Κι έφυγε τόσο γλυκά από τη ζωή…

Κι έφυγε τόσο γλυκά από τη ζωή…

Ο Γιώργος ΜΠΟΥΝΤΡΗΣ πέρασε τη ζωή του ταξιδεύοντας κι έφυγε τόσο γλυκά απ’ αυτή. Καθώς ταξίδευε με αυτοκίνητο, πρόλαβε να αναφέρει με δυσκολία μόνο λίγες λέξεις: «…θολώνουν τα μάτια μου!». Μόνο τόσο… κι ώσπου να χαμηλώσει την ταχύτητα, απεβίωσε πάνω στο τιμόνι, στα χέρια του Βασίλη, του αδερφού του…

Το περιστατικό συνέβη στις 3 Δεκεμβρίου 2007, σε μια πόλη της Αμερικής, όπου κατοίκησε μερικά χρόνια, μετά τη δεκαετία του ’90.

25 χρόνια στ’ Αργυρόκαστρο υπηρέτησε ως ταξιτζής. Όταν επέστρεφε από το ταξίδι, σύχναζε στο καφενείο του Τουριστικού Ξενοδοχείου, χώρος που του ξυπνούσε πολλές αναμνήσεις και δεν τον άλλαζε με άλλο.

Φίλοι, παλιοί πελάτες που συναντιόντουσαν, έστριβαν τσιγάρο, έπιναν έναν καφέ και περνούσαν τον ελεύθερο χρόνο εκεί μαζί, μιλώντας για πολιτική, για την τέχνη και τον αθλητισμό.

Δεν άφηνε κανέναν να πληρώσει.

«Εδώ έχουν αλλάξει τα πάντα», είπε στην τελευταία του επίσκεψη, απογοητευμένος από τη ζωντάνια που έλειπε. Το καφενείο είχε μετατραπεί σε τράπεζα, η αίθουσα δεξιώσεων σε χώρο συναντήσεων, συγκεντρώσεων.

Πριν ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Ο Τουρισμός και η πλατεία έσφυζαν από ζωή. Το Γιώργο οποιαδήποτε ώρα κι αν τον ζητούσες, θα τον έβρισκες ανάμεσα στο πλήθος, πάντα χαμογελαστό και γλυκομίλητο. Είχε προσαρμοστεί με το περιβάλλον, την αργυροκαστρίτικη κοινωνία. Συμπεριφέρονταν όμορφα. Τον έπαιρνε κόσμος σε γάμους και γιορτές. Εξυπηρετούσε πολιτισμένα, κρατούσε πάντα σε ετοιμότητα και καθαρή τη «Βαρσάβα», στόλιζε με δύο κόκκινα μαντήλια τους καθρέφτες όταν ταξίδευε με τον γαμπρό για να πάρουν τη νύφη.

Ήταν πάντα έτοιμος, όπως τον ζητούσε το καθήκον, δεν υπολόγιζε χρόνο εργασίας. Ακόμα και μεσάνυχτα αν του χτυπούσες την πόρτα, σε εξυπηρετούσε σιωπηλά.

Όταν επέστρεφε αργά τη νύχτα από τα Τίρανα, δεν πήγαινε στο χωριό. Κοιμόταν στο αυτοκίνητο. Το πρωί θα μπορούσε να τον βρει οπουδήποτε.. σε οποιοδήποτε σταυροδρόμι… Σαν εκείνο το ψυχρό πρωί του Δεκέμβρη, που τον χώρισε ειρηνικά από αυτόν τον κόσμο. Μακριά από το Χάσκοβο και το ανανεωμένο σπίτι του, χτισμένο με τα ίδια του τα χέρια…

Από το βιβλίο του Αντών ΛΙΟΥΛΙΑ: «Το Αργυρόκαστρο σε ταξίδι…»

Σχετικά άρθρα: