φυτρώσει κάτω από τα βαθύσκια ρόμπολα του Γράμου.

Η άλλη ανέβαινε στον περήφανο Λύγκο, που στα κατεβασμένα φρύ­δια του, είναι τα εφτά γραφικά χωριά της Λούντζης, πνιγμένα στο πράσινο και στα κρύα νερά, από το Τσαγιούπι ως τη Γκρίκα της Σέλτσης. Και στο ψηλότερο σημείο της η Στεγόπολη με το ξεθωριασμένο, αλλά τόσο εύγλωττο οικόσημο του παρελθόντος της, της στέγης της πόλεως ή Ναούπολις, για τις απειράριθμες εκκλησιές της, με τα ερείπια των δύο χαμένων συνοικισμών της του Δελβίνου και του βυζαντινού Τετρακοσιάμπελου. Τι έμενε από την παλαιά δόξα της, όπως σώζεται στις παραδόσεις της; Έμενε το ζωοποιό πνεύμα, ο χθόνιος οικιστής όφις να αναδεύεται ανάμεσα στα ερείπια, τα σκεπασμένα με τα θρεμμένα παλιού­ρια, ευθύς μετά τον πόλεμο των Σπαχήδων, που εγέμισαν τα δέντρα από τα κρεμασμένα τέκνα της. Και σαν έπαψε ο βρόντος των σπαθιών η βίγλα, που στεκόταν στο ψηλό λιθάρι της Λετοβίστας, άκουσε του πετει­νού το λάλημα, κι ήταν το λάλημα αυτό στο Λιαζαράτι, όπου και πήγαν κι εγκαταστάθηκαν οι νικημένοι Σπαχήδες σύμφωνα με τους μυστικούς χρησμούς, που κατευθύνουν των ανθρώπων τη μοίρα.

Έτσι, από την παλιά πόλη έμενε ψυχομέτρι κάπου τετρακόσιοι άν­θρωποι, που οι πλησιόχωροί τους, τους έλεγαν ραμάνους, από το βιοτεχνικό επάγγελμά τους να ράβουν τις τοπικές φορεσιές από την εποχή του Βυζαντίου ακόμα. Κοντά εκεί βρέθηκαν το Μεγάλο Σάββατο τα κο­πάδια και οι τσελιγγάδες θέλησαν ν’ ακούσουν και αυτοί την Ανάσταση και να λειτουργηθούν.

Στο χωριό όλοι βρίσκονταν πάνω στις ετοιμασίες. Τα κόκκινα αυγά της Λαμπρής, το πατροπαράδοτο αρνί, τα καινούργια ρούχα, που έγιναν με το μποξά των ξενιτεμένων, οι φροντίδες της δημογεροντίας για τους φτωχούς σύμφωνα με τα πανάρχαια έθιμα της κοινοτικής αλληλεγ­γύης προμηνούσαν τη μεγάλη γιορτή των Χριστιανών.

Τα παιδιά από νωρίς χτυπούσαν τις αυλόπορτες και συνάζαν ξύλα από τις στάβες για να στήσουν τον γιούκο και να κάψουν τον Ιούδα στον περίβολο της Θεοτόκου. Οι χαρμόσυνες φωνές τους ανακατεύονταν παράξενα με τα τροκάνια, τα κουδούνια, τα γαυγίσματα των σκυλιών και τις φωνές των πιστικών σ’ ένα πρωτάκουστο ορυμαγδό, ώστε κανείς να μη μπορέσει να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ.

Το γλυκό ανοιξιάτικο βραδινό είχε πλημμυρίσει από το άρωμα της πασχαλιάς και της κουφοξυλιάς, που απαντούσες κάθε τόσο στους κή­πους, ενώ οι βλαστοί της αγράμπελης απλώνονταν σε ασπροπράσινους καταρράχτες πάνω από τους φράχτες ως τους δρόμους, που οι διαβάτες σχεδόν τους παραμέριζαν για να περάσουν.

Η καμπάνα της Παναγίας ακούστηκε στις νυχτερινές ώρες και την ίδια στιγμή η άγια άδελφή της, του Ιουστινιάνειου Τιμίου Σταυρού του Λαμπόβου έδινε απόκριση από το απέναντι βουνό, ενώ τα πρώτα φωτάκια άρχισαν να κινούνται στα στενοσόκακα.

Πόρτες και παράθυρα έκλειναν και οι χαρούμενες φωνές των μικρών παιδιών και η συγκίνηση των μεγάλων, των ηλικιωμένων απομάχων, που αξιώθηκαν και εφέτος να φθάσουν την ώρα της Αναστάσεως και οι ευχές, οι καλόκαρδες των χωριανών εσχημάτισαν τη μικρή πομπή με κατεύθυνση την εκκλησία της Παναγίας. Γριές μυροφόρες, άλλη με τη μαντζουράνα της, άλλη με τον ξερό βασιλικό κι άλλη με το δυόσμο στους κόρφους, κρατούν τα αγγόνια τους απ’ το χέρι και το μπαστουνάκι και σέρνουν τα χρόνια τους και τα βάσανά τους στην ανάσταση των ελπίδων. Και σαν έφτασαν στης εκκλησιάς την αυλόπορτα, αντίκρισαν εκεί στον οβωρό, δε­μένα από το χαλινάρι, άλογα και μουλάρια κατάφορτα με βεδούρες και οφίνια και σκάφες και κινητά κοτέτσια και σαρμανίτσες με τα μικρά παιδιά και όλη την παράξενη σκηνοπηγία, που κάνουν οι Καραγκούνηδες, όπου σταθούν κι όπου βρεθούν στην νομαδική τους πορεία.

Όταν ο παπα – Μόσχος διάβαζε το Ευαγγέλιο και έψαλε «Δεύτε λάβετε φώς» και το «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών» με το φως των λαμπά­δων της Αναστάσεως και τη φλόγα, που ανέβαινε στα μεσούρανα από τη στάβα των ξύλων του Ιούδα, εφωτίστηκε η εικόνα του περιέργου εκείνου εκκλησιάσματος.

Ανάμεσα στους χωριανούς, που ήταν όλοι γνωστοί μεταξύ τους, έβλεπες ηλιοκαμένες και αξύριστες μορφές των Καραγκούνηδων με τον ποιμενικό σκούφο κάτω από τη μασχάλη τους και στα σταυρωμένα με ευλάβεια χέρια τους σαν φυτεμένα άσπρα λεπτά κεριά, που μόλις είχαν αγοράσει από το παγκάρι της Εκκλησίας, να ακούν την αναστάσιμη ακολουθία με κατάνυξη.

Βλάχισσες ροδομάγουλες, κόκκινα κούμπουλα, ντυμένες με τα βαριά τους φορέματα, το σεγκούνι, τη σαρακούστα, την κεντημένη τους ποδιά και τη βαριά τους ζώνη, τη γκρέπα, και το ιδιόρρυθμο χαρτονένιο και ντυμένο έξω με μαύρο λουστρίνι, με χρυσά καψούλια τσεμπέρι τους να κοιτάν, να εξετάζουν με το βλέμμα τους τις γυναίκες της Στεγοπόλεως, που άστραφτε η λουντζιώτικη στολή τους από το περισσό χρυσάφι.

Ματιές και γνέματα και σχόλια ψιθυριστά οι ξένες για τις ντόπιες και οι ντόπιες για τις ξένες και επιφύλαξη και επίδειξη υπεροχής, όσο που βρόντησαν τα πρώτα βαρελότα και οι πατροπαράδοτοι πυροβολισμοί και το χριστεπώνυμο πλήρωμα έγινε ένα κι ανακατώθηκαν κι αντήχησαν οι πρώτες ευχές κι ελύθηκε η γλώσσα των πρωτόφερτων νυχτερινών εκείνων μουσαφιραίων.

– Χριστός Ανέστη, κουμπάρε!

– Αληθινώς Ανέστη, κουμπάρε! – απαντούσαν οι Βλάχοι κι εκείνη η νύχτα της Αναστάσεως έφερε την πνευματική συγγένεια των Στεγοπολιτών με τους Βλάχους, που διάβαιναν από το χωριό τους.

Μια ομάδα Καραγκούνηδων εχάθηκε μέσα στον κόσμο, τράβηξε κατά τα μουλάρια, που ήταν έξω από τον αυλόγυρο της εκκλησίας και γύρισε με ογδόντα τσαντίλες χλωρό τυρί, που τις απίθωσαν μπροστά στους επιτρόπους να μοιραστούν στους χωριανούς. Η χειρονομία έκανε εντύπωση όχι τόσο για την άξια του δώρου, αφού λίγο πολύ κάθε λαμπρι­άτικο τραπέζι θα είχε το χλωρό τυρί του, όσο για την πρωτοτυπία, κι έκαμε τους χωριανούς να ευχαριστηθούν και να χαρούν.

Μόνο η γριά κυρά – Κάτσιω, γνωστή για την κακογλωσσιά της, ακούστηκε να λέει: πως το δώρο ήταν πληρωμή των αγροζημιών, που θα μα­θεύονταν αύριο την αυγή!

Αλ. Χ Μαμμόπουλος Του τόπου μου και του καιρού μου

Από το βιβλίο: «ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΜΟΥ» (Έκδοση Αθήναι, 1968)

Γιώργος Μύτιλης