Οι πραγματικοί ήρωες, συνήθως, μένουν στην αφάνεια

Οι πραγματικοί ήρωες, συνήθως, μένουν στην αφάνεια

Από τη δύσκολη φυλακή του Σπατς, που δεν μπορούσε να βγει εύκολα ούτε πουλί, ο Σταύρος Γκούτζος με έναν έμπιστο, στενό του φίλο από τη Μπρέζντανη, μια σκοτεινή χειμωνιάτικη νύχτα του 1978, με τσουχτερό κρύο και βροχόπτωση, κατόρθωσαν να δραπετεύσουν.

(Τότε, θυμάμαι, το χωριό μας, η Δερβιτσάνη, ήταν σε ασφυκτικό κλοιό).

Εννιά μερόνυχτα περπατούσαν μέσα σε βροχή, σε παγωμένο χιόνι, βρεγμένοι πατόκορφα, άυπνοι, κατακουρασμένοι και νηστικοί, οι δύο “δραπέτες”. Έτρωγαν μόνο βελάνια, για να ξεγελάσουν την πείνα. Να κρατήσουν την ψυχή ζωντανή.

Σε μύλο, ανασήκωσαν τις μυλόπετρες και καταβρόχθισαν αλεύρι…

Κυνηγημένοι από στρατό και αστυνομία, κάποια στιγμή έφτασαν κοντά στο σύνορο.

Όταν ετοιμάστηκαν να περάσουν απέναντι, μια ανάσα ήταν η απόσταση, λίγα τα μέτρα που τους χώριζαν από τη λευτεριά – τη γειτονική Γιουγκοσλαβία – σπάει το στομάχι του φίλου του.

Δεν υπήρχε χρόνος για δεύτερη σκέψη. Η ζωή τού φίλου του κινδύνευε. Ο Τσιάβος ζαλώνεται τον ασθενή, βγαίνει στη δημοσιά και παραδίνεται. Για να οδηγηθεί μετά… αυτός ξανά στη φυλακή, για να υποστεί τα δεινά κι ο φίλος του προσωρινά σε νοσοκομείο της περιοχής για νοσηλεία…

Αυτή η κορυφαία πράξη, η ηρωική, που σας ανέφερα, είναι μόνο μία από τις πολλές.

Όμως, οι πραγματικοί ήρωες, όπως και ο Σταύρος Γκούτζος, με τα πολλά αντιστασιακά γεγονότα – πεντακάθαρα δείγματα γραφής – δεν γίνονται αποδεχτοί. Μένουν στην αφάνεια.

Υστερόγραφο:

Τα όσα σας αφηγήθηκα, ήρθαν αυθόρμητα και κάθισαν στο νου μου στου Τσιάβου τα σαρανταήμερα.

Σχετικά άρθρα: