H «συγγνώμη» που δεν θα ζητήσουν Σαμαράς και Μητσοτάκης!

H «συγγνώμη» που δεν θα ζητήσουν Σαμαράς και Μητσοτάκης!

Από τον Αλέξανδρο ΤΑΡΚΑ

Το γεγονός ότι η Δικαιοσύνη στάθηκε στο ύψος της αποστολής της είναι αυταπόδεικτο. Όχι, ασφαλώς, υπό το σκεπτικό της δικαίωσής μας, αλλά επειδή η εισαγγελική πρόταση και το βούλευμα -που την έκανε δεκτή και υπερθεμάτισε- αξιολόγησαν τα πραγματικά περιστατικά και όχι τα μυθεύματα Μιωνή. Όσα ισχυρίστηκε ψευδώς δεν θα έστεκαν ούτε σε απλή προκαταρκτική εξέταση.

Ωστόσο, έφτασαν στο ύψος και στην αρμοδιότητα του Αρείου Πάγου λόγω πολιτικών μεθοδεύσεων, αξιοποιώντας τον αναχρονιστικό νόμο περί ευθύνης υπουργών και τη στρεβλή λειτουργία των επιτροπών της Βουλής, η οποία βασίζεται στην εκάστοτε κομματική πλειοψηφία αντί της αντικειμενικής έρευνας των γεγονότων.

Σε αυτό το πλαίσιο, το ζήτημα δεν είναι τι λέει όποιος Μιωνής, αλλά τι πράττει το πολιτικό σύστημα. Δυστυχώς, ούτε ο σημερινός πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ούτε ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων. Δεν είναι του παρόντος (και ίσως δεν έχει και πολύ μεγάλη αξία πλέον) η αναλυτική εξιστόρηση των γεγονότων και η αξιολόγηση της ηθικής διάστασης της συμπεριφοράς τους έναντι ημών.

Κι ας γνωριζόμαστε, προσωπικά, με τους κυρίους Μητσοτάκη και Σαμαρά για δεκαετίες ολόκληρες με -αντιστοίχως- πάντα ανέφελες και εξαιρετικά στενότατες σχέσεις.

Άλλωστε δεν ζούμε σε κόσμο αγγελικά πλασμένο και τα συμφέροντα αλλάζουν τους ανθρώπους. Άλλοτε αυτοβούλως κι άλλοτε κατόπιν πιέσεων ή φόβου ή προσωπικών αδιεξόδων ή και -τι ειρωνεία για κορυφαίους πολιτικούς που διαχειρίζονται τις ψήφους της Κεντροδεξιάς και τις τύχες της χώρας!- λόγω ολοφάνερα λανθασμένων εκτιμήσεων.

Αντίθετα, επιβάλλεται η αξιολόγηση της πολιτικής και κατεξοχήν αντιθεσμικής συμπεριφοράς των κυρίων Μητσοτάκη και Σαμαρά και των δημόσιων παρεμβάσεών τους στη Δικαιοσύνη που είναι ανεπίτρεπτες σε δυτικές δημοκρατίες.

Πρώτα απ’ όλα, ο πρωθυπουργός ήταν ο ίδιος που καυχιόταν ότι η εκτελεστική εξουσία δεν αναμειγνύεται στις σχετικές διαδικασίες (γι’ αυτό και τα κυβερνητικά έδρανα ήταν άδεια κατά τις ψηφοφορίες των παραπομπών) και ότι, πολύ περισσότερο, το Μέγαρο Μαξίμου δεν ασκεί πιέσεις στη Δικαιοσύνη. Λόγια αμφίβολης αξιοπιστίας από την αρχή, ούτως ή άλλως, αφού ο προ διετίας κυβερνητικός εκπρόσωπος, ταυτόχρονα με τους αυτάρεσκους ισχυρισμούς του πρωθυπουργού, διαφήμιζε παράνομες ηχογραφήσεις, οι οποίες, όπως σταδιακά αποκαλύπτεται, ήταν μικρό μόνον τμήμα ευρύτερης σκοτεινής εκστρατείας.

Ωστόσο, το τελευταίο φύλλο συκής έπεσε σε αγόρευση του πρωθυπουργού, στη Βουλή, στις 30 Ιανουαρίου 2022. Φωνάζοντας και με ύφος αγανακτισμένου, ο κ. Μητσοτάκης υποστήριξε ότι «δημοσίευσαν ψεύτικα στοιχεία, για να στήσουν ψεύτικες κατηγορίες. Γι’ αυτό καλούνται ως ύποπτοι! Όχι για την άποψή τους. Αυτό δεν λέγεται δημοσιογραφία. Αυτό λέγεται συμμορία! Δεν λέγεται ελευθεροτυπία, αλλά ελευθεροδολοφονία». Αραγε δεν πρόκειται για τον ορισμό της εξόφθαλμης, βαριάς παρέμβασης και μάλιστα κατά την κορύφωση της ανακριτικής διαδικασίας;

Ο γράφων είχε εμφανιστεί ενώπιον της ανακρίτριας 15 ημέρες πριν από την αντιθεσμική εισπήδηση του κ. Μητσοτάκη στη Δικαιοσύνη, ενώ ο Γ. Φιλιππάκης ακολουθούσε 30 ημέρες αργότερα.

Υπάρχει, βέβαια, και η πιο «αθώα» εκδοχή ο κ. Μητσοτάκης να μην είχε σκοπιμότητα άσκησης πίεσης στη Δικαιοσύνη και «απλώς» να διολίσθησε σε μια λάθος κρίση. Όταν όμως κατέχεις το υψηλό αξίωμα του πρωθυπουργού δεν διαθέτεις το άλλοθι τόσο άστοχης εκτίμησης καταστάσεων και αξιολόγησης προσώπων.

Και, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικό ο πρωθυπουργός μια να δηλώνει ότι οι διασωληνωμένοι εκτός ΜΕΘ δεν κινδυνεύουν (αλλά η χώρα να σημειώνει ρεκόρ θανάτων), μετά να βλέπει «συμμορίες» με 6-7 κακουργήματα (αλλά ο Άρειος Πάγος να μη βρίσκει ούτε απλές ενδείξεις) και αργότερα να συναντά -χωρίς καν έναν Έλληνα πρακτικογράφο παρόντα- τον Ερντογάν, διαβεβαιώνοντας για ηρεμία στο Αιγαίο (αλλά έπειτα από μόλις 40 ημέρες οι δύο χώρες να βρίσκονται στο χείλος του πολέμου).

Πριν από τον κ. Μητσοτάκη, ο κ. Σαμαράς είχε αναδειχθεί πρωταθλητής στο αγώνισμα των παρεμβάσεων στη Δικαιοσύνη σε αντίθεση με την άψογη θεσμική στάση που τήρησε (εξαιρουμένης της «λίστας Λαγκάρντ») κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργικής θητείας του.

Όταν αδίκως και δολίως κλητευθήκαμε -προσωρινά- ως ύποπτοι στη Βουλή, τον Ιούνιο του 2020, ο πρώην πρωθυπουργός ισχυρίστηκε -υποκριτικά και προσβλητικά- ότι «η παρέα το έβαλε στα πόδια».

Σαν να μη γνώριζε την αλήθεια. Αφενός, ότι ήταν η -αποκλειστικά αρμόδια- Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής που έκρινε ομόφωνα ότι δεν υπήρχε αρμοδιότητα κλήσης των μη πολιτικών προσώπων ως υπόπτων. Και, αφετέρου, ο κ. Σαμαράς γνώριζε -αν δεν μεθόδευσε κιόλας- ότι η κυβερνητική πλειοψηφία σκόπιμα απέρριψε το έγγραφο αίτημά μας να καταθέσουμε ως μάρτυρες, επειδή θα αποκαλυπτόταν από τότε η πλήρης αλήθεια.

Στη συνέχεια ο κ. Σαμαράς προέβη σε δημόσιες δηλώσεις αμφισβήτησης των αποφάσεων και της πορείας της ανακριτικής διαδικασίας επί σειρά μηνών, συντονίζοντας και φίλιους αρθρογράφους στον ίδιο ρυθμό.

Το μόνο που απομένει είναι να επιβεβαιωθούν πλήρως οι πληροφορίες ότι κινήθηκε δραστήρια, προς πολλές κατευθύνσεις, ακόμα και μετά την έκδοση της απαλλακτικής πρότασης της κυρίας εισαγγελέως του Δικαστικού Συμβουλίου. Όχι για το σκέλος της υπόθεσης Novartis (για το οποίο ο κ. Σαμαράς θα μπορούσε να επικαλεστεί προσωπικό ενδιαφέρον), αλλά πάντοτε και επίμονα (όχι και ανεξήγητα πια) για το σκέλος Μιωνή.

Πέραν όλων αυτών, ο πρώην και ο νυν πρωθυπουργός ουδέποτε ενδιαφέρθηκαν για την αποζημίωση του Ελληνικού Δημοσίου από την τράπεζα HSBC που βρισκόταν στο επίκεντρο της «λίστας Λαγκάρντ».

Σαν ο πρώτος να μην είχε ορκιστεί τον Ιούνιο του 2012 «να υπηρετώ το γενικό συμφέρον του ελληνικού λαού» και σαν ο δεύτερος να μην έδωσε, τον Ιούλιο του 2019, τον ίδιο όρκο, φέροντας ως σήμερα την ίδια μέγιστη ευθύνη. Δεν χρειαζόταν και δεν χρειάζεται να κάνουν τίποτα περισσότερο απ’ όσα έπραξαν οι πολιτικές ηγεσίες της Γαλλίας και του Βελγίου.

Καθεμιά από τις δύο χώρες εισέπραξε 300.000.000 ευρώ έπειτα από συμβιβασμό με την HSBC, η οποία αναγνώρισε τις ευθύνες για φοροδιαφυγή μέσω της ίδιας και δικτύου οff-shore εταιριών συνεργατών της. Η Ελλάδα δεν αναζήτησε και δεν αναζητεί τα ίδια ή μεγαλύτερα ποσά, αν και θα έχτιζαν δύο νοσοκομεία στην πατρίδα μας ή θα ενίσχυαν την εθνική άμυνα και το κράτος πρόνοιας. Μικρές λεπτομέρειες για ορισμένους…

Οι κύριοι Μητσοτάκης και Σαμαράς γνώριζαν, από την αρχή, σχεδόν όλες τις λεπτομέρειες της υπόθεσης Μιωνή. Ευθύνονται, με πράξεις και παραλείψεις, για πολλά απ’ όσα συνέβησαν. Οφείλουν μία συγγνώμη. Όχι σε όσους αβάσιμα κατηγορήθηκαν, αλλά στους θεσμούς που δεν σεβάστηκαν και στους Έλληνες πολίτες των οποίων τα συμφέροντα δεν προστάτευσαν.

newsbreak.gr

Γιώργος Μύτιλης