Πού είναι η Κορυτσά;

Πού είναι η Κορυτσά;

Ήταν στις 28 Οκτωβρίου· μέρα γιορταστική, που είχε τιμηθεί με ιδιαίτερη επισημότητα η επέτειος της «Πορείας προς τη Ρώμη». Ο νέος γύριζε σπίτι κατά το βράδυ, όταν μπροστά στην καγκελόπορτα της «Εφημερίδας της Παντούζα» ανταμώθηκε μ’ ένα φίλο που εργαζόταν στη σύνταξη της εφημερίδας. Από αυτόν έμαθε το νέο της τελευταίας ώρας. Στη διάρκεια της μέρας ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ είχαν συναντηθεί απρόοπτα στη Φλωρεντία· την ίδια στιγμή τα ιταλικά στρατεύματα της Αλβανίας είχαν εισβάλει στην Ελλάδα.

Ο νεαρός δεν συγκρατιόταν άλλο· «Πάντα σπουδαίος ο Ντούτσε! Φέτος γιορτάζεται η επέτειος της φασιστικής επανάστασης κανονίζοντας τους λογαριασμούς μ’ έναν άλλο προβοκάτορα… Σύντομα θα δούμε την τρίχρωμη πάνω στην Ακρόπολη!»

O Tζούλιο άκουσε χωρίς να σχολιάσει και γύρισε σπίτι βιαστικά. Δεν κατάφερνε να καταλάβει τον λόγο εκείνης της ξαφνικής επίθεσης σ’ ένα έθνος ανίσχυρο και φτωχό, που δεν μπορούσε να απειλήσει κανένα κι επιδίωκε μόνο να το αγνοούν.

Και στο καφέ «Τορίνο» η είδηση έγινε δεκτή με έκπληξη. Αλλά κανένας δεν είχε ανησυχήσει, γιατί ήταν κοινή γνώμη ότι η εκστρατεία στην Ελλάδα θα είχε οπωσδήποτε λήξει σε λίγες εβδομάδες. Δεν ήταν η Ιταλία το πολεμικό έθνος των οχτώ εκατομμυρίων λογχών, που είχε κατατροπώσει με θράσος τους εχθρούς στην ανατολική Αφρική και στην Ισπανία; Ακόμα κι εκείνοι οι πολέμιοι του καθεστώτος, που αντιλαμβάνονταν τη στρατιωτική μπλόφα του Μουσολίνι, δεν σκέφτονταν πως οι ιταλικές στρατιές θα μπορούσανε να σκοντάψουν στο ελληνικό πετραδάκι.

Το απίστευτο, αντίθετα, πραγματοποιήθηκε. Για μερικές μέρες το πολεμικό δελτίο μιλούσε για γρήγορες ιταλικές προελάσεις, έπειτα έγινε εχέμυθο. Αλλά φρόντιζε ο σταθμός του Λονδίνου να λέει την αλήθεια για τις ταπεινωτικές ιταλικές αποτυχίες στους όλο και περισσότερους ακροατές του στη χερσόνησο. Οι συγκρούσεις του ελληνο-αλβανικού μετώπου ήταν σαν ένα κουδούνι κινδύνου· και στο καφέ «Τορίνο», όπως σ’ ολόκληρη την Ιταλία, ανοίξανε ξαφνικά τα μάτια τους πολλοί μυαλωμένοι, που είχανε κοιμηθεί ήσυχα για χρόνια με το κεφάλι κουκουλωμένο, μέσα στην τυφλή εμπιστοσύνη σ’ ένα Μουσολίνι που τα σκεφτόταν όλα. Κατάλαβαν ότι ο πόλεμος δεν ήταν ο άνετος περίπατος που μιλούσαν γι’ αυτόν στους πρώτους μήνες της σύρραξης.

Ο Τζούλιο έμεινε κατάπληκτος μπροστά στις ατυχίες του ελληνικού μετώπου. Δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι οι στρατιώτες της Ιταλίας ήτανε τόσο δειλοί και ανίκανοι, ώστε να μην αντέξουν τη σύγκριση με τους ταλαίπωρους Έλληνες χωρικούς, που τους πέταξαν ξαφνικά να πολεμήσουν πάνω στα βουνά της Ηπείρου. Στο καφέ «Τορίνο» περνούσε από τραπέζι σε τραπέζι το ειρωνικό αστείο της στιγμής: «Χάνουμε την Ελλάδα, αλλά στους στρατηγούς φτάνει να γλυτώσουν το γαλόνι». Όμως ο Τζούλιο καταλάβαινε ότι το να ρίχνει κανείς το λάθος στους στρατηγούς μπορούσε να είναι ένα βολικό άλλοθι για το καθεστώς: κι έμενε με την ιδέα ότι οι Ιταλοί αξιωματικοί δεν ήταν χειρότεροι από τους αξιωματικούς των άλλων εθνών, εξαιρώντας τη Γερμανία. Όσο για τα όπλα και τα εφόδια, έστω κι αν ήταν λίγα, έφταναν για να συντρίψουν δέκα φορές την Ελλάδα. Δεν γινόταν λοιπόν ν’ αποφύγει κανείς το συμπέρασμα: η ήττα ήταν ο καρπός του ερασιτεχνικού και ασυγχώρητου αυτοσχεδιασμού εκείνου που είχε θελήσει την επιχείρηση χωρίς να την προετοιμάσει. Με την αλβανική καταστροφή – σκεφτόταν ο Τζούλιο – διακυβευόταν με τρόπο ανεπανόρθωτο το στρατιωτικό κύρος της Ιταλίας.… Ο Μουσολίνι είχε καταφέρει να γίνει υπεύθυνος της πιο καυτής ταπείνωσης της ιστορίας της Ιταλίας από την ενοποίησή της. Το βάθρο, που πάνω σ’ αυτό ο νέος είχε υψώσει το είδωλο της νιότης του, είχε οριστικά συντριβεί· και του απόμενε μόνο ένα μεγάλο κενό στην καρδιά.

Πώς είχε μπορέσει να είναι έτσι ανόητος ώστε να μη το καταλάβει πιο μπροστά; Κι όμως είχε τσακωθεί χίλιες φορές με τον Τζορντάνο για να υπερασπιστεί τον Ντούτσε! Τελευταία, είχε φτάσει ακόμη και να φιλονικεί με τον αδελφό του, που ήθελε ν’ ακούει τον ραδιοφωνικό σταθμό του Λονδίνου, επειδή η ακρόαση εκείνων των εκπομπών, που έφτυναν δηλητήριο κατά του Μουσολίνι, του είχε φανεί πράξη απιστίας προς την εμπόλεμη πατρίδα. Ήταν λυπηρό, τώρα, να πρέπει να ντρέπεται για εκείνο τον ζήλο.

Μόλις στις 22 Νοεμβρίου έφτασε η επίσημη ομολογία της ήττας με το πολεμικό δελτίο αριθ. 168, που παραδεχόταν την απώλεια της αλβανικής κωμόπολης της Κορυτσάς. Ο Τζούλιο βρισκόταν στο καφέ «Τορίνο» ακριβώς τη στιγμή της εκπομπής. Όλοι σηκώθηκαν όρθιοι, μόλις το ραδιόφωνο ανάγγειλε το δελτίο. Πολλοί στάθηκαν ακόμη και προσοχή. Το να κάνει κανείς επίδειξη ζήλου, σε τελική ανάλυση, δεν έβλαπτε! Ακόμα και οι δύο καφετζήδες σταμάτησαν να ετοιμάζουν καφέ και ποτό και πλησιάσανε.

Το τέλος της εκπομπής το ακολούθησε μια αμήχανη σιωπή. Καθένας κοίταζε ν’ αποφύγει το βλέμμα των άλλων. Έπειτα από ένα ολόκληρο λεπτό ο κωμωδιογράφος Μποττόνι έσπασε τη σιωπή, ρωτώντας δυνατά:

«Πού είναι αυτή η Κορυτσά;»

Κανείς δεν απάντησε.

Από ipolizei.gr

Σχετικά άρθρα: