Η καμπάνα που σήμανε για πρώτη φορά τη Νέα Ανάσταση

Η καμπάνα που σήμανε για πρώτη φορά τη Νέα Ανάσταση

ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ

Γράφει

ο Μηνάς Λέκκας

Ήταν σαν τώρα, Δεκέμβρης του 1990. Το φοβερό κάστρο της χοτζικής δικτατορίας έχει αρχίσει να τρίζει, να τρέμει συθέμελα. Μισός, σχεδόν, αιώνας ωμής βίας και βασανιστικών στερήσεων, έχει φέρει τον κόσμο στο σημείο μηδέν. Η λαϊκή οργή έχει ξεχειλίσει, έχει γίνει ακράτητη και κατά καιρούς εκδηλώνονταν με διάφορους τρόπους. Ο Δεκέμβρης όμως, ήταν ο μήνας των μεγάλων εκρήξεων, που επισφράγισε τελικά το θάνατό της. Ποιος όμως αγαπάει το θάνατο; Όπως κάθε μελλοθάνατος και η Δικτατορία, πάλευε απελπισμένα για να επιζήσει. Πολεμούσε το σκοτάδι με το φως. Το πληγωμένο αιμοσταγή καθεστώς, αντιστέκονταν απελπισμένο. Στις επάλξεις αυτού του αγώνα, στάθηκαν επάξια και τα λεβεντόπαιδα της Καλογοραντζής. Τι συνέβαινε στο χωριό αυτό εκείνες τις μέρες του Δεκέμβρη; Το  χωριό ήταν βυθισμένο σε μια νεκρική σιγή, φορτωμένο με το άγχος και την αγωνία του αύριο, όταν ξαφνικά μέσα στην παγερή νύχτα ακούστηκε ο βροντόφωνος, γλυκός ήχος της βαριάς καμπάνας, που έκοψε στα δυο το χτες από το σήμερα. Γερά και αποφασισμένα χέρια τη χτυπούσαν επίμονα και προκλητικά. Οι χαρμόσυνοι ήχοι της συνέχισαν να ακούγονται ώρα πολύ, διαδίδοντας το συχαρίκι της νέας εποχής και της νέας ανάστασης στο χωριό και σε όλη τη Δερόπολη.

Το δικτατορικό καθεστώς, με το σιδερένιο χέρι του χαλασμού, που πέρασε πάνω απ’ τα θρησκευτικά ιδρύματα ολόκληρες δεκαετίες, με την καθημερινή προγραμματισμένη και καλοπληρωμένη αθεϊστική προπαγάνδα και με την απειλή του νόμου για όσους τολμούσαν να κάνουν έστω και το σταυρό τους σαν καλοί χριστιανοί, νόμισε πως ξεμπέρδεψε με αυτόν τον «τομέα». Λάθεψε όμως οικτρά. Στα τρίσβαθα της ψυχής των ανθρώπων, έμενε άθικτη και ολοζώντανη η πίστη και η αγάπη προς το Θεό. Στα σπίτια του χωριού έβρισκες κρυμμένα εικονίσματα μέσα σε σεντούκια, θρησκευτικά βιβλία, λίγη θυμίαμα κι ένα καντήλι αναμμένο, που έκαιγε όλη τη νύχτα μπροστά στην εικόνα της Παναγιάς, μακριά απ’ το άγρυπνο μάτι του καταδότη. Από καιρό σε καιρό γίνονταν πιο τολμηρές οι εκδηλώσεις. Κάποιος ξανασήκωσε το γκρεμισμένο εικόνισμα του Αγίου Νικολάου στο Προσήλιο κι έστησε πάνω του έναν καλοφτιαγμένο μεταλλικό σταυρό.  Άναψε και η καντήλα του Αγίου. Ψηλά, πάνω απ’ το χωριό, πλάι στο ερειπωμένο ξωκλήσι της Παναγιάς, σηκώθηκε ένας πελώριος ξύλινος σταυρός, που διακρίνονταν από πολύ μακριά. Μέσα στα χαλάσματα, μπουκάλια με λάδι, τάγματα στην Μεγαλόχαρη. Στο νεκροταφείο τα μνήματα άρχισαν να ξαναφέγγουν τις νύχτες. Άρχισαν να ξαναμπαίνουν πάνω τους  οι σπασμένοι σταυροί. Οι αρχές ανήσυχες, βάλθηκαν σε κίνηση. Καιροφύλαγαν να πιάσουν τους δράστες, τους υπαίτιους. Απειλούσαν με το νόμο, έκαναν συγκεντρώσεις του λαού, μα τίποτε. Ως είναι γνωστό, καθετί που απαγορεύεται γίνεται πιο απαιτητικό και ο άνθρωπος βρίσκει τρόπο να το εκδηλώσει.

Έτσι φθάσαμε στην παγερή εκείνη νύχτα του Δεκέμβρη. Στη δωδέκατη του νύχτα  για την ακρίβεια, όπου τα διαλεχτά παλικάρια της Καλογοραντζής, αψηφώντας κάθε κίνδυνο, μόνον με τη δύναμη των χεριών και της ψυχής τους, ανέβασαν πάνω στο ψηλό καμπαναριό την τεράστια καμπάνα, που πριν από 23 χρόνια την κατέβασαν και την πέταξαν σε κάποια αποθήκη, δουλικά χέρια του καθεστώτος. Νύχτα. Κρύο. Σκοτάδι. Η καμπάνα βαριά και το καμπαναριό ψηλό. Μες στο σκοτάδι παραμόνευαν οι μπράβοι και ο κίνδυνος ήταν εφικτός από παντού. Τίποτε όμως, δε στάθηκε ικανό να σταματήσει τα αποφασισμένα παιδιά. Η καμπάνα ανέβηκε και στάθηκε περήφανη στη θέση της. Ομόρφυνε το ψηλό καμπαναριό. Στο χτύπημά της αγαλλίασε ολόκληρο το χωριό. Ήταν ένα «Χριστός  Ανέστη» το Δεκέμβρη, προοίμιο λευτεριάς. Για το καθεστώς σήμαινε το θάνατό του.

Μόλις ξημέρωσε, μέσα σ’ ένα κλήμα σύγχυσης, ταραχής, απειλών και ύβρεων, οι «επίσημοι» την ξανακατέβασαν απ’ το καμπαναριό. Τη νύχτα όμως, η καμπάνα ήταν και πάλι στη θέση της και οι ήχοι της σκορπούσαν στον αιθέρα μηνύματα αγάπης και λατρείας. Ήταν αυτή μια παλικαρίσια απάντηση που τα νιάτα της Καλογοραντζής έδιναν στο δικτατορικό καθεστώς. Ήρθαν απεσταλμένοι από το Αργυρόκαστρο. Οι μοχλοί του κόμματος. Και πάλι συγκεντρώσεις, κολακείες, απειλές. Και πάλι τίποτε. Το λόγο τον παίρνει η Ασφάλεια. Τα παιδιά τα φωνάζουν ένα – ένα στα κακόφημα γραφεία της στο Αργυρόκαστρο, τα τρομοκρατούν, ασκούν πάνω τους βία, ψυχική και σωματική. Ζητούν να μάθουν ποιοι είναι οι υποκινητές, ποιοι είναι οι δράστες, ζητούν ονόματα. Τα λεβέντικα παιδιά όμως … «δεν ξέρουν τίποτε». Ξανακατεβάζουν και πάλι την καμπάνα, για να την ξανανεβάσουν και πάλι οι λεβέντες και να μείνει για πάντα εκεί ψηλά, στη θέση που είναι η θέση της, στο  περήφανο, λιθοσκάλιστο καμπαναριό της εκκλησίας.

 Το γεγονός αυτό θα πρέπει να περάσει στην ιστορία του τόπου μας σαν εκδήλωση της δημοκρατικής του ψυχής, εκδήλωση μίσους και αγώνα κατά της δικτατορίας. Η καμπάνα αυτή ήταν η πρώτη, όχι μόνον στην Καλογοραντζή, στη Δερόπολη και στην  Ε.Ε.Μειονότητα, αλλά ίσως και πιο πέρα, που έγινε σύμβολο αγώνα για την πολιτική, θρησκευτική και πολιτιστική ελευθερία μας, που σήμανε πρώτη τη Νέα Ανάσταση, τον ερχομό μιας νέας εποχής. Πέρασαν από τότε τέσσερα χρόνια. Έρχονται και φεύγουν οι Δεκέμβριδες, χωρίς κανένας από τους ιθύνοντες της Ε.Ε.Μειονότητας, κυρίως από την Ομόνοια, να αναφερθεί στη γενναία και αξιέπαινη αυτή πράξη των παιδιών της Καλογοραντζής. Να οργανωθεί κάποια συνάντηση ή εκδήλωση στο γεγονός αυτό. Μήπως δεν έχει μνήμη αυτός ο τόπος;

15.12.1995

Η ΚΑΜΠΑΝΑ
Γλυκόλαλη, βροντόφωνη ακούστηκε η καμπάνα
μια νύχτα στο χωριό.
…Χρόνια βουβό και έρημο, χρόνια χωρίς καμπάνα
στο μεσοχώρι το ψηλό καμπαναριό.

Τη γκρέμισε στη διάβα της μια ξέφρενη μανία,
που σκόρπιζε τη φρίκη
και σάρων’ ό, τι ιερό. Κι έγιν’ η εκκλησία
μια μέρα αποθήκη.

Μα τώρα ποιος ετόλμησε ξανά να τη σηκώσει
και πάλι εκεί ψηλά
και τη θανάσιμη σιγή της νύχτας να σκοτώσει
σκορπώντας τη χαρά;

Ποια χέρια τη σηκώσανε, ποια χέρια τη χτυπάνε,
ποια νιάτα τολμηρά,
ελπιδοφόρο μήνυμα τη νύχτα αυτή σκορπάνε
προοίμιο λευτεριάς;

Ξημέρωσε. Κι οι «επίσημη» την ξανακατεβάσαν
απ’ το καμπαναριό.
Νύχτωσε. Τη σηκώσανε και πάλι οι λεβέντες.
βουίζει το χωριό
.

Ανέβαινε, κατέβαινε, βροντούσε και σιγούσε
μερόνυχτα η καμπάνα.
Να σταματήσει εκεί ψηλά πάσχιζε, πολεμούσε,
μέσα στην τραμουντάνα.

Και στάθηκε! Και στέκεται! Κι ήχους γλυκούς σκορπίζει
η καμπάνα τις γιορτές
και τι σκληρό, τι σκοτεινό, τι άδικο θυμίζει
ήταν για μας το χτες.

Καλογοραντζή 20.12.1990

Σχετικά άρθρα: