Γιατί χάνουμε και από την Αλβανία

Γιατί χάνουμε και από την Αλβανία

Του Αλέξανδρου Τάρκα*

Η Ελλάδα βρίσκεται σε μία επικίνδυνη γειτονιά και η εξωτερική πολιτική της είναι λογικό άλλοτε να σημειώνει πρόοδο και άλλοτε να ωθείται σε τακτικές υποχωρήσεις, προσδοκώντας καλύτερες ημέρες.

Ωστόσο, δεν νοείται -ως η ισχυρότερη και σταθερότερη χώρα της ΝΑ Ευρώπης- να δέχεται ταπεινώσεις. Γιατί, πέραν της ηθικής διάστασης, υπονομεύεται η εφαρμογή αξιόπιστης και παραγωγικής διπλωματικής στρατηγικής στο παρόν και στο άμεσο μέλλον. Όσοι ελιγμοί κι αν απαιτούνται για τη συνέχιση του χρήσιμου διαλόγου με την Τουρκία και τη διατήρηση της πολύτιμης ύφεσης στο Αιγαίο και τη ΝΑ Μεσόγειο, η κυβέρνηση δεν είναι δυνατόν, όταν υποδέχεται τον πρόεδρο Ρ.Τ. Ερντογάν, να μην αποτολμά ούτε απλές αναφορές στην άρση του casus belli και την κατάργηση του τουρκολιβυκού μνημονίου. 

Ομοίως στη δεύτερη μεγάλη ήττα των ημερών, με την υπόθεση του εκλεγμένου δημάρχου Χειμάρρας Φρ. Μπελέρη. Όσο ήπια και καλόπιστη κριτική κι αν ασκηθεί στην πολιτική του πρωθυπουργού Κυρ. Μητσοτάκη έναντι του Αλβανού ομολόγου του Έντι Ράμα, η δυσάρεστη αλήθεια είναι ότι το ισοζύγιο επιδεινώνεται διαρκώς σε βάρος των ελληνικών συμφερόντων. Η Ελλάδα έχει απόλυτο δίκιο για τις θαλάσσιες ζώνες, την προστασία της εθνικής μειονότητάς της και τον σεβασμό των δικαιωμάτων του κ. Μπελέρη, αλλά δεν επιτυγχάνει το παραμικρό διμερώς και διεθνώς. Αποτελεί ειρωνεία ότι ο κ. Μητσοτάκης μαχόταν για την έναρξη των ενταξιακών διαδικασιών της Αλβανίας και της Βόρειας Μακεδονίας στην Ε.Ε. Μέχρι και τον Γάλλο πρόεδρο Εμ. Μακρόν νουθετούσε δημοσίως, μέσω συνέντευξης στους «Financial Times», ενώ ενθουσιαζόταν με την -έμπνευσης Μέρκελ- «Διαδικασία του Βερολίνου» για τα Δυτικά Βαλκάνια.

Σήμερα, η Αθήνα διαπράττει πέντε λάθη έναντι των Τιράνων:

  • Πρώτον, συνεχίζει την «αφ’ υψηλού» προσέγγιση ότι ο κ. Ράμα θα καμφθεί με την παρέμβαση επιχειρηματικών παραγόντων με επιρροή εκατέρωθεν ή θα επηρεαστεί από προσωπικά συμφέροντά του. Ενδεχομένως, εξεταστέα εκδοχή προ ετών, αλλά πλέον χρήσιμη μόνον για πολιτικό σίριαλ στο Netflix. 
  • Δεύτερον, η κυβέρνηση υποτιμά τις σχέσεις Άγκυρας – Τιράνων, σαν να μη γνωρίζει όσα έχουν μεθοδεύσει οι συνεργάτες του Τούρκου προέδρου, όπως οι Χ. Φιντάν και Ιμπ. Καλίν. Η δουλειά υποδομής της Άγκυρας ενίσχυσε τον κ. Ράμα, ο οποίος κρίνει ότι έχει πλήθος υποστηρικτών και εναλλακτικών έναντι της Αθήνας. 
  • Τρίτον, ο κ. Μητσοτάκης ελπίζει σε λύση μέσω του αμερικανικού παράγοντα, όπως -μέχρι πρότινος- βασιζόταν στο Βερολίνο. Η Ουάσινγκτον έκανε πέρυσι μια διακριτική και βαρύνουσα παρέμβαση για την ΑΟΖ (που σε άλλες εποχές θα έλυνε πολλά προβλήματα), χωρίς να επιτευχθεί η δρομολόγηση συνυποσχετικού για τη Χάγη. Προ μηνός, οι ΗΠΑ προέτρεψαν την Αλβανία να μεταβάλει πολιτική έναντι του κ. Μπελέρη, αλλά ο κ. Ράμα προβάλλει σαν λάβαρο τη στάση του κατά της ρωσικής διείσδυσης στα Βαλκάνια και των ιρανικών – ισλαμικών επιθέσεων στα σκοτεινά αλώνια του κυβερνοπολέμου. 
  • Τέταρτον, η Αθήνα πόνταρε σε υποστήριξη της ισπανικής προεδρίας της Ε.Ε., ξεχνώντας τις διαφωνίες με τον πρωθυπουργό Π. Σάντσεθ και περίπλοκες υποθέσεις, όπως τα συμβόλαια της ισπανικής αμυντικής βιομηχανίας στην ευρύτερη περιοχή. Τα πράγματα δεν θα αλλάξουν με τις διαδοχικές προεδρίες του Βελγίου και της Ουγγαρίας το 2024. 
  • Πέμπτον, με ευθύνη του Μαξίμου (και όχι του υπουργείου Εξωτερικών) η Ελλάδα αυτοπεριορίζεται μόνο στο αίτημα ορκωμοσίας του κ. Μπελέρη και αυτοπαγιδεύεται στο 24ο κεφάλαιο (Δικαιοσύνη – ελευθερίες) των διαπραγματεύσεων Ε.Ε. – Αλβανίας, κάνοντας τον κ. Ράμα να μειδιά. Γιατί ο καγκελάριος Ο. Σολτς ήδη υπεράσπισε την αλβανική Δικαιοσύνη, ενώ όλοι στην Κομισιόν γνωρίζουν ότι το συγκεκριμένο κεφάλαιο θα αργήσει -ίσως πολλά χρόνια- ν’ ανοίξει. 

Παρά όλες αυτές τις αστοχίες, το Μαξίμου επιμένει στα επικοινωνιακά παίγνια. Με φωτογραφίες του κ. Μητσοτάκη να κουνά το δάχτυλο στον κ. Ράμα και διαρροές περί επικείμενων βέτο στο σύνολο των 35 διαπραγματευτικών κεφαλαίων. Πολύ ωραία όλ’ αυτά, για να είναι αληθινά. Με αποτέλεσμα οι ξένοι ηγέτες -και πρώτος ο κ. Ράμα- να αντιλαμβάνονται ότι η κυβέρνηση ασκεί εξωτερική πολιτική για εσωτερική κατανάλωση, χωρίς γνήσια αποφασιστικότητα ανάσχεσης των σχέσεων Βρυξελλών – Τιράνων. 

*Εκδότης του περιοδικού «Άμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη

antinews.gr

Σχετικά άρθρα: