Dardhë, Δάρδα

Dardhë, Δάρδα
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Βασίλης ΝΙΤΣΙΑΚΟΣ

Φεύγοντας από τη Μπομποστίτσα, αφήνουμε αριστερά μας, πάνω σ’ ένα λόφο, το εξωκλήσι του Αγίου Νικολάου. Ο δρόμος για τη Δάρδα είναι ανηφορικός. Όσο ανεβαίνουμε τόσο το τοπίο γίνεται αλπικό. Περνάμε δάση δρυός, πεύκου και οξιάς. Διασχίζουμε ακόμα και μεγάλα λιβάδια, όπου διακρίνω τα ίχνη γεωργικών καλλιεργειών. Το προηγούμενο καθεστώς είχε οργώσει κάθε σπιθαμή σχετικά ομαλού εδάφους ακόμα κι εδώ πάνω προκειμένου να φτιάξει «ψωμότοπους». Με τον ίδιο τρόπο «έσπειρε» στα ίδια μέρη τα γνωστά τσιμεντένια πολυβολεία, που εδώ φαντάζουν ακόμα πιο γκροτέσκα και τονίζουν ακόμα περισσότερο τον παραλογισμό του καθεστώτος. Συναντάμε επίσης μελισσοκομικές εγκαταστάσεις και μια σύγχρονη βιοτεχνία εμφιάλωσης νερού. Μου κάνει εντύπωση που σε ένα κατ’ εξοχήν κτηνοτροφικό τοπίο δεν συναντάμε καθόλου ζώα. Φτάνουμε σε έναν αυχένα από όπου ο δρόμος γίνεται πια κατηφορικός. Εδώ υπάρχει μια διασταύρωση και μια ταμπέλα που δείχνει δεξιά Arrëz (Άρζα) και αριστερά Dardhë (Δάρδα). Ο χωματόδρομος που ακολουθούμε βρίσκεται σε κακή κατάσταση. Κατεβαίνουμε για κάμποση ώρα. Διακρίνω από μακριά μια μεγάλη οικοδομή. Πριν φτάσουμε εκεί, προσπερνάμε έναν φραγμένο χώρο με εγκαταστάσεις κατασκηνώσεων. Φαίνεται εγκαταλελειμμένος. Πλησιάζουμε στη μεγάλη οικοδομή. Πρόκειται για κατασκευή μεγάλου ξενοδοχειακού συγκροτήματος μέσα στο δάσος. Με σοκάρει η παραβίαση της φυσικής κλίμακας και η επιβολή του τσιμέντου σ’ αυτό το πανέμορφο τοπίο. Τέτοιες ώρες, τέτοια λόγια, συλλογίζομαι. Διακρίνω οικοδόμους που εργάζονται στις σκαλωσιές. Κάποιος μας χαιρετά. Συνεχίζουμε την κατηφόρα. Σε λίγο μπαίνουμε στον οικισμό. Ένα πέτρινο χωριό βουτηγμένο στο πράσινο. Αριστερά διαβάζω μια πινακίδα: Bar- Bufe. Λίγο πιο κάτω χώρος στάθμευσης στοιχειωδώς διαμορφωμένος και πιο κει μια εκκλησία αρκετά εντυπωσιακή. Πρόκειται για τον Άγιο Γεώργιο, όπου εκτελούνται εργασίες συντήρησης.

Κατευθυνόμαστε στο ξενοδοχείο που βρίσκεται απέναντι, έχοντας αφήσει το αυτοκίνητο στο χώρο στάθμευσης. Πρόκειται για παλιό κρατικό ξενοδοχείο, το οποίο τώρα νοικιάζεται σε ιδιώτες. Παλαιότερα το χρησιμοποιούσαν τα μέλη του κόμματος για θερινές και χειμερινές διακοπές. Το κτίριο είναι πέτρινο και έχει δύο ορόφους, μία αίθουσα εστιατορίου και μεγάλη αυλή με κιόσκι, παγκάκια και μια βρύση. Πλησιάζουμε και χαιρετάμε τις παρέες που παίρνουν το μεσημεριανό τους γεύμα ή απλά πίνουν στην αυλή. Απευθυνόμαστε στους υπεύθυνους για δωμάτιο. Πέφτω κι εδώ σε Βλάχους. Τόσο ο ενοικιαστής του ξενοδοχείου όσο και ο γαμπρός του είναι Βλάχοι. Ο δεύτερος είναι από το Πόγραδετς και μιλά και ελληνικά, τα οποία έμαθε στην Ελλάδα όπου έζησε κάμποσα χρόνια. Η γυναίκα του καθώς και η μητέρα της μιλάνε τα βλάχικα με πολύ έντονη αρβανιτοβλάχικη προφορά.

Η προηγούμενη πληροφόρηση που είχα ότι και η Δάρδα είναι Βλαχοχώρι δεν επιβεβαιώνεται. Οι οικογένειες των Βλάχων είναι λίγες και εγκαταστάθηκαν εδώ μετά το 1950. Οι παλιοί κάτοικοι του χωριού ήταν Αλβανοί Χριστιανοί Ορθόδοξοι, που στο μεγάλο τους μέρος μετανάστευσαν είτε στα αστικά κέντρα της Αλβανίας, κυρίως Τίρανα και Κορυτσά, είτε στην Αμερική.

Από την πρώτη στιγμή νιώθω μια σπάνια πνευματική διέγερση σ’ αυτό το μέρος. Υπάρχει κάτι έντονα υποβλητικό. Αισθάνομαι το βάρος της ιστορίας. Ψιλοβρέχει και η ομίχλη που εμφανίζεται εδώ κι εκεί συμπληρώνει με την παρουσία της το μυστήριο που αναδύει ο τόπος. Τα σοκάκια, τα σπίτια, οι κήποι, τα δέντρα, όλα σ’ αυτό το μέρος με παραπέμπουν σε εικόνες της παιδικής μου ηλικίας. Σκέφτομαι την ενότητα του ευρύτερου ηπειρώτικου χώρου. Την ενότητα στην πολυμορφία της. Σκέφτομαι τις ομάδες που συμβίωσαν για αιώνες. Ελληνόφωνοι, Αλβανόφωνοι, Βλαχόφωνοι, Σλαβόφωνοι, Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι, Μπεχτασήδες…

Οι επιγραφές στα αγκωνάρια των σπιτιών στα ελληνικά. Χρονολογίες του μεσοπολέμου κυρίως. Περιδιαβαίνω με κομμένη την ανάσα και φωτογραφίζω. Εδώ κι εκεί συνεργεία μαστόρων ανακατασκευάζουν, επιδιορθώνουν ή κτίζουν καινούρια σπίτια στα θεμέλια γκρεμισμένων παλιών. Είναι κάτι που εκπλήσσει σε έναν τόσο ορεινό και απομακρυσμένο τόπο. Είναι η προοπτική της τουριστικής ανάπτυξης ή η δυναμική της διασποράς των παιδιών της Δάρδας, που επιστρέφουν στο γενέθλιο τόπο; Ίσως ένας συνδυασμός των δύο.

Πλησιάζω σε μια οικοδομή που τώρα χτίζεται. Πιάνω κουβέντα με έναν άντρα της ηλικίας μου, καστανό μέτριου αναστήματος. Μιλά τα ελληνικά σπαστά και σύντομα διαπιστώνω ότι είναι και αυτός Βλάχος. Το όνομά του Thoma Disio (Θωμάς Ντίσιος). Μου εξηγεί ότι δεν είναι από το χωριό, ότι μένει στην Κορυτσά, όπου είναι εργολάβος οικοδομών, και ότι αγόρασε αυτό το οικόπεδο για να χτίσει σπίτι και να περνά τις διακοπές του εδώ με την οικογένειά του. Το πατρικό του είναι στη Ντρένοβα. Ενθουσιάζεται μόλις του λέω ότι είμαι κι εγώ Βλάχος και προσφέρεται με μεγάλη προθυμία να με ξεναγήσει στο χωριό.

Περπατώντας μου μιλά με μεγάλο θαυμασμό για τους παλιούς κατοίκους της Δάρδας. «Ήταν όλοι Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Δεν είχε εδώ ούτε έναν Μουσουλμάνο, από αυτούς που εμείς τους λέμε ‘bilits’(γδαρμένοι)», μου λέει εμφατικά. Μιλά με μεγάλη περιφρόνηση για τους Μουσουλμάνους Αλβανούς, τους οποίους αποκαλεί Τούρκους και τους διαχωρίζει από τους ομοεθνείς τους Χριστιανούς, για τους οποίους μιλά με τα καλύτερα λόγια και λέει ότι είχαν πάντοτε άριστες σχέσεις. Συνεχίζει μιλώντας για τους χωριανούς με τα καλύτερα λόγια. Λέει ότι το χωριό αυτό ανέδειξε πολύ σημαντικούς ανθρώπους, που διέπρεψαν στα γράμματα, στην πολιτική, στο εμπόριο κ.λπ. Μου δείχνει ένα καινούριο σπίτι που ανήκει στον Δήμαρχο των Τιράνων. Ένα δεύτερο που ανήκει σε γνωστό συγγραφέα και ένα τρίτο που ανήκει σε κάποιον βουλευτή. Αντιλαμβάνομαι ότι πρόκειται για ένα χωριό που «γίνεται της μόδας» για την ελίτ των Τιράνων και ότι προορίζεται να γίνει σημαντικό θέρετρο αλλά και τουριστικός προορισμός.

Όσο ενημερώνομαι για το παρελθόν αυτού του χωριού και βλέπω τα μεγάλα πέτρινα σπίτια αντιλαμβάνομαι ότι πρόκειται για την ευμάρεια του ορεινού χώρου κατά την τελευταία περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας που άφησε τη σφραγίδα της σε ολόκληρη τη Βαλκανική. Η περίπτωση μου θυμίζει αρκετά το Ζαγόρι.

Πλησιάζουμε στο νεκροταφείο. «Murmintu», μου λέει. Η λέξη σημαίνει νεκροταφείο ή μνήμα. Είναι μια λέξη που τη γνωρίζω από τη βλάχικη προφορική λογοτεχνία περισσότερο, διότι στο χωριό μου δεν θυμάμαι να την έχω ακούσει ποτέ. Κοιτάζω τα ονοματεπώνυμα στους τάφους. Όλα τα ονόματα χριστιανικά και τα επώνυμα οικεία: Kakuri, Kaçani, Coti, Ceku, Comi, Daku, Dolo, Filipi, Farmaqi… Φωτογραφίζω το συλλογικό μνημείο, που είναι αφιερωμένο σ’ αυτούς που θεμελίωσαν το χωριό και κατασκευασμένο με την αρωγή του Έλληνα προξένου της Κορυτσάς. Ρωτάω για τα βλάχικα επώνυμα. Η απάντηση που παίρνω είναι ότι τα μόνα βλάχικα είναι Dhima και Kapurani. Πρόκειται για επώνυμα αρβανιτοβλάχικα που συναντώ σε όλη την περιοχή. Είναι σαφές ότι οι παλιοί κάτοικοι της Δάρδας δεν ήταν Βλάχοι.

Αφήνουμε το νεκροταφείο και προχωράμε στα σοκάκια του χωριού. Πέφτουμε πάνω σ’ ένα γέροντα γύρω στα ενενήντα του με καπέλο. Ο Θωμάς μου λέει χαμηλόφωνα ότι στον καιρό του Χότζα ήταν πράκτορας της Sigurimi (μυστική αστυνομία) και ότι έστειλε πολύ κόσμο στο «χάψι» (φυλακή). Δουλειά του ήταν να καταδίδει ύποπτους. «Κοιτούσε μη φύγει κανείς για την Ελλάδα», καταλήγει.

Μετά από μια ωριαία περίπου περιπλάνηση στον οικισμό επιστρέφω μαζί με το Θωμά στο ξενοδοχείο, όπου συνεχίζουμε την κουβέντα. Από το Θωμά μαθαίνω πολλά. Έχει συγγενείς (με το ίδιο επώνυμο) στην Κρύα Βρύση Γιαννιτσών, όπου έμεινε και εργάστηκε αρκετά χρόνια. Έχει και αυτός ελληνικό διαβατήριο. Σε ερώτησή μου σχετική με την εθνική του ταυτότητα και συνείδηση πάει να μου απαντήσει στα βλάχικα «him Grets» ( είμαστε Έλληνες) αλλά δεν ολοκληρώνει και το «Grets» το διορθώνει σε «Έllini». Προφανώς δεν του πήγαινε, διότι στα βλάχικα διαχωρίζονται οι Βλάχοι (Rëmëni) από τους Έλληνες (ελληνόφωνους) (Grets) και το να πει ένας Βλάχος «είμαι Γκρέκος (Greku)», είναι ασφαλώς προβληματικό και προκαλεί σύγχυση. Εάν η συζήτησή μας γινόταν στα ελληνικά, νομίζω πως δεν θα είχε πρόβλημα, διότι θα έλεγε απλά «είμαστε Έλληνες». Άλλωστε και οι Βλάχοι της Ελλάδας αυτοπροσδιορίζονται εθνικά ως Έλληνες αλλά όχι ως Γκρέκοι, διότι με αυτό τον όρο αναφέρονται στους ελληνόφωνους από τους οποίους διαχωρίζουν εθνοτικά τους εαυτούς τους, όπως έχουμε τονίσει και με άλλες αφορμές. Μ’ αυτό το θέμα τελειώνει η συζήτηση με το Θωμά.

(Από το βιβλίο μου ΣΤΟ ΣΎΝΟΡΟ, Οδυσσέας. Αθήνα 2010)

Φωτογραφία Θύμιος Ράτσης, 1935

Πίνακας Γιώργος Μήτσης, 2020

Γιώργος Μύτιλης