Περιμένουμε … ως πότε όμως;

Περιμένουμε … ως πότε όμως;

Γράφει

ο Μήνας Λέκκας

Περιμένουμε… Πέρασε πολύς καιρός που περιμένουμε. Με υπομονή, καρτερικά. Ίσως, γιατί εμείς οι Βορειοηπειρώτες, έχουμε μάθει να περιμένουμε. Εμείς δεν ήμασταν που περιμέναμε πενήντα ολόκληρα χρόνια να ανοίξει η σκουριασμένη πόρτα της Κακαβιάς; Και η σκουριασμένη πόρτα της Κακαβιάς άνοιξε. Πρώτος την άνοιξε ο Έλληνας Υπουργός των Εξωτερικών κ. Κάρολος Παπούλιας. Και εμείς τον περιμέναμε όπως ο διψασμένος μας κάμπος το νερό. Μέσα μας ζωντάνεψαν κάποιες ελπίδες, που ο αδυσώπητος χρόνος είχε απονεκρώσει. Και περιμέναμε ωσότου μια μέρα, οι πόρτες τρίζοντας, άνοιξαν διάπλατα και τα ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα γκρεμίστηκαν. Και ήρθαν σ’ αυτόν τον τόπο επίσημοι και ανεπίσημοι. Ήρθαν τραγουδιστές και καλλιτέχνες, ιδρύματα, επιχειρηματίες, κληρικοί, βουλευτές, υπουργοί και πρωθυπουργοί. Και εμείς νιώσαμε ανακούφιση, πήραμε κουράγιο, αισθανθήκαμε από κοντά τη μεγάλη τους βοήθεια, ηθική και οικονομική. Θα ’ναι αμάρτημα να μη το λέμε ή καλύτερα να μη το βροντοφωνάζουμε αυτό.

   Εκείνο όμως που μας έδωσε ιδιαίτερη  χαρά ήταν η υπόσχεση όλων τους, από τον μικρότερο μέχρι τον τέως Πρωθυπουργό κ. Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, ο οποίος ευρισκόμενος σε μια πανηγυρική, ξέχειλη ενθουσιασμού, υποδοχή, στα μαρτυρικά μας χώματα, στο κεφαλοχώρι της Δερβιτσάνης, μας είπε: «Εσείς οι Βορειοηπειρώτες, θα μπαινοβγαίνετε στη Μητέρα Πατρίδα, την Ελλάδα, ελεύθερα! Θα έχετε ελεύθερη επικοινωνία με το Έθνος σας!». Ουρανομήκη χειροκροτήματα και επευφημίες δόνησαν την κατάμεστη πλατεία.

   Πέρασε καιρός από τότε. Και εμείς περιμένουμε. Η Αλβανική Βουλή ενέκρινε νόμο για διπλή υπηκοότητα σε όλους τους Αλβανούς απανταχού της γης. Εμείς περιμένουμε. Περιμένουμε, περιμένοντας καρτερικά έξω από την πόρτα της Ελληνικής Πρεσβείας στα Τίρανα και του Ελληνικού Προξενείου στο Αργυρόκαστρο  για να πάρουμε μια βίζα. Περιμένουμε, περιμένοντας έξω από το Μέγαρο της Αστυνομίας στα Γιάννενα, στην Κέρκυρα, στην Αθήνα, για να πάρουμε μια κάρτα, ίδια μ’ αυτή που παίρνουν και οι Αλβανοί. Ίδια είναι και τα διαβατήριά μας. Δεν έχουμε καμιά κακία με τους Αλβανούς. Συζούμε μαζί τους τόσα χρόνια ειρηνικά, αδελφικά και θα πρέπει να βοηθηθούν όσο το δυνατό περισσότερο σε αυτή τη δύσκολη περίοδο. Εμείς όμως είμαστε Έλληνες, και αυτό δε σημειώνεται πουθενά στα χαρτιά μας, δε σημαίνει τίποτε για μας. Γι’ αυτό και συμβαίνουν και γεγονότα που σε βάζουν σε σκέψεις.

   Προ καιρού ο φαντάρος κάτω στη Γέφυρα, όπως συνήθως, ελέγχει τα διαβατήριά μας.

«Κατέβαινε κάτω», λέει σε μια γριά. Υποψιάζεται πως κάτι δεν είναι εντάξει στο διαβατήριό της. Εκείνη κοιτάζει γύρω της και τον παρακαλεί. Τον παρακαλούμε και εμείς. Εκείνος όμως είναι ανένδοτος και μας απαντάει νευριασμένα: «Η Ελλάδα δεν είναι καφενείο.» Και η Δεροπολίτισα, Ελληνίδα γριά κατεβαίνει. Έξω είναι νύχτα. Βρέχει. Ο νόμος θα μου πει κάποιος. Συμφωνώ. Προτού όμως γίνει ο νόμος, γίνονται οι εξαιρέσεις. Και η Ελληνίδα αυτή γριά ήταν μια εξαίρεση και αν ακόμα το διαβατήριό της παρουσίαζε κάποια ατέλεια. Τέτοια περιστατικά είναι συνηθισμένα.

   Το λεωφορείο φεύγει, και στα αυτιά μου ηχούν ακόμα τα λόγια του φαντάρου: «Η Ελλάδα δεν είναι καφενείο.»  Ναι, η Ελλάδα δεν είναι και δεν πρέπει να είναι καφενείο. Εμείς ποτέ δεν τη θεωρήσαμε τέτοια. Εμείς τη θεωρήσαμε μητέρα. Πάνω της στηρίξαμε και στηρίζουμε πολλές ελπίδες. Γι’ αυτό και περιμένουμε με υπομονή, καρτερικά. Όπως ξέρουμε να περιμένουμε μόνον εμείς οι Βορειοηπειρώτες. Ως πότε όμως;

Αργυρόκαστρο 10.03.1994

Σχετικά άρθρα: